Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδικές αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδικές αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Η παιδική Ευρώπη μου

Ως πλέον ασφαλή εξ όλων των ευρωπαϊκών χωρών δι’ εμέ αισθάνομαι την Ιταλίαν. Διότι εκεί είχε πάει για να σπουδάσει ο νονός μου λίγους μήνες μετά την βάπτισή μου και όταν μετά από έναν χρόνον επέστρεψε αμετακλήτως για λόγους οικονομικούς, μού έφερε δώρο τρεις πλαστικές μινιατούρες  εφίππων καουμπόηδων, με τους οποίους για λίγες μέρες έπαιξα στην αυλή πάνω σε ένα μικρό χαλάκι πεδιάδα, πριν μου τους υπεξαιρέσει πλανόδιος γανωματής.

Ο σφοδρός κατόπιν ενθουσιασμός μου δια την Ισπανίαν μέσω αφηγήσεων του ναυτικού πατέρα μου, αλλά κυρίως μέσω δίσκων 45 στροφών, προίκα των ταξιδιών του και μιας ανεξηγήτου επί εξάμηνον απουσίας του,  εν συνδυασμώ με φωτογραφίες καρτ-ποστάλ ταυρομαχιών, ουδεμίαν ασφάλειαν ψυχικήν μου ενέπνευσαν, παρά μόνον πίκρα, την πίκρα αυτήν του έρωτος που θέλεις και ενσυνειδήτως αποκλείεις.  

Δια την Αγγλίαν υπεχρεώθην. Εις φροντιστήρια αγγλικής γλώσσης και δια των ανοήτων κατ’ εμέ τραγουδιών των Μπήτλις. Παρομοίως και δια την Γαλλίαν, συντελούντος εις την όλην μειονεξίαν της του Αρζναβούρ,  παρότι η εις Παρισίους εκλάμψασα κατά των καλλιγράμμων ποδών της υπονοήσεις καθηγήτρια μου των Γαλλικών στο γυμνάσιο ήτο εξωτικώς δια την δεκαετίαν του ’70 ωραιοτάτη και ενδυματολογικώς πρωτοπόρος.

Αι άλλαι, Ελβετίαι, Βέλγια, Ολλανδίαι καθώς και η Σκανδιναβία άπασα ήσαν χωριά της αντιλήψεώς μου, θαυμάσια ίσως, δια πτωχούς ωστόσον λόγους. Η Πορτογαλία ανέκαθεν μια ορθογραφική απορία: αν γράφεται με ένα ή με δύο λάμδα. Η Γερμανία συχνή οικογενειακή κατοχική αφήγησις.  Η δε Ανατολή της επικρατείας των Σοβιέτ κινούσε ενστικτώδη τάσιν αυτοπεριφρούρησης αιτιαζομένην εις τας  εκ του σχολικού εγχειριδίου της Βυζαντινής Ιστορίας περιγραφάς της πρώτης πολιορκητικής της Πόλεως καθόδου των Ρως με μονόξυλα.

-Ουν καφέ βι πρέγκο.
-Μπουόνα σέρα. Μπουόνα νόττε.
-Σινιορίνα…. μα τσε μπέλλα….
-Κατενάτσιο. Καρμπονάρα. Μπέλλα Βίστα.

Ανέτως επιβιώνεις ακόμη και τώρα με αυτά τα κουτσοϊταλικούλια….. τουλάχιστον εις την Σινετσιτά.

-Πιάνο ραγκάτσι. Ιο βόλιο ντορμίρε.

-Λα Λούνα, λα Λούνα….

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Αχιλλέας (Χέλλης) Παράσχος – ο Έλλην χρυσοθήρας στο Γιούκον

 φιλτάτωι Κουκουζέληι

Άκουγα με αδιαφορία τις ιστορίες των μεγάλων, επειδή με την παιδική φαντασία μου μπορούσα να φτιάχνω αν όχι κατά την προφορικήν τους αφήγηση καλύτερες, τουλάχιστον εν τη συλλήψει τους πολυπλοκότερες…. Ανέκαθεν το πρόβλημά μου ήτο η οξυτάτη μου μνήμη και οι εκ των ριπών της πηγάζοντες νοηματικοί διασκελισμοί του λόγου μου. Δυστυχώς, όταν επρόκειτο περί γραπτού είχα τεκμαρτάς αποδείξεις την υψηλήν βαθμολογία μου εις τας Εκθέσεις Ιδεών, αλλά προφορικώς μάλλον καθομοίαζα άουτ οφ όρντερ ρομποτικής μηχανής σε σείριαλ επιστημονικής φαντασίας του ’60: κάθε δύο, το πολύ τρεις, λέξεις και ένα παρατεταμένο «εεεεεεεε», εν παραλλήλω με ανθρωπίνας ταχυκαρδίας και αποδραστικάς τάσεις. Καθαρώς πρώιμα συμπτώματα κρίσης πανικού.

Την ιστορία του είχα τολμήσει να αφηγηθώ στην Γ’ Δημοτικού όταν διδαχτήκαμε ένα ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου …. Και η δασκάλα εν τέλει, ικανότατη γλωσσοπλάστις κυρίως όρων σχετιζομένων με παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, με λοιδόρησε ενώπιον της τάξης: «Πάσχεις από οξειογενή φαντασιοπληξίτιδα.»

 Το ρήμα «πάσχεις» το εξέλαβα δυνάμει δοξαστικόν του χαρακτήρος μου ως παρηχητικώς συγγενές με το Παράσχος. Παράσχου το γένος ήτο η εκ μητρός γιαγιά της μάνας μου, αυτή Πορριώτισα,  κι εγώ τότε παιδάκι της Τρίτης Δημοτικού. Άλλο Τρίτη και άλλο Γ’ θα μου πεις – φτηνιάρικα ευφυολογήματα, αλλά ήδη βρίσκομαι σε απόγνωση λόγω του ότι η μνημονική λίμπιντο των πενηνταέξι μου δεν είναι αυτή που είχα στα εννιά.

Εν πάση περιπτώσει σήκωσα το χεράκι μου και η κυρία μας μου είπε: «Λέγε».

-Κυρία, όταν ήμουν μικρός, εεεεεε, πριν πάω, εεεεεε, πριν έλθω, εεεε, σχολείο, εεεεεε, ήρθε ένας κύριος, εεεε, σπίτι μας εεεε, το χειμώνα που χιόνιζε, εεεεεε, και ήταν πολύ μεγάλος. Πολύ γέρος. Εεεεε και χιόνιζε. (Μου ήρθε κόμπος.)

-Συνέχισε….

«Ο κύριος αυτός, (στο εξής παρακαλώ να υπονοήσετε χάριν οικονομίας του γραπτού λόγου όσα ενδιάμεσα «εεεεε» θέλετε), ο κύριος αυτός μπορεί να ήταν και εκατό χρονώ. Η γιαγιά μου μου είπε ότι ήταν ο μεγάλος αδελφός της μάνας της. Ο θείος Χέλλης. Είχε πάει από τα δεκάξι του στην Αμερική και γύρισε απένταρος.»

 Κόμπιασα ξανά. Αλλά καθώς προσπαθούσα να βρω την ανάσα μου, άκουσα αυτή την άγνωστη μέχρις στιγμής σε μένα, γνωστή εις τους δεινούς ομιλητάς, ιεράν σιγήν του ακροατηρίου. Πήρα όχι θάρρος… θράσος. Αντιλήφθηκα αμέσως ότι οι άνθρωποι – επί τω προκειμένω οι συμμαθητές μου - γίνονται χαζοί όταν γίνονται «οι άλλοι», οπότε όλοι  αυτοί «οι άλλοι» που συνήθως δεν με προσέχανε όταν μιλούσα, μόλις είχα καταφέρει και γίνανε χαζοί. «Οι άλλοι» ήταν πλέον υποχείριά μου. Εν μέσω προϊούσης δόξης ήτο θέμα στιγμής να εκτρέψω μιαν απλήν συνωνυμίαν προς μίαν παραλλαγήν της περιπετείας του Σκρουτζ Μακ Ντακ στο Κλοντάικ. Χρησιμοποίησα τας πρωίμους γνώσεις μου εις την Γεωγραφίαν εν συνδυασμώ με αυτάς εκ του Μίκυ Μάους για να συσκοτίσω το αποτόλμημα:

 Ο θείος Χέλλης Παράσχος ήτο μετανάστης στο Γιούκον. Ξεκίνησε από μουλαράς στα καραβάνια για τον Καναδά. Όταν βρέθηκε χρυσάφι στο ποτάμι, έμεινε εκεί. Άνοιξε μπαρ. Με τα (....εεεεε.... – μην ξεχνιόμαστε) λεφτά που έβγαλε αγόρασε πιρόγες – ήταν στις δόξες τους τότε, είχαν όλο το πήγαιν’ έλα του εμπορίου. Αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθε το τραίνο. Τότε καταστράφηκε. Χάθηκε στις παλιές στοές να ψάχνει για κόκκους χρυσαφιού. Ό, τι έβρισκε το μάζευε και έκανε μια μικρή περιουσία: το εισιτήριο επιστροφής στην Ελλάδα.

-------------------
Το πραγματικό επώνυμο του ποιητού Αχιλλέα Παράχου ήτο Νασάκης ή Νασιόγλου - χιακής καταγωγής. 

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2015

Μακαριότης

Την επί μέρες συσσωρευμένη αντιπάθεια προς την κατά τέσσερες  σχολικές τάξεις του δημοτικού  μεγαλυτέραν μου Λίτσα της κυρά Βιργινίας, την θεώρησα ακαριαίως συμπυκνουμένην στο καλαθάκι μου και, καθώς πήγε να κάτσει δίπλα μου στο σχολικό, της το έφερα κατακούτελα. Ένα καλαθάκι μπλε και άσπρο, πλεχτό από νάιλον προσομοιώσεις λωρίδων λυγαριάς, σαν μπαουλάκι, με μεταλλικούς μεντεσέδες και ένα μηχανισμό για να ασφαλίζει καθώς έκλεινε, παρόμοιον με αυτόν που έχουν τα μικρά βαλιτσάκια. Αυτός ο μηχανισμός φαίνεται την βρήκε ανάμεσα στα μάτια και της χαράκωσε τη μύτη. Δεν έτρεξε πολύ αίμα και γι’ αυτό αμέσως μελάνιασε.

 Η αντιπάθειά μου ισοτίμως εστρέφετο και προς το καλαθάκι, διατυμπανισμόν της παιδικής μου βαθμίδος, με κατατεθειμένη εντός του την καθημερινή φροντίδα της μαμάς μου: ένα σάντουιτς, μια μπανανούλα, και τρία γεμιστά Παπαδοπούλου σοκολάτα, ευπρόσδεκτα τα τελευταία εν πλήρει ανταγωνισμώ με την μπανάνα και ιδίως το μισητόν σάντουιτς, που επιθυμούσα να έλειπαν και στην θέση τους να υπήρχαν ειλικρινούς αγάπης σύμβολα άλλα επτά μπισκοτάκια.

Η Λίτσα πήγαινε Τετάρτη και της είχε ανατεθεί από την δασκάλα της η επίβλεψη και προστασία μου. Εγώ ήξερα ήδη πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμό, διαίρεση και το έφερα βαρέως που έπρεπε να πηγαίνω νηπιαγωγείο, δηλαδή να βρίσκομαι, έναντι της ετεροκλήτως διορισμένης επιβλέπουσάς με, στο τέσσερα μείον τέσσερα ίσον μηδέν -  αχώνευτοι αριθμοί: το μηδέν μια χαζή κουλούρα και το τέσσερα σα διάνος καμαρωτός.  Η κυρία Κούλα που ήταν «κυρούλα», δηλαδή βοηθός του οδηγού στο σχολικό και επιστάτρια στο σχολείο, όρμηξε να με δείρει, αλλά την κοίταξα παγερά και με τόση βεβαιότητα  για το δίκαιον της πράξεώς μου, ώστε μου έδωσε μόνο ένα χαστούκι και μ' έβαλε να ζητήσω συγγνώμη από τη Λίτσα. Το «συγγνώμη Λίτσα» δεν κόστιζε απολύτως τίποτα.

Σε λίγες μέρες, Νοέμβριο μήνα βγήκε η απόφαση του δικαστηρίου. Κατά τον νόμον της Κυβερνήσεως Παπανδρέου, όσοι είχαν γεννηθεί έως και την 1η Απριλίου του 1959 εδικαιούντο να εγγραφούν στην πρώτη Δημοτικού του σχολικού έτους 1964-1965. Πεντεμισάρηδες. Ένας ψευδομάρτυρας με είχε απαλλάξει από το όνειδος του να έχω γεννηθεί την 3η Απριλίου και να μην είμαι συμμαθητής τού κατά έξι μήνες μεγαλυτέρου φίλου μου Ανδρέα.

«Άντε, από βδομάδα πας Πρώτη. Και τέρμα το σχολικό. Θα πηγαίνουμε με τα πόδια». Η ανακοίνωση από τον παππού μου αυτής της άνευ προσωπικού αγώνος διπλής αναβαθμίσεώς μου με ανεκούφισε τόσον ώστε επί δίωρον κατελήφθην  υπό ανεξηγήτου πραότητος αποφασίζων στο εξής συγκράτησιν έστω και υποκριτικήν του θυμού εντός της νομιμότητος, κάτι που ενδεχομένως μου στέρησε την αθώαν προοπτικήν του εγκληματία. 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2013

Ο μυστηριώδης κύριος με την καπαρντίνα


 Η οδός της ταβέρνας «Σπυρίδωνος Τρικούπη». Διόλου τυχαίο το ότι ο κύριος περί του οποίου ακροθιγώς θα ομιλήσω ήτο στρογγυλοκέφαλος, φαλακρός, ίδιος ο Χαρίλαος Τρικούπης στα νιάτα του, υποθέτω, όπου το μαλλί του είτε βαμμένο, είτε από φυσικού του θα ήταν μαύρο.


Δίπλα από την ταβέρνα του μυτάκια υπήρχε και ένα κουρείο. Ο κουρέας δεν λεγόταν Γεράσιμος, αλλά Δημήτρης. Το ότι όλοι οι κουρείς ονομάζονται Γεράσιμοι ήταν μια κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένη παιδική μου γενίκευσις καθότι τον κουρέα που συνήθως με πήγαινε ο παππούς μου τον έλεγαν Γεράσιμο. Και μάλιστα δεν είμαι διόλου βέβαιος αν αποτελούσε παιδαγωγική πρακτική του παππού μου κατά της δυσλεξίας μου, ενίοτε να με πηγαίνει για κούρεμα στου Δημήτρη, αντί στου Γεράσιμου στο στενάκι της Κανθάρου, εκεί στην στροφή του Βρυώνη (οι παλιοί Πειραιώτες το ξέρουν το μέρος, διότι υπήρχε και ομώνυμος στάσις – όχι του Νίκα, των λεωφορείων). Το αποτέλεσμα ήταν ότι μετά από  ένα- δυο κουρέματα στου Δημήτρη, κατάλαβα ότι οι κουρείς έχουν και άλλα ονόματα –αυτό που με μπέρδευε ήταν ότι ο Γεράσιμος είχε ένα αφεντικό που τον έλεγαν Μήτσο. Και πιο πολύ με μπέρδευε αυτό το «Μη», η πρώτη συλλαβή του Μήτσου, ομόηχος με το «Μι» του Μιχάλη – άργησα πάρα πολύ να μην θεωρώ ότι Μιχάλης και Μήτσος είναι το ίδιο όνομα. Για τελείως ανεξήγητους έως τώρα λόγους εξακολουθώ να θεωρώ ότι το όνομα Αντώνης είναι ισοδύναμον του Χαράλαμπος.


Η ταβέρνα του Γεωργίου Πολυκανδριώτη «Η Μύκονος» ευρίσκεται ακόμη, ερείπιον, γωνία Αντωνίου Θεοχάρη και Σπυρίδωνος Τρικούπη, στον άγιο Νείλο – Πειραιάς, ΤΚ 18538.  Το «μυτάκιας» ήταν παρατσούκλι, ουδεμία σχέσιν έχον με μεθόδους προσλήψεως απαγορευμένων ουσιών. Η μύτη του, απλώς,  ήτο όχι μεγάλη, αλλά παραδόξως εξέχουσα. Αξιοπαρατήρητη. Είχε και μουστακάκι, όπως και μαλλί μες στη λίγδα από τους ατμούς των κατσαρολιών του, παρότι μαγείρισσα ήταν κυρίως η μάννα του, γραία με γάμμα κεφαλαίο, τις τρίχες της  οποίας απαραιτήτως τις βρίσκαμε σε κάθε πιάτο. Αυτός ξαναζέσταινε τα φαγητά και τα σερβίριζε.

Οι Μυκονιάτες, εξού και "Η Μύκονος", έχουν εκ παραδόσεως έρωτα με τα ωδικά πτηνά. Η ταβέρνα ήταν γεμάτη κλουβιά, και το εκσφενδονιζόμενο καναβούρι των δαιμονίως κελαδούντων σπίνων, καρδερίνων και γαλιάνδρων επί ίσοις όροις συναγωνιζόταν τις τρίχες της μάνας του στα πιάτα μας.

Τρία ήσαν τα μυστήρια της ταβέρνας αυτής, των οποίων οι μυθώδεις αφηγήσεις μάλλον την προστατεύουν ακόμα από τις μπουλντόζες – αν και τώρα με την κρίση, ακόμα και γωνιακόν οικόπεδον καθίσταται ασύμφορον, συντελούντων οπωσδήποτε και των κληρονομικών, καθότι ο μυτάκιας ήτο άκληρος.

Το πρώτο μυστήριον είμεθα αυτοί ημείς οι πελάται του. Κάποτε ένας ταξιτζής με το αγώι του μέσα στην κούρσα, σταμάτησε και μπήκε, έβρεχε κιόλας, μέσα και παρήγγειλε μια κούπα. Την ήπιε κι έφυγε. Μέρα μεσημέρι. Ανακατεμένοι όλοι, γείτονες φτωχολογιά, φοιτητές, ξεροσφύρια. Το δεύτερον μυστήριον ήτο ο ίδιος ο ταβερνιάρης. Όλοι το σχολίαζαν, αλλά και ήτο απολύτως και μάλιστα καθημερινώς επιβεβαιούμενον, το ότι κάποιο είδος όρκου ή τάματος του απαγόρευε να περάσει τα όρια του πεζοδρομίου του. Σκούπιζε τα ρείθρα καθημερινά αλλά ποτέ δεν κατέβαινε  από το πεζοδρόμιο. Ο χασάπης, ο μανάβης, ο καρβουνάς, του κουβαλούσαν τα απαραίτητα αυτοί, αυτός ποτέ δεν πήγαινε στα μαγαζιά τους. Του τα ‘φερναν και τους πλήρωνε από τον μπεζαχτά, πάντα μέσα στην ταβέρνα. Η κορυφαία επιβεβαίωσις ήτο ο κυρ-Δημήτρης ο κουρέας, όπου κάθε Σάββατο μεσημέρι κι αφού έκλεινε το κουρείο του, ερχόταν και τον κούρευε, τον ξύριζε και τον συγύριζε μέσα στην ταβέρνα, γύρω στις 4 η ώρα που είχε πια σπάσει η δουλειά. Το τρίτον μυστήριον ήτο αυτός ο κύριος. Ο στρογγυλοκέφαλος. Ο νοικάρης. Έμενε σε ένα δωμάτιο πίσω από την ταβέρνα, το οποίο δεν είχε αυτόνομη είσοδο. Η είσοδός  του - και ως εκ τούτου και η έξοδος - επραγματοποιείτο δια της ταβέρνας - το ωράριον λειτουργίας της οποίας κατά κανόνα  ευρύτερον του ωραρίου εντός του οποίου συνετελούντο οι είσοδοι και οι έξοδοι του μυστηριώδους φαλακρού στρογγυλοκέφαλου. Μονίμως μάλιστα φορούσε μία μπεζ καπαρντίνα. Το «μονίμως» μην το πάρετε και τοις μετρητοίς. Πρόκειται μάλλον για ελλειπτική σειρά ντεμί και φουλ χειμερινής σεζόν εντυπώσεων, μιας και η παρέα μου τα καλοκαίρια δεν συχνάζαμε στου μυτάκια. Για τις ελάχιστες μεταμεσονύχτιες επιστροφές του, όπου η ταβέρνα είχε κλείσει, ο μυστηριώδης φαλακρός στρογγυλοκέφαλος κύριος χρησιμοποιούσε το κλειδάκι του. Άνοιγε το λουκέτο, ανέβαζε τα ρολά, έμπαινε μέσα, τα ξανακατέβαζε και επειδή ήτο αδύνατον, όπως αντιλαμβάνεστε,  να ξανακλειδώσει, άφηνε ξεκλείδωτα.





Ο Μυτάκιας, όταν πια "αποχαιρέτησε" η μάνα του, τα μάζεψε, κλείδωσε την ταβέρνα και για πρώτη και τελευταία φορά πάτησε από το πεζοδρόμιο του στο δρόμο. Ίσως και να μην πάτησε τον δρόμο, αλλά από το πεζοδρόμιο να δρασκέλισε και να μπήκε μέσα στο φορτηγάκι που μαζί με τα υπάρχοντά του (μια βαλίτσα θα ήτανε και οπωσδήποτε πάνω από είκοσι κλουβιά με σπίνους, καρδερίνες και γαλιάντρες)  τον πήγε μέχρι το καράβι για Μύκονο ανεπιστρεπτί. Εικάζω ότι ο μυστηριώδης φαλακρός, στρογγυλοκέφαλος νοικάρης είχε προηγηθεί εξελθών.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 25, 2013

Ο άλλος φυστικάς.

Αυτός ήταν από τα νιάτα του σαν τον Ουόλτερ Ματάου. Φαντάζομαι , άι μπηλιήβ που λένε, ότι και ο Ουόλτερ Ματάου στα νιάτα του θα ήταν όπως ήταν στα νιάτα του. Τώρα το γιατί το περιεχόμενο του ρήματος  "φαντάζομαι"  το συγχέω με την πίστη, είναι άλλο καπέλο και δεν το εξηγώ. Ένα άλλο ζήτημα που επίσης με απασχολεί είναι γιατί τα άνω εισαγωγικά τα έχουμε τόσο πολύ λανσάρει εις βάρος των κάτω εισαγωγικών. Αλλά σήμερα είμαι τελείως ντεφορμέ για τέτοιες εκλεπτύνσεις.

Αυτουνού λοιπόν του φυστικά οι δουλειές τού ανοίξανε στα γεράματα. Διότι νέος (όταν κι εγώ ήμουν παιδάκι) σαν τους άλλους φυστικάδες έκανε βόλτα με μια καλαθούνα στο χέρι. Η λέξη καλαθούνα είναι χιακός ιδιωματισμός, τουλάχιστον εγώ εκεί πρωτάκουσα την λέξη. Αλλά μπορεί και να σφάλλω, ως συνήθως. Κατά καιρούς, και ποτέ δεν έμαθα το όνομά του,  είχε μουστακάκι ντούγκλα , όπως ο Douglas Fairbanks. Επίσης, είχε κρεμαστά βαριά τα βλέφαρα μονίμως, σαν μεθυσμένος -κάπως λέγεται αυτή η πάθησις.  

Στα νιάτα του πούλαγε και  μυγδαλάκι χιώτικο, το οποίον και είναι είδος εποχιακόν. Τέλος καλοκαιριού με φθινοπωράκι. Τότε πούλαγε και τα τσίκουδα, αυτά  τα πετρόλ πράσινα μικρά μπιλάκια, μισό πόντο διάμετρο, αρεστά στους γνώστες, Χιώτες επί το πλείστον, τα οποία απολαμβάνονται εις δύο στάδια: πρώτα τρως και γεύεσαι το μαλακό εξωτερικό τους περίβλημα και μετά σπας με τα δόντια το κουκουτσάκι τους και γεύεσαι και το μέσα. Χασομέρι ανώτερον του πασατέμπου.

Τον υπόλοιπον καιρόν,  πούλαγε ό, τι και οι άλλοι . Αλλά κατά παράδοξον τρόπον επεβίωσεν του μιλένιου. Όχι ως άνθρωπος, αλλά ως φυστικάς. Όταν οι άλλοι φυστικάδες ήδη πουλούσανε φυστίκια και μάλιστα «τύπου Αιγίνης» συσκευασμένα σε σελοφάν, αυτός είχε ξεφύγει από την καλαθούνα. Είχε διπλά καλάθια  πάνω σε καροτσάκι. Είχε απαλλαγεί από την ανομολόγητη τενοντίτιδα την οποίαν υπέφερεν το σινάφι του, και ως άρχων φυστικάς, κατά το άρχων Πρωτοψάλτης της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, εγύριζεν την βόλτα του και μάλιστα αυτός ήτο Πειραϊκής, Ζέας, Πασαλιμανίου και πλατείας Αλεξάνδρας.



Τον πέτυχα υπέργηρον πέρσι ή πρόπερσι. Πουλούσε Γενάρη μήνα, «μυγδαλάκι χιώτικο».

-Πάρε…
-Πόσο το ΄χεις;
-Πέντε ευρώ το σακκουλάκι.
-Ακριβά το ‘χεις.
-Ξέρεις πώς κάνουν στα εφοπλιστικά γραφεία για δαύτο;

Δυο καλάθια της τροχηλάτου ιδιοκατασκευής του γεμάτα φρέσκο μυγδαλάκι εκτός εποχής. Είχε, φαίνεται, μεταξύ εικοστού και εικοστού πρώτου αιώνος αποκτήσει και ψυγείο. 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 22, 2013

Ο τρόμος του Έλληνα

Ο Έλληνας ήταν φυστικάς. Έλληνας το βαφτιστικό του. Μικρασιάτης, σύζυγος Υδραίας. Μακρινός ξάδερφος της αδελφής της γιαγιάς μου, της Πιπίνας. Η γιαγιά μου χαϊδευτικά την φώναζε Πιπίνιζα. Κι όταν παραγεράσανε τήνε συμβούλευε, αν και μικρότερη: «Πιπίνιζα, καλό μου κορίτσι, μην πίνεις παπακόλες. Τρυπάνε το στομάχι».

Ο Έλληνας δεν είναι ηθογραφικό μου κομπόδεμα. Η ανάμνησή του, διότι μισώ την λέξη θύμηση – μου φέρνει στο μυαλό όχι ακριβώς κάποιου είδους διάθεση, αλλά μάλλον τα νωθρά αντανακλαστικά μιας  λυπηρής  μιμητικής τάσης ότι τάχα έχουμε και καταγωγή απ’ τους γενικώς απλούς ανθρώπους κατ’ αρχήν, και ίσως κι από έναν τόπο έξω απ’ την πρωτεύουσα, καθώς μάλιστα του Καζαντζάκη ο πληθυντικός «οι θύμησες» έγινε μεγάλο σουξέ στα χρόνια όπου όλοι αισθάνονταν υποχρεωτική την  επίγνωση κατοχής πολιτιστικής ταυτότητας (τέτοιο σουξέ που όλοι ένιωθαν και λίγο Κρητικοί, κι εγώ πιο περήφανος γιατί ήμουν) – η ανάμνησή του λοιπόν, μου γεννά, πέρα από θλίψη,  την ίδια αμηχανία που ένιωθα σαν άκουγα την Πιπίνιζα με συνωμοτική τη φωνη, όταν τον έβλεπε απ' το παράθυρο με το αργό του κοπιαστικό βήμα να πλησιάζει την εξώπορτα, και πριν χτυπήσει το κουδούνι μας, συμμαζεμένη, σχεδόν πανικόβλητη να μας ψιθυρίζει ενοχικά: «Ου, ήρθε πάλι ο Έλληνας».   Σαν να έφταιγε η ίδια, και κατά κάποιον τρόπο έφταιγε γιατί ο Έλληνας ήταν συγγενής από τον άντρα της, τον συχωρεμένο θείο Βαγγέλη, Υδραίο καπετάνιο, μπεκρή («αυτό τον έφαγε και το τσιγάρο») – εγώ δεν τον πρόλαβα, έφυγε δυο χρόνια πριν γεννηθώ.

Ο Έλληνας ερχόταν με την καλαθούνα στο χέρι γεμάτη φυστίκια, αράπικα το πλείστον και στο τρίτον του καλαθιού του που χωριζόταν από τα υπόλοιπα δύο με ένα χαρτονάκι, είχε, όχι φίσκα, και αιγινίτικα –διπλή τιμή. Είχε και σακουλάκια χάρτινα κι ένα κουταλάκι για να τα γεμίζει. Παρότι από συγγενική μάλλον υποχρεώση η θεία Πιπίνα  ζητούσε να αγοράσει μετά το πέρας της επισκέψεώς του δυο σακκουλάκια φυστίκια, τα οποία ωστόσο ο Έλληνας επέμενε να τα προσφέρει και εν τέλει τα πληρωνόταν, οφείλω να πω, αν μπορώ να ισχυριστώ ότι η παιδική διεισδυτικότητα του βλέμματός μου ήταν τόσο ικανή όσο νομίζω τώρα, ότι ο Έλληνας ερχόταν απλώς για να μας πει μια καλησπέρα. Και μάλιστα, όταν η Πιπίνιζα, αντί ως συνήθως να σπεύσει να κατέβει τα σκαλιά τάχα για να τον προϋπαντήσει, με απώτερο σκοπό να τον κρατήσει με την κουβέντα έξω απ’ την εξώπορτα, σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις όπου του έλεγε να ανέβει και τον έμπαζε στο σπίτι να τον κεράσει, εχαίρετο ιδιαιτέρως. Και μετά, ο Έλληνας, έχοντας πιει τη βυσσινάδα του, έφευγε πασιχαρής με το τρεμουλιαστό βήμα του-σύγκορμος έτρεμε, «από παιδάκι το’ χει το κουσούρι» μας υπενθύμιζε διακριτικά κάθε φορά η Πιπίνιζα.


Έφευγε και πήγαινε για την επιούσια βόλτα του: Πασαλιμάνι, πλατεία Αλεξάνδρας και πάλι πίσω μέχρι Πειραϊκή.Την ίδια βόλτα είχαν όλοι οι φυστικάδες.  Όλοι τζογάρανε κιόλας: «Έχω φυστίκι αράπικο, παίζω και μονά-ζυγά». Πάντα θα βρισκόταν ο πιο έξυπνος σε μια παρέα να  του πει «σε πάω». Ο φυστικάς άρπαζε μια χούφτα φυστίκια και τα άφηνε στο τραπέζι. Με το κολπάκι να κρύβουνε ένα φυστίκι ανάμεσα στα δάχτυλά τους, οι φυστικάδες  πάντα κερδίζανε τους ψιλοπιωμένους που κάνανε τους έξυπνους στις φιλεναδίτσες τους. Αν ο ψευτόμαγκας έλεγε μονά και η καταμέτρηση λίγο πριν τελειώσει φαινόταν πως δεν θα έβγαζε ζυγά, τότε ο φυστικάς άφηνε κομψά-κρυφά να κυλήσει από τα δάχτυλά το λαθραίο φυστικάκι. Σε αντίθετη περίπτωση, έκανε την πάπια. Όμως ο Έλληνας δεν ήτο ικανός για να τζογάρει. Δεν του το επέτρεπε τεχνικώς η τρεμούλα του, η   επιστημονικώς ονομαζομένη «τρόμος». 

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

Ζουζού, η δικαία κόλασις


Εάν αναζητούσαμε το ανάλογον οργιάζοντος φυτού της ζούγκλας αρχιτεκτόνημα, αυτό θα ήτο η πυλωτή. Ιδίως μια πυλωτή σαββατιάτικη φθινοπωρινή, πέντε η ώρα, ώρα χώνεψης επιφέρουσας νάρκην προσμενόμενην από Δευτέρας. Πέντε η ώρα λήξεως της κοινής ησυχίας, το λέει ο νόμος. Το ξέρουν και τα παιδάκια και οι γονείς που δίνουν τις άδειες ασυδοσίας. Τα σκασμένα το έχουν συμφωνήσει από τις δύο το μεσημέρι:
-Στις πέντε ακριβώς, κάτω, στην πυλωτή, μπάλα!!

Η Ζουζού ήταν τρίχρωμη: άσπρη το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες. Όταν ψόφησε, όλα τα παιδάκια χαρήκαμε. Είχε επέλθει, επιτέλους ως θεία δίκη, η τιμωρία της κυρά-Μηλίτσας. Κάθε μπάλα που έπεφτε στο ημιυπόγειό της ήταν καταδικασμένη. Την έσκιζε και μας την πέταγε στο δρόμο - πλαφ-πλαφ, η καημένη η μπάλα άψυχη ίσα που κατρακυλούσε δυο μέτρα. Άλλοτε πάλι η μπάλα εκρατείτο όμηρος. Αντάλλαγμα διομολογήσεων: «δεν θα παίζουμε τα μεσημέρια» «θα παίζουμε χωρίς να φωνάζουμε», «θα πάμε πιο κάτω να παίξουμε». Με εντυπωσιάζει τώρα που το αναλογίζομαι, ότι ουδέποτε η κυρά-Μηλίτσα έθεσε ζήτημα ηθικότητος – της ήταν αδιάφορο αν οι φωνασκίες μας περιελάμβαναν ύβρεις.  Και παρότι η φάτσα της έφερνε στην κατηχήτριά μας, παγωμένη, ασπριδερή, οστεώδης, ένα μικρό κεφαλάκι με σουβλερή μύτη και σχιστά μάτια, άσπρη μαντήλα,  σχολαστική στα καθαρά σιδερωμένα ρούχα, συνδυασμός άσπρης πουκαμίσας με μακριά καφέ φούστα … αυτό που τις ξεχώριζε ήταν  στα χέρια της κυρα-Μηλίτσας αδιαλείπτως ένα κέντημα, ενώ στα χέρια της κατηχήτριάς μας, που την είχαμε και δασκάλα, ένας χάρακας για να μας τις βρέχει - το χειρότερο ήταν να φας τις χαρακιές, να σε βγάλει και έξω από την αίθουσα. Για λόγους φυσιογνωμιστικούς, ανέβαζα παλμούς εξώσεως από την τάξη, αν η μπάλα κατά την φοράν της πτώσεώς της προς το ημιυπόγειον της κυρα-Μηλίτσας, διέγραφε τον κίνδυνο να αγγίξει το κέντημα της. Αν το άγγιζε…. ούτε κατάρες, ούτε φωνές… Η κυρά-Μηλίτσα τα μάζευε και χωνόταν μέσα στο σπίτι. Όνειδος για τις μανάδες μας:
-Ελάτε αμέσως μέσα. Το παρακάνατε. Τσιμουδιά……

Μετά την πρώτη Ζουζού, ήρθε η άλλη Ζουζού. Το γεγονός ότι ήταν και αυτή άσπρη το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες, μας έπεισε ότι η κυρά-Μηλίτσα ήταν μάγισσα. Κακός άνθρωπος. Άνθρωπος που παίρνει μπάλες και τις σκίζει. Πώς άλλωστε βρήκε ίδια ακριβώς γάτα;
Τι κι αν ήμουν παιδάκι παχουλό με χωριστρούλα τα μαλλιά. Όσο και να έπαιρνα το μισοκακόμοιρό μου, το ευγενές ύφος «κυρά-Μηλίτσα, σας παρακαλώ μας δίνετε την μπάλα», η κυρά-Μηλίτσα είχα την εντύπωση, ότι κοιτούσε το μπαλκόνι μας, το συνέκρινε με το ημιυπόγειό της και εκτελούσε  προειλημμένην  απόφαση. Πλαφ-πλαφ η μπάλα σκισμένη στα πόδια μου. «Να, για να μάθετε να μην παίζετε από τα άγρια μεσημέρια».

Απροόπτως, τι χαρά, πάτησε αυτοκίνητο την Ζουζού Β’. Πού στην ευχή βρέθηκε αυτοκίνητο να περάσει τον χωματόδρομο της Μαυρομιχάλη; Πέρσι στρώσανε άσφαλτο την Θεοτόκη και ακούγεται ότι φέτος, το αργότερο του χρόνου θα στρώσουνε άσφαλτο και τους παράδρομους. Θα χάσουμε όμως όλα τα παιχνίδια: να χτίζουμε σπιτάκια, να κάνουμε βουνά, να σκάβουμε λακούβες νύχτα και να τις σκεπάζουμε με κλαριά και χώμα για να πέσουνε μέσα οι γριές που πάνε τα ταψιά στο φούρνο.

Την Ζουζού Β’ διεδέχθη ο Ζωζός: άσπρος το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες. Η Μαυρομιχάλη στρώθηκε με άσφαλτο, η οποία άσφαλτος απεδείχθη πολύτιμος κατά τας μιμήσεις μας των Πανευρωπαϊκών αγώνων του 1972. Στην φαντασία μας τρέχαμε πάνω σε αυτή τη νέα λέξη: το ταρτάν.  Αυτή τη φορά, η κυρά-Μηλίτσα πρόλαβε και έφυγε πρώτη. Τον Ζωζό ανέλαβε μια οικογένεια που επί χρόνια ενίσχυε την κυρά-Μηλίτσα αγοράζοντας τα κεντήματά της. Από ένα κοριτσάκι της οικογένειας αυτής,  μάθαμε ότι η κυρά-Μηλίτσα ήταν Λευκορωσίδα. Ίσως μάλιστα, πολύ-πολύ παλιά,  να τα είχε με κάποιον ρώσσο αξιωματικό και να χωρίστηκαν  λίγο μετά τον Πόλεμο. Μπορεί να είχαν κι ένα παιδί που χάθηκε μικρό ... ίσως ....  κι όπως και να 'χει θεωρώ χρέος μου, μετά από 40 χρόνια, στη μνήμη της, να αποδέχομαι αγογγύστως κάθε φασαρία μεσημεριανή προερχόμενη από παιδιά, ως δικαίαν κόλασιν. 

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2012

Έχω να βγω.... (ζήτημα ανά-εκ-συγχρονισμού / ημιπολιτικόν)

Στον Σταμ (τέως και Hamarn Papeerte).... λαογραφικόν παράθεμα εκ συζητήσεώς μας μετά ποτού.


-Έχω να βγω δυό μέρες...

-Πιπίνιζα, κανονικά πρέπει να βγαίνεις δυό φορές τη μέρα. Αν δεν μπορείς να βγεις, να βάλεις λίγο σαπούνι .... ξέρεις. Και μην πίνεις τόσα τσάγια. Πρωί-πρωί πίνεις τσάι και θέλεις μετά να βγεις; Πιές λίγο καφέ...

-Φωτείνιζά μου, ο καφές... δεν τον μπορώ πρωί-πρωί.

-Ε, γι αυτό σφίγγεσαι.....


........

Δεν πρόκειται για συζήτηση που αφορά [σ]τα Starbugs. Η ανωτέρω διαπραγματευομένη έξοδος εγγίζει αρχιτεκτονικόν ζήτημα: Οι παλαιές κατοικίες, οι προ του '50 (1950), των λαΐκών συνοικιών, φερ' ειπείν της Καλλιπόλεως ή του Αγίου Νείλου και του Χατζηκυριακείου,  (απ' τις καλούτσικες εν συγκρίσει με την επίζηλον Καστέλλαν του Πειραιά) - φαντάσου τις άλλες - είχαν τον "απόπατο" στην αυλή.

Απόπατος εκ του "αποπατώ", δηλαδή "αποφεύγω να πατήσω" .... για να μην λερωθώ - παρεμφερές το: "όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί":  Η  τουαλέττα (WC) .... εξωτερικώς του συστήματος των δωματίων της κυρίας οικίας.

Σπεύδω να παρέκβω και εις άλλην  μίαν διευκρίνισιν: Στα θηλυκά ονόματα το πρόσφυγμα "-ιζα" αποτελεί ανάμνησιν αρβανίτικης διαλέκτου: Πιπίνα (υποκοριστικό του Δέσποινα)-Πιπίνιζα, Φωτεινή-Φωτείνιζα, Ελένη-Ελένιζα, άπερ σημαίνουν Δεσποινούλα μου, Φωτεινούλα μου, Ελενίτσα μου ... και αυτό το τελευταίον "ίτσα" είναι τσιτακισμός του "ίζα" με κατάβασιν του τόνου.

"Έχω να βγω δυο μέρες" δεν είναι έκφρασις απογνώσεως  αμοίρου κλάμπινγκ. Ομολογεί δυσαρέσκειαν σωματικήν: δυο μέρες αποτυχίας στον (του '50 ... και πριν) απόπατον.


Τετάρτη, Μαΐου 25, 2011

Ανεπαισθήτως.....

Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα

-Φωτεινή, την Παρασκευή λέω να πάρω το λωφορείο να πάω στη Μάνη. Να πάω να δω και την αδερφή μου την Κούλα. Να δω και το σπίτι – πέντε χρόνια έχω να πάω. Πόσο θα ζήσω; Να πάω τώρα που ‘χω ακόμα κουράγια. Να δω και τις ελιές. Εσύ έχεις την Πιπίνα την αδερφή σου για παρέα. Δεν θα κάνω πάνω από πέντε μέρες. Άντε μια βδομάδα. Θα τρώω στην Κούλα, στον Κούνο. Ίσα για έναν ύπνο θα πηγαίνω στο Πρόγεμα. Μπορεί να μένω και στην Κούλα. Να μη πάω καθόλου για ύπνο στο Πρόγεμα. Μόνο να πάω κα’να –δυό φορές ν’ ανοίξω το σπίτι. Θα το φάει η κλεισούρα. Να δω και τι γίνεται με τα χωράφια. Μπαίνει αυτός ο διάολος με τις γελάδες και ρίχνει τα τοιχία….

-Παναγιώτη, δεν έχει να πας πουθενά.

Δευτέρα, Μαΐου 17, 2010

Των μαγκιόρων

Βάζω και ψάχνω διάφορες λέξεις, που μου ‘ρχονται, στο ψαχτήρι – αυτό πάνω αριστερά, που έχω – γκατζετάκι χρησιμότατον. Έτσι με αφορμή μια λέξη πάω σε όλα τα ποστ μου που την περιέχουν και περνώ την ώρα μου. Λοιπόν, δια του ψαχτηρίου διαπιστώνω πριν από λίγο, ότι δεν έχω γράψει ούτε σε ένα ποστ τη λέξη μάγκας στην ονομαστική ενικού, μόνο στην αιτιατική πληθυντικού: «βάρκα μου μπογιατισμένη, κάργα μάγκες φορτωμένη» σε ... στίχοι του Μπάτη. Αδικία. Αυτή τη λέξη έπρεπε να την έχω γράψει σε όλες τις πτώσεις και των δύο αριθμών.
Γι αυτό την κλίνω για να σιγουρέψω την παρουσία της στο ιστολόγιον τούτο. Τις ομόηχες πτώσεις για λόγους οικονομίας – καιροί που ζούμε – τις παραλείπω.

Ενικός: ο μάγκας / του, τον, ρε μάγκα. Πληθυντικός: οι, τους, ρε μάγκες / ….. των μάγκων δεν μου πάει καθόλου και δεν το έχω ακούσει εκτός από την περίπτωση που αφορά στο γνωστόν εξωτικόν φρούτο. Των μαγκών; Σιγά τη γραμματική γιατί θα κοψομεσιαστούμε…. άσε που σε λίγο θα μας βγει να λέμε «του μάγκου» κατά το «λοχίας». Η γενική πληθυντικού του μάγκα είναι «των μαγκιόρων».

Τον Γιώργο Μπάτη τον θυμάμαι παιδάκι όταν ήμουνα να τριγυρίζει με το μπαγλαμαδάκι του "σφουγγάρι" τα τραπεζάκια στα ζαχαροπλαστεία και στα ουζάδικα του Πασαλιμανιού, όπου σύχναζαν οι γονείς μου, όποτε ο πατέρας μου ξεμπάρκαρε. Φανός και Σπετσοπούλα τα πιο πολύκοσμα. Και όταν παίρνανε ούζο ήταν η καλύτερή μου διότι αυτοί πίνανε το ούζο και μου έδιναν το μεζέ. Με άφηναν να βάζω και το δαχτυλάκι μου στο ποτήρι τους και μετά να το γλείφω.

Σάββατο, Απριλίου 17, 2010

Υποκελευστής στον Αβέρωφ (ή ύφος συντάξεως απολογητικής προς το ΔΝΤ)

Προπολεμικά. Μεσοπόλεμος λέγεται, αλλά όση είναι η σχέση διασημότητος μεταξύ Αχιλλέως και Νεοπτολέμου, άλλη τόση είναι η σχέση Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μεσοπολέμου, εξ ου και τον δεύτερο μπορείς να μην τον γράψεις με αρκτικό κεφαλαίο. Οπότε καλύτερα να λέμε «προπολεμικά».

Ο Περδικούρης είχε πάρει άδεια μιαν βδομαδούλα. Κληρωτός. Επέστρεψε μετά δύο μήνες και την ΕΔΕ διεξήγε ο παππούς μου.
-Τι να σας λέω τώρα κύριε υποκελευστά; κρασάκι, λατερνίτσα, δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις...

Η απολογία τού Περδικούρη κατέστη δι' εμέ παροιμιώδης απ' τους μορμύρους τού παππού μου που αξημέρωτα έχοντας ξυπνήσει για να φτιάξει την καθημερινή του σκορδαλιά, κοπανούσε με το ξύλινο γουδοχέρι τις σκελίδες μαζί με μπαγιάτικο ψωμί και λάδι μπόλικο– στο νερό έκανε οικονομία, διότι ως μανιάτης εγνώριζε την έλλειψή του, αλλά το λάδι όταν έπεφτε, έπεφτε άφθονο- και ως εκ καταγωγής εραστής τού οκτασυλλάβου, το εμοιρολογούσε:

Ηλία Δημαρόγκωνα
με το μεγάλο τ’ όνομα
Τ’ ήθες να πας στον Καρβουνά
για να θερίζεις γέννημα;
Η ώρα ήτανε εννιά
κι η εξουσία του μιλά:
……………
(δεν θυμούμαι το ενδιάμεσο, αλλά ο φυγόδικος Δημαρόγκωνας δεν παρεδόθη στο κάλεσμα της εξουσίας)
……………
Κι ο Καραγκούνης το σκυλί
διέταξε ο Ηλίας μου να σκοτωθεί.

Αυτό ήτο το μοιρολόγι τής αδελφής τού Δημαρόγκωνα, προσφιλέστατο στον παππού μου, όπως και το δίστιχο που ως συνέχειά του με το ίδιο παράφωνο μοτίβο τραγουδούσε παθητικώς, καθότι υπομηχανικός, σπουδάσας εις τον Προμηθέα:

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι-ι

Το οποίον «τιμόνι-ι» διά της παρατάσεως της ληγούσης εμβολίαζε στον επτασύλλαβον  ιδέαν οκτασυλλάβου . Και δώσ’ του το γουδί.

Δι’ αυτόν τον λόγον, ο παππούς μου, συνταξιούχος-συνοψίσας, όταν η σκορδαλιά ετελειούτο, έπαιρνε μια κόρα ψωμί, την άλειφε, ταίριαζε πάνω και μια παστή σαρδελίτσα, και αλεκτορικώς (στην ώρα του), με ελάχιστον μελαγχολίας, αναφωνούσε:

-Κρασάκι, λατερνίτσα δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις…….

Σάββατο, Μαρτίου 20, 2010

Τι εστί συναναστρέφομαι:

:Είμαι ευθύς (άρα και μη ανεστραμμένος), και με το κλικ και τους συνδέσμους, και με το σχόλιο του ενός και σχολιάζοντας τον άλλον, όλοι μαζί ... τούμπα.
Το άλλο βέβαια είναι να μην το ευχαριστιέσαι όλο αυτό και να κρύβεσαι εις περιορισμένην μεν, κατά τα άλλα έκθεσιν δε, και να στοιχηματίζεις - κάποιες απ' τις πολλές φορές μάλιστα, ως εγωπαθής ρόκερ, που περιμένει από τη διαδοχή "τονική-δεσπόζουσα" να του βγάλει ήθος αναζήτησης το ντιστόρσιον της πεταλιέρας.

Εν είδει περιοχής Υπαπαντής,
με παστέλια και γαλακτομπούρεκα.

-Τον ηχολήπτη τον Κυριάκο, τον ξέρεις; ..... Αυτός κάνει "ΗΧΟ".

Σήμερα, πάλι θυμήθηκα τον παππού μου. Αύριο θα πάω πρωί-πρωί να πάρω μαύρο ψωμί και παστές σαρδέλες. Θα βγάλω από τρεις σαρδέλες το κοκκαλάκι σχίζοντάς τις στα δυο και θα τις βάλω στο λάδι, και κατά τις δέκα και μισή θα κόψω μια γκωνάρα απ' τη φρατζόλα, θα την σκίσω με το μαχαίρι στη μέση, θ' αλείψω λάδι την ψύχα και θα βάλω τις σαρδέλες μέσα, θα ζουμπήξω να ποτίσει και θα φάω σαν άνθρωπος.

Κυριακή, Αυγούστου 24, 2008

ΚΑΤΑΠΕΛΤΑ, ΕΛΕΟΣ

Έκτη γυμνασίου,1976.
Μαθηματικός μας ο υποδιευθυντής. Ατάλαντος μαθηματικός, κατάλληλος για το "κλασσικό" τμήμα, διεφύλασσε την αίγλη του αξιώματός του με διπλωματική άσκηση μιας τυπικής αυστηρότητος και κυρίως με την σιωπηρά υπόσχεση, διαρκώς αποτυπούμενη στο παιχνιδιάρικο επαρχιώτικο βλέμμα του: «Μη με ζορίζετε και θα σας βάλλω σε όλους πάνω από 18».

Κάποια φορά τόνε ζορίσαμε. Και με φασαρία, αλλά κυρίως με υπεροψία για τα μαθηματικά κολλυβογράμματά του, τα οποία περιορίζονταν στην διευθέτηση ευφυών εξάψεων μεταξύ των δεινών περί τα μαθηματικά συμμαθητών μας, οι οποίοι είχον ατυχήσει και αντίς για το περίοπτο πρακτικό, είχαν πέσει στα χαμηλά, στο κλασσικό.
-«Από τούδε και στο εξής θα είμαι καταπέλτης», είχε άπελπις κορωνίσει, υπερασπιζόμενος την δικαιοδοσία του, ή μάλλον την κατ’ αυτόν δικαίαν τάξιν: ξέρουμε, αλλά να κάνουμε σαν να μην ξέρουμε …. και όλοι μαζί να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να την βγάλουμε.

Άσχετα με το link όλα αυτά μοιάζουν. Το μόνο σχετικό είναι αυτό που, μετά την ιστορικήν του ρήση, πριν μπει στο μάθημα, γράφαμε στον πίνακα:

«ΚΑΤΑΠΕΛΤΑ, ΕΛΕΟΣ»

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

ΠΡΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τι είναι η ποίηση; Όχι γενικώς. Ειδικώς, για την θείτσα μου την Πιπίνα, τη συχωρεμένη. Η ερώτηση γίνεται σε ενεστώτα για να τονιστεί η αντοχή της τέχνης στον χρόνο, μια εκδοχή αθανασίας που πιστεύω δεν ανήκει μόνο στα τεχνουργήματα, αλλά και σ’ όσους τα απήλαυσαν.

Η ποίηση, ως πεδίον που εκτήθη από την θείτσα Πιπίνα, την Πιπίνιζα, το Πιπινάκι, κατά την εις πολλά και άλλα τυρβάζουσα του βίου της πορεία, μπορεί να πάρει, πιστεύω, τη μορφή μιας ενιαίας έκδοσης, όχι πολυσέλιδης. Το μόνο βιβλίο που κράτησε στα χέρια της ήταν ο Τσελεμεντές. Και αυτό σπανίως. Συνήθως κατέφευγε στο συνταγολόγιο που είχε απ’ τη μάνα της, γραμμένο με μελανομόλυβο, μολύβι που έγραφες σαλιώνοντας τη μύτη του και η γραφή του έμενε ανεξίτηλη. Η μόνη της επαφή με την τέχνη της ποίησης, ήταν η καθημερινή ευλαβική ανάγνωση, καθώς και η αποστήθιση, των τετραστίχων του ημερολογίου, και ως ήτο αναμενόμενον, το τετράστιχον της επομένης κατελάμβανε στην μνήμη της τον χώρον του τετραστίχου της προηγουμένης, έτσι ώστε ως έρμα να παραμένει μόνον το μορφικόν πλαίσιον: τετράστιχον εκ δύο διστίχων, απαρτιζομένων από οκτασύλλαβον και επτασύλλαβον, των επτασυλλάβων ομοιοκαταληκτούντων συνήθως:

«Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο
ποτές να μην ξυπνήσω,
γιατί με την αγάπη σου
ποθώ να ξεψυχήσω.»

Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι, αν ο ΟΙΚΟΣ ΔΑΡΕΜΑ (συστηματικός εκδότης επίσης του «Καζαμία») απεφάσιζε ποτέ να εκδώσει εις ενιαίαν συλλογήν το σύνολον των τετραστίχων που δημοσίευε επί σειράν ετών στα «ημερολόγια ποιημάτων», τότε θα προέκυπτε η Πιπίνιος Ποιητική Συλλογή.

Όλως δικαίως, λοιπόν, για την ποιητική της παιδεία, το Πιπινάκι, χασκογελούσε, όποτε έβλεπε στην τηλεόραση ελληνικές ταινίες που διακωμωδούσαν την καρικατούρα του Ελύτη, ή του Εμπειρίκου, ή του Σεφέρη:

«Μαύρα κοράκια,
κόκκινα κοράκια,
Πράσινα κοράκια,
κίτρινα κοράκια,
Ωιμέ, ωιμέ».

Κάτι σαν να ‘ξερε, σα να συνδύαζε, κι ας μην είχε διαβάσει ποτέ της. Είχε αίσθηση της φόρμας, και αντιλαμβανόταν αμέσως τον πυρήνα της διακωμώδησης. Δεν ήσαν τα ποικιλόχρωμα κοράκια το πρόβλημα. Ο κινηματογραφικός ποιητής Φανφάρας, κατά συνεκδοχήν καρικατούρα απάσης της συγχρόνου ποιήσεως, ήτο γελοίος διότι απετύγχανε στον σχηματισμό αποδεκτής για το Πιπινάκι φόρμας.

Και τώρα επιτρέψατέ μου να σας αναφέρω, ως επίμετρον, ότι το Πιπινάκι, ήτο θρήσκο. Βαριόταν όμως τον τακτικό εκκλησιασμό, και ως δικαιολογία κάθε Κυριακή έβρισκε τον φόρτον της παρασκευής του πολυπλόκου ροζ-μπιφ της. «Πήγαινε εσύ Παναγιώτη και άναψε ένα κερί και για μένα, εγώ σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα να προλάβω τη λειτουργία και ακόμα δεν έχω τσιγαρίσει το κρέας», έλεγε στον κουνιάδο της, τον παππού μου. Δεν έχανε όμως ποτέ Χαιρετισμούς. Με τη σύνοψη στο χέρι και το σκαμνάκι της, πήγαινε νωρίς- νωρίς στην εκκλησία να πιάσει πόστο. Όταν γυρνούσε, καταπιανόταν πάλι με την κουζίνα, ωστόσο με οίστρο έψελνε: «Άγγελος πρωτοστάτης…». Ήξερε όλον τον Ακάθιστο απ’ έξω. Ήξερε και το όνομα του Ρωμανού του Μελωδού. Μόνον που δεν ήξερε ότι πρόκειται για ποίηση. Αλλά κι εμείς που το ξέρουμε, παρ’ ολίγον θα την βγάζαμε περίπου άμουση, γιατί σχεδόν έχουμε ξεχάσει ότι η Ιερά Σύνοψις, είναι συνάμα και μια ποιητική συλλογή, ίσως η πλέον λαϊκή.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

μηρυκασμοί

έχοντας απωλέσει το τετραδιάκη του προηγουμένου ποστ και με την μνήμη δυναμένη να παράγει μόνον νοσταλγία, αναπαράγοντας το κλίμα, συνθέτω ανάλογα στιχουργήματα εικοσαετής (1979). Ιδού, από μνήμης :


Η ΚΑΣΤΡΟΤΑΦΗ ΤΩΝ ΡΑΨΨΩΝ

Ενενήντα και πλέον αρκούδες
Μες στην Πόλη εκάνανε σούζες
Με λαμπρά μουσταρδί μηχανάκια
Και κορόιδευαν τ' άσπρα σκυλιά,
Που γυρνούσανε μες στα σοκάκια
Και πουλούσαν κιλίμια-χαλιά.


ΠΡΟΣΚΥΝΙΟΝ

Η κότα η ξετσίπωτη η Μπορντώ
Εφόρεσ' ένα φόρεμα κοντό
Και έπηξε στην κουτσουλιά
Την εκκλησία τ' Άη Λιά.


ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ

Σαρανταπέντε κάστορες κι εξήντα παπαγάλοι
Ολημερίς πηδιόντουσαν, το βράδυ παίζαν τάβλι.



ενδιαμέσως ενθυμούμαι άλλο ένα από το τετραδιάκη:


ΒΕΝΘΟΣ

Μπες στο εμπριμέ τσαρδί
Κι αν δεις κανέναν κλέφτη,
Βοήθεια τρέχα γύρευε
Απ' τον λαδί καθρέφτη.


προσθέτω μερικά του αδερφού μου Νούλη, δεκαετούς το '76:

Η ΜΠΟΤΑ

Η μπότα η βρεττανική
Δεν είνα σαν τις άλλες,
Είναι περήφανη λαμπρή
Κι ας είναι απ' τις άλλες.


Ο ΣΟΥΓΙΑΣ

Ο σουγιάς δεν είναι ' κείνος
Που του λείπουν τα μαχαίρια
Τα ψαλίδια, τα νυστέρια
Και του μπογιατζή ο κόπανος.


Επιστεγάζω δε, με πρόσφατον εμπείρου μεσοκόπου παρήχημα, χάριν του οκταετούς ανεψιού του :


ΕΙΣ ΕΑΥΤΌΝ ΣΩΤΗΡΊΑ ΠΊΣΤΙΣ

Αν σου επιτεθεί ληστής,
Κύττα μην απελπιστής.
Μη φωνάξεις "Ωπ ληστής"
Μόνον τρέξε να οπλιστείς:

-Πίσω ληστή άπλυστε,
Τράβα πλύσου, άπλητε.


μπόνους, ένα του κουμπάρου μου, συμμαθητού μου πάλαι επίσης, θρυλικόν εν παρέαις:

ΘΥΡΙΩΝ

Είμαι δομάζος με ψυχή,
Με μάτι κορακάτο
Δουλεύω νύχτα, βράδυ, ή πρωί
Και βγάζω μεροκάματο.





Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2007

Εις ασθενούντα εως άρτι μπλόγκερ, νυν ανανίψαντα.



Εγώ κάθομαι και βήχω.
Και μες στην κίτρινη σπηλιά,
Kοιμούνται δυόμιση σκυλιά,
Kάνοντας ποδήλατο στο τοίχο.

Στιχούργημα συνεργασίας με τον διπλανό μου Ν.Τ. στην Α΄ Γυμνασίου, εν ώρα μαθήματος. Είχαμε ένα ολόκληρο τετραδιάκι* γεμάτο, το οποίο είχε κρατήσει εκείνος. Δεν έχω επαφή......


*προτιμώ την γραφήν "τετραδιάκη", απηχεί τι το θήλυ εν τη ουδετερότητί της, ομοιάζουσα τοις αγγέλοις εν ζωγραφίαις.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2007

Σερβιέττες μιας άλλης εποχής

Μικροί, και το μικροί προσδιοριζόμενον μας ανάγει στην δεκαετία του ’70, έβλεπα ανελλιπώς Ταρζάν στην ΥΕΝΕΔ. Μικροί λέω, γιατί μαζί με μένα καθηλωμένος στο γυαλί ήταν κι ο αδερφούλης μου, τριώ χρονών αυτός κι εγώ δέκα.
Το γυαλί ήταν ιδεοδότης. Παίζαμε, βέβαια, στη γειτονιά τα κρυφτά μας, τα κυνηγητά μας, τις αμπάριζες, τα εφτάπετρα και πολύ μπάλλα, παίζαμε και στο σπίτι με τα στρατιωτάκια μας, κυνηγητά στις σκάλες, κρυφτά μέσα στο σπίτι, παίζαμε και την εκκλησία, εγώ παπάς και ο αδερφός μου παπαδάκι, βάζαμε και την αδερφή μας να κάνει το εκκλησίασμα και την κοινωνούσα στο τέλος. Ο άμβωνάς μου ήταν η στριφτή σκάλα της αυλής. Η λειτουργία ξεκινούσε με έπαρση σημαίας, καθότι λάτρευα και την πατρίδα μας και τον Εθνικό Πειραιώς ο οποίος φέρει τα χρώματά της στην στολή του. Μια φορά μάλιστα ξέκλεψα μαυροδάφνη και την ανακάτεψα με ψωμί, και κοινώνησα την αδερφούλα μου- παιδάκι τριώ χρονώ μου μέθυσε. Την παρακοινώνησα, εφτά φορές την κοινώνησα, αλλά ήταν για το καλό της. Ο αδερφός μου κοινώνησε μόνο μία φορά, επειδή όπως μου είπε δεν του άρεσε η κοινωνία, ήθελε γιαρμαδάκια. Του έδωσα γιαρμαδάκια αντίς για αντίδωρο για να κερδίσει η εκκλησία μας άλλον έναν χριστιανό.


Ταρζάν παίζαμε τα μεσημέρια. Καθώς η γειτονιά όλη χουζούριαζε- η μάνα μου ξέκλεβε κι αυτή η καημένη κανέναν υπνάκο- εμείς παίζαμε Ταρζάν. Ο Ταρζάν ήμουν εγώ. Ο αδερφός μου είχε προσδιοριστεί εμού σκηνοθετούντος στον ρόλο του πιθηκακιού.

-Κάμαν, Μάνγκοου, κάμαν, Μάνγκοου.

Με ακολουθούσε πιστά, πάνω κάτω τις σκάλες, στην ταράτσα στην αυλή, μέχρι να επιτελεστεί η αποστολή που αντιγράφαμε από κάθε τηλεοπτικό επεισόδιο.

Έρχεται όμως στη ζωή κάθε ανθρώπου κάποια φορά κάποια στιγμή που αγγίζει το μεγαλείο (sic). Για τον δεκαετή εμένα, η στιγμή αυτή ήταν όταν αντίκρισα απλωμένα στο σχοινί του μπαλκονιού, πίσω από τις φούστες της μάνας μου και τα παντελόνια του πατέρα μου, κάτι μικρά άσπρα, τετράγωνα σχεδόν, πανάκια. Δι’ αυτών επέλυσα ένα σημαντικόν ενδυματολογικόν ζήτημα της όλης υπερπαραγωγής που διηύθυνα. Τα πανάκια αυτά ήταν ιδανικά, αν γυμνός, ωστόσο ζωσμένος ένα λαστιχάκι για σώβρακα που αγοράζεις έναντι πενηνταρακιού το μέτρο από το ψιλικατζίδικο του κυρ -Νίκου, τα κρεμάσεις πιασμένα με μανταλάκια, ένα πανάκι μπρος και ένα πίσω , να κρύβουν αντιστοίχως πουλί και πισινό. Η τέλεια στολή Ταρζάν. Και για το πιθηκάκι χρειαζόσουν ένα μόνο πανάκι να κρύβει το πουλί του. Ο πισινός των ζώων ήταν θέαμα κατάλληλο για ανηλίκους ακόμα και για την λογοκρισία της χούντας.

Ταιριάξαμε τα πανάκια και πανευτυχείς παίζαμε τον Ταρζάν των ονείρων μας. Ο Μάνγκοου ενθουσιασμένος με ακολουθούσε κατά πόδας στις σκάλες-φοινικόδεντρα, στην αυλή-ζούγκλα, στην ταράτσα-λίμνη. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, αλαλιάσαμε, πέρναγε το μεσημέρι κόντευε απογεματάκι.

–Κάμαν, Μάνγκοου, Κάμαν, Μάνγκοου.

Μέχρις που η μάνα μου αγουροξυπνημένη πρόβαλε από την πόρτα της κουζίνας. Χωρίς άλλη κουβέντα ξέβγαλε την παντόφλα της και κραδαίνοντάς την στο δεξί της χέρι, με το άλλο μαζεύοντας τη νυχτικιά, «τέρατα», αναφώνησε και μας κατεδίωξε. Προσπαθήσαμε να καταφύγουμε στη ζούγκλα μας, να γλυτώσουμε πηδώντας ανάμεσα στα φοινικόδεντρα, να γλυτώσουμε πέφτωντας στη λίμνη, αλλά εκείνη στο τέλος τα κατάφερε. Τα μεταμόρφωσε σε σιδερένια στριφτή σκάλα, σε αυλή με γλάστρες, σε ταράτσα βρεμμένη για να δροσίσει. Μας περιέλαβε και μας έδωσε το ξύλο της χρονιάς μας. Και δίκαια. Κάναμε φασαρία.

-Στο είπα ρε Πανούλη, μη γκαρίζεις όταν κάνεις τον Μάνγκοου. Στο είπα. Να κάνεις μόνο «ούγκου-ούγκου». Εσύ γιατί έκανες και «χάι-κου, χάι-κου»;

Μεγαλώνοντας, τελειώνοντας το εξατάξιο γυμνάσιο, η ΕΡΤ2 πια, έβαλε σε επανάληψη την σειρά Ταρζάν. Η μνήμη μου σε συνδυασμό με την ενδιαμέσως κτηθείσαν σεξουαλικήν διαπαιδαγώγησίν μου, μου υπέβαλαν την κατανόησιν των αιτιών του πάλαι ποτέ ταρζανείου ξυλοδαρμού μας. Είχαν ήδη δειλά-δειλά ανέλθει οι πρώτες διαφημίσεις σερβιετών στην τηλεόραση. Συνειδητοποίησα λοιπόν, λελογισμένης και της αποκτηθείσης ενδιαμέσως παιδείας μου εις την γλώσσαν της πιάτσας- καθήκον κάθε αναπτυσσομένου τότε νέου, ότι αυτά τα αθώα τετράγωνα πανάκια της παιδικής μου στολής Ταρζάν, δεν ήσαν άλλα από τα λεγόμενα «μ.....πανα».

Σάββατο, Μαΐου 19, 2007

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟ, ή περί νοητού χρυσού και αποδράσεως από την απόκτησίν του.

Ραδιόφωνο, τίτλοι ειδήσεων των 00.00, πάμε για τα ξημερώματα Σαββάτου 19 Μάη 2007:
«500 χρυσά νομίσματα εντοπίστηκαν σε ναυάγιο του Ατλαντικού από ερευνητική ομάδα».

Οι ειδήσεις εν είδει τίτλου έχουν πολλά χαρίσματα. Κατά πρώτον και κύριον και τελευταίον σε απαλλάσσουν από το να φας στη μάπα και την αναλυτική τους παρουσίαση. Η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι ως εξής:
« Η επιστημονική ομάδα του ΛΙΛΙ (όπου "ΛΙΛΙ" ισούται με ίδρυμα ερευνητικόν, πανεπιστήμιο, κυβερνητική ή μη κυβερνητική οργάνωση) ανακάλυψε ("ανεκάλυψε", αν ο διευθυντής ειδήσεων πάσχει από γλωσσική κρίση, "βρήκε" αν έχει πτωχό λεξιλόγιο, "βρέθηκε μπροστά σε" αν έχει πτωχό λεξιλόγιο αλλά επιμένει στην ζωντάνια) ένα ναυάγιο, πιθανώς…μπλα-μπλά, στο οποίο ανιχνεύτηκαν, με υπερσύγχρονα μέσα, 500 χρυσά νομίσματα, πιθανότατα της περιόδου… μπλα-μπλα. Στο ναυάγιο σπεύδουν αρχαιολόγοι και ομάδες δυτών».
Αυτό που είναι ενδιαφέρον δεν είναι το εύρημα, ούτε η είδηση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ουδέποτε θα πληροφορηθούμε τα αποτελέσματα της ερεύνης, διότι «της επιστήμης παρεμβαλομένης η είδησις αφυδατούται».

Το ερώτημά μου είναι «ποία η αξία του χρυσού;». Γενικώς. Και ενθυμούμαι πόσες και πόσες ταινίες του Χόλυγουντ (αυτής της μητροπόλεως των χρυσοθηρών της τέχνης) όπου ναυαγοί –άπληστοι κατά το σενάριον- πεθαίνουν περιστοιχιζόμενοι από σωρούς χρυσών νομισμάτων και άλλων χρυσοποίκιλτων αντικειμένων. Εν αντιθέσει δε αυτών, ο αποδιδράσκων κόμης Μοντεχρήστος.


-Άμα θέλεις να χτυπήσουμε εμείς την καμπάνα, να έρθεις από τις εντεκάμιση. Γιατί έρχονται και άλλα παιδιά και ο κυρ-Μήτσος ο νεωκόρος αφήνει να την χτυπήσουνε όποιοι έρθουνε πρώτοι. Πρέπει να πάμε πρώτοι-πρώτοι.

Στα πέναλτι – στα "μπενάλτια" – εβίωνα όλην την καρτερικότητα των θυσιασμένων ηρωικών μορφών της ιστορίας μας. Λεωνίδας, Διάκος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Τσατούχας (ο τελευταίος – ο Τσατούχας, δηλαδή- ήταν τερματοφύλακας του Εθνικού Πειραιώς και έπιανε μπενάλτια). Από όλες τις θέσεις η θέση του τερματοφύλακα κλίνει προς την αγνοτέραν μορφήν ήρωος, την "όλοι σας και μόνος μου". Και το πέναλτι θα πρέπει να είσαι πολύ φανατισμένος φίλαθλος για να θέλεις να μπει.

Κάθε Κυριακή στις δέκα είχαμε αγώνα Μαυρομιχάλη-Ζαΐμη, στην γούβα της Θεοτόκη, μπροστά στου Κόσκου την Ταβέρνα. Και σήμερα δεν μου φτάνουνε τα ξεροσφύρια που έχουνε μαζευτεί από νωρίς κυριακάτικα και με κοκκινισμένες μύτες φωνάζουνε γαλαρία «πάσα ρε», «πίσω ρε», «δεξιά ρε», έχω και την έννοια να πάω από τις εντεκάμιση στο Άγιο -Νείλο για να πιάσουμε πρωτιά να μας αφήσει ο κυρ-Μήτσος να χτυπήσουμε την καμπάνα του κατηχητικού. «Α, ρε Αλιφραγκή, να σε βράσω με τις καμπάνες». Σουτ – γκολ. Το ‘φαγα.
«Παιδιά εγώ φεύγω».
«Πού πας ρε….;»

«Νταν-νταν-νταν-νταν-νταν. Πέντε νταν τρεις φορές. Νταν-νταν-νταν-νταν νταν. Κα-τη-χη-τι-κό. Πέντε νταν. Θα μετράτε: κα-τη-χη-τι-κό. Πέντε. Και θα το χτυπήσετε τρεις φορές: κα-τη-χη-τι-κό, κα-τη-χη-τι-κό, κα-τη-χη-τι-κό. Άμα το χτυπήσετε λάθος δεν θα σας αφήσω να το ξαναχτυπήσετε. Από δω θα πάτε. Από αυτές τις σκάλες που πάνε στον γυναικωνίτη. Και μετά έχει μια στενή σκαλίτσα για τις καμπάνες. Θα χτυπήσετε τη μεγάλη καμπάνα με το πιο χοντρό σχοινί. Ουαί και αλλοίμονό σας. Άμα με κάψετε θα σας κάψω. Το χοντρό σκοινί. Να έρθω απάνω να σας δείξω;»
«Όχι κυρ- Μήτσο, εντάξει».

Τρεις φορές από πέντε φορές. Στις δώδεκα η ώρα μαζεύτηκαν όλα τα παιδάκια. Το πετύχαμε.
Καθόμασταν στις καρέκλες τις εκκλησίας στα πίσω-πίσω, πλάι-πλάι με τον Αλιφραγκή, και περιμέναμε τον κατηχητή. Τον κύριο Πετράκη. Ο κυρ-Μήτσος πέρασε, έσβησε κάτι κεριά που έκαιγαν ακόμα και κουνώντας το κεφάλι του έγνεψε στον Αλιφραγκή και σε μένα «εντάξει». Το «κύριος Πετράκης» δεν ήταν όνομα. Ήταν επώνυμο. Ο κύριος Πετράκης, ο κατηχητής μας, ήταν φοιτητής. Κάθε Κυριακή κουβάλαγε ένα μαυροπίνακα από το γραφείο των κληρικών και τον έστηνε μπροστά από το Ιερό. Μας έκανε την κατήχηση και στο τέλος μας έγραφε στον πίνακα το «δίδαγμα» και το «ρητόν» που το γράφαμε στα τετραδιάκια μας. Αυτή ήταν η δουλειά του πίνακα. Δίδαγμα και ρητόν. Όμως σήμερα ο Λαμπαούνας είχε έρθει από νωρίς. «Τι δουλειά έχει αυτός ο μύξης από τόσο νωρίς ρε Αλιφραγκή; Λες να ήρθε για να χτυπήσει τις καμπάνες;». «Μπα, ρε συ. Για να χτυπήσεις τις καμπάνες πρέπει να είναι δύο. Αυτός είναι μόνος του. Και δεν ξέρει και να μετράει. Εμάς θα βάλει ο Κυρ-Μήτσος».

Καθόμασταν στις καρέκλες και περιμέναμε τον Πετράκη. Τον κύριο-Πετράκη. Τρίβαμε τα χέρια μας στα παντελόνια μας γιατί έκανε κρύο μες στην εκκλησία. Αλλά είναι ωραίο το κατηχητικό. Γιατί κάθεσαι στις καρέκλες. Ενώ την ώρα της λειτουργίας κανένα παιδί δεν επιτρέπεται να κάθεται στις καρέκλες. Στις καρέκλες κάθονται οι γέροι. Πρέπει να γίνεις πατέρας για να κάτσεις σε καρέκλα. Και πάλι δύσκολο. Παππούς κάθεσαι σίγουρα.

Και ήρθε ο κύριος Πετράκης με το στρίποδο και τον πίνακα. Άνοιξε το στρίποδο και έβαλε πάνω προσεχτικά τον πίνακα. Μετά έβγαλε από την τσέπη του δύο κιμωλίες και πήρε με το δεξί του χέρι το σφουγγαράκι που κρατούσε δαγκωμένο στο στόμα του και το απίθωσε πάνω στο αναλόγιο του πίνακα. Όλα τα παιδιά, άλλα γελούσαν πολύ, άλλα έπνιγαν το γέλιο. Ο κύριος Πετράκης μας κύτταξε με μάσκα χριστιανικής αγάπης που σταδιακά εκκολαπτούσε ….. κάτι. Εννόησε από τα βλέμματά μας την πηγή της ευθυμίας. Γύρισε και αντίκρυσε τα γραμμένα στον πίνακα:
«Πετράκι μουνή γάμα καμιά χριστιανί».
Η οργή έσπασε το αυγό. Αλλόφρων πήρε το σφουγγάρι και έσβηνε τον πίνακα, ανακρίνοντας με το μάτι του τα βλέμματά μας.
«Λαμπαούνα, παλιόπαιδο, παλιόπαιδο, παλιόπαιδο. Απόβρασμα.....».
Ο Λαμπαούνας σηκώθηκε και έτρεξε ως αρχαίος έλλην να κρυφτεί μέσα στο … Ιερό. Ξοπίσω του ο Πετράκης. Ο κύριος Πετράκης. Κυνηγούσε τον Λαμπαούνα γύρω-γύρω από την Αγία Τράπεζα. Κάποια στιγμή του έφραξε το δρόμο.
«Από πού θα πας Λαμπαούνα; Από την Ωραία Πύλη θα βγεις; Το ξέρεις ότι από την Ωραία πύλη βγαίνουν μόνον οι Ιερείς; Θα σε κάψει ο Θεός άμα βγεις από την ωραία Πύλη».
Ο Λαμπαούνας, πασαλειμμένος με τα σάλια της αγωνίας του, έριξε ένα πήδο και το έσκασε από την Ωραία Πύλη.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2007

Αγγέλα

Έχετε οσφρανθεί την θεσπέσια σκατίλα της Ψυττάλειας. Είναι η ωραιότερη σκατίλα που μπορεί να βρει κάποιος να απολαύσει ρεμβάζοντας στο μπαλκόνι του αν έχει την τύχη να μένει στον Πειραιά και να τον πιάνει λίγο το νοτιαδάκι. "Μειοψηφίες" θα μου πείτε. Συμφωνώ. Εδώ ολόκληρη σφαγή των Αρμενίων, των Εβραίων, των Ποντίων, των Χιροσιμέζων, των Ναγκασακιανών, των Ινδιάνων, των Παντουκείων, των Ολοφρονέζων, των Πεντακισχυσίων, των Μπούρδα-Μπούρδα, των Γαλλικομάνων (οι πέντε τελευταίοι είναι φανταστικοί, αλλά πιθανοί), ανεχτήκαμε. Η σκατίλα αυτή δεν μου είναι ξένη. Μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια.....
Μου θυμίζει την κυρ-Αγγέλα. Την κυρ-Αγγέλα, που έμενε στη γωνία της Μαυρομιχάλη, την κυρ-Αγγέλα με τα τεράστια βυζιά, το νυχτικό και τις παντούφλες, να βγάζει το κεφάλι της από την πόρτα - ποιά πόρτα; (μια κουρελού είχε για εξώπορτα) - έξω το κεφάλι και γρήγορες ματιές αριστερά-δεξιά - μία η ώρα τη νύχτα ποιος να τη δει;. Εγώ έκανα το τσιγαράκι μου, το δεύτερο ή το τρίτο-ένα κάθε καλοκαίρι, αρχόμενος από πρώτης γυμνασίου.
-Ρουφιάνες, να σας καεί το σπίτι.
Δεν το φώναζε. Το έπνιγε στην ορμή με την οποία άδειαζε το γκιο-γκιο με τα κάτουρα και τα σκατά στο δρόμο. Κι ύστερα πάλι γρήγορα-γρήγορα το κεφάλι αριστερά-δεξιά. Και τσουπ μέσα στο σπίτι. Την άλλη μέρα έβγαινε και σκούπιζε το πεζούλι της. Μόλις πέρναγε καμμιά πρωινή γειτόνισσα πηγαίνοντας για τον φούρνο, η Αγγέλα ανασκούμπωνε τα βυζιά και λαχανιασμένη τάχατες - αγαναχτισμένη - δεν την καλημέριζε, αλλά έλεγε:
-Τις ρουφιάνες, τις πρόστυχες, τις βρώμες. Πάλι σκατά μου πετάξανε έξω απ' το σπίτι μου.

Η κυρ-Αγγέλα δεν είχε τουαλέτα, (καμπινέ τον λέγαμε τότε). Όλη η γειτονιά το ήξερε. Ήξερε ποιος πέταγε τα σκατά στο δρόμο. Αλλά δεν μίλαγε κανείς. Σχεδόν όλοι ένιωθαν ένοχοι, επειδή αυτοί είχαν αποχέτευση, ενώ το σπιτάκι της Αγγέλας δεν είχε. Η Αγγέλα ήταν το "πίσω του κόσμου" από το οποίο προήρχοντο. Επί πλέον η Αγγέλα άμα άνοιγε το στόμα της μπορεί να έβγαζε στη φόρα από κέρατα πραγματικά μέχρι κέρατα φανταστικά. Μη σε πιάσει το στόμα της ήταν: "Παλιοπουτάνα, που θα μου πεις εμένα. Τράβα μωρή να πλύνεις το στόμα σου από τις βρωμιές σου τις χτεσινές, παλιοτσούλα".

Μια μέρα όμως, μάλλον μια νύχτα, μέσα σ' όλη τη χρονιά, η Αγγέλα ήταν βασίλισσα. Ανήμερα τ' Άη-Γιάννη, 24 Ιουνίου, που ανοίγανε τον κλύδωνα.
"Την Αγγέλα να φωνάξουμε, την Αγγέλα. Αυτή τα λέει με γούστο. Τα λέει η ρουφιάνα με έναν τρόπο..."

Δεν πιστεύω να θέλετε και ηθικόν δίδαγμα......

Σάββατο, Μαΐου 05, 2007

Η αυτοβιογραφία ενός μουσικού (για τον οίστρο) μέρος Α' : το βρέφος

«Θρ, βπφφφ, τνθζζζζ, ακά, λλλλλλμ, ό, νννκα, σσσςςς».
Θυμάμαι να τιτιβίζω και τη θείτσα Λένη που ήρθε, λέει, να με δει - έξι μηνώ; ενός χρονού; κάπου εκεί το πιστοποιεί η μάνα μου - μαζί με τον Μάκη, ένα παιδάκι δυο χρόνια μεγαλύτερό μου. Τους θυμάμαι σαν πάχνες γαλακτερές να σκύβουν πάνω απ’ την κούνια μου να με κοιτάνε, αυτοκράτορα, μέσα στην θαλπωρή των ούρων μου.
–Κατουρήθηκε το παιδί, έλα, Ελένη, να τ’ αλλάξεις.
(Έχω ακόμα αναμνήσεις από την χρυσή εποχή - να νιώθω πως κατανοώ τη γλώσσα παρότι δεν μπορώ να τη μιλήσω και το χρυσάφι να κατασταλάζει στις πάνες μου).

Απ’ τη Φαβιέρου πίσω ακούω τα μαντολίνα και το ακκορντεόν. Πρίμο-σεκόντο «Άνω κάτω χτες τα καναμέ».
–Έχουνε μαζευτεί πάλι στου τυφλού και παίζουνε. Τι γλυκά που παίζουνε!
Ο μπαρμπα-Τάσος, ο τυφλός, ο δάσκαλος της μουσικής με την παρέα του, δροσιά μες στην μαγιάτικη δροσιά. Ο Νικολάκης ο κουτσός με το ακκορντεόν και την κελαριστή φωνή, ο σιδεράς ο Μάκης πρώτο μαντολίνο κι ο ξάδερφός του ο Βαγγέλης ή Λινάτσας δεύτερο. Ο μπαρμπα-Τάσος κιθάρα, ν’ ανεβοκατεβάζει τα μπάσα και να τους δένει όλους. Τραγούδια, τραγούδια, τραγούδια όλη νύχτα. Τι γλυκός ο ύπνος που θέλεις ν’ αρνηθείς και σε νικάει.
συνεχίζεται.... (εκ του CINE-HISTE, πιθανώς γνωστού θερινού κινηματογράφου, που κατέληξε τσοντάδικο και μετά έκλεισε).

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)