Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2014

Ταξιδιωτικά

Κουκουζέληι


Καθώς η φίλη μου Αρτεμίσια μας αφηγείτο την θαυμασίαν κατ’ αυτήν επίσκεψίν της εις Νέαν Υόρκην, διεπίστωσα αίφνης ότι εγώ δεν την είχον επισκεφθεί τουλάχιστον κατά τα τελευταία πέντε έτη. Θα ημπορούσα είτε με άμαξαν ιππήλατον προ ογδονταετίας, είτε με τον προαστιακόν κατά τους μετά την εικοστήν ογδόην νέαν Ολυμπιάδα χρόνους, έστω μια του έτους να κατάφερνα ένα λικεράκι στο σαλόνι της, ή σπουμάντο, βότκαν με άρωμα αχλάδι ή και άλλα εξωτικά πιοτά, καθότι η Αρτεμισία καίτοι εκ Μπελαρούς είναι κάτοικος Βριλησσίων.

Αντιθέτως, ουδόλως ανοίκειος μοι εφάνη κατόπιν των φρικτών κατ’ εμέ αφηγήσεων της Αρτεμισίας, η από κοινού μετά του Κουκουζέλους μορφωθείσα ιδέα της καταλύσεώς μας επί διήμερον εις το Hotel Park της πλατείας Τερψιθέας Πειραιώς, εις δύο χωριστά μονόκλινα. Απ΄ εκεί ορμώμενοι θα οργανώναμεν  επισκέψεις είτε εις το μπαρ του ξενοδοχείου, είτε εις το μπαρ του ξενοδοχείου Ακροπόλ στο Χαλάνδρι. Θα ηδυνάμεθα μάλιστα συγχρόνως δια λόγους ασφαλείας να κρατούμε επίσης δύο μονόκλινα στο Ακροπόλ, παρότι αυτός ο Κουκουζέλης αποτοξινούμενος θα έπινεν ύδωρ το πολύ ανθρακούχον ή έστω καραμελόχρουν τεχνητώς γλυκαθέν, εγώ δε και τον άμπακον να έπινα θα είχομεν αναμφιδρόμως έναν να φροντίζει άλλον. Άλλωστε από αυτού του είδους τας αλληλεμπίστους άμα και εμπείρους βεβαιότητας εκκινούν διοργανώσεις ταξιδίων μακρινών, κατά τας οποίας το όνειρον σε φέρνει εις μίαν μεσοποταμίαν  Καλλιθέαν, ή και εις μίαν φοινικούντα Φαληρικήν ακτήν, ή και εις ένα παλαιόν Αμαρούσιον μες στο πεύκο, τα ρυάκια και τη δροσιά.  

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

Ζουζού, η δικαία κόλασις


Εάν αναζητούσαμε το ανάλογον οργιάζοντος φυτού της ζούγκλας αρχιτεκτόνημα, αυτό θα ήτο η πυλωτή. Ιδίως μια πυλωτή σαββατιάτικη φθινοπωρινή, πέντε η ώρα, ώρα χώνεψης επιφέρουσας νάρκην προσμενόμενην από Δευτέρας. Πέντε η ώρα λήξεως της κοινής ησυχίας, το λέει ο νόμος. Το ξέρουν και τα παιδάκια και οι γονείς που δίνουν τις άδειες ασυδοσίας. Τα σκασμένα το έχουν συμφωνήσει από τις δύο το μεσημέρι:
-Στις πέντε ακριβώς, κάτω, στην πυλωτή, μπάλα!!

Η Ζουζού ήταν τρίχρωμη: άσπρη το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες. Όταν ψόφησε, όλα τα παιδάκια χαρήκαμε. Είχε επέλθει, επιτέλους ως θεία δίκη, η τιμωρία της κυρά-Μηλίτσας. Κάθε μπάλα που έπεφτε στο ημιυπόγειό της ήταν καταδικασμένη. Την έσκιζε και μας την πέταγε στο δρόμο - πλαφ-πλαφ, η καημένη η μπάλα άψυχη ίσα που κατρακυλούσε δυο μέτρα. Άλλοτε πάλι η μπάλα εκρατείτο όμηρος. Αντάλλαγμα διομολογήσεων: «δεν θα παίζουμε τα μεσημέρια» «θα παίζουμε χωρίς να φωνάζουμε», «θα πάμε πιο κάτω να παίξουμε». Με εντυπωσιάζει τώρα που το αναλογίζομαι, ότι ουδέποτε η κυρά-Μηλίτσα έθεσε ζήτημα ηθικότητος – της ήταν αδιάφορο αν οι φωνασκίες μας περιελάμβαναν ύβρεις.  Και παρότι η φάτσα της έφερνε στην κατηχήτριά μας, παγωμένη, ασπριδερή, οστεώδης, ένα μικρό κεφαλάκι με σουβλερή μύτη και σχιστά μάτια, άσπρη μαντήλα,  σχολαστική στα καθαρά σιδερωμένα ρούχα, συνδυασμός άσπρης πουκαμίσας με μακριά καφέ φούστα … αυτό που τις ξεχώριζε ήταν  στα χέρια της κυρα-Μηλίτσας αδιαλείπτως ένα κέντημα, ενώ στα χέρια της κατηχήτριάς μας, που την είχαμε και δασκάλα, ένας χάρακας για να μας τις βρέχει - το χειρότερο ήταν να φας τις χαρακιές, να σε βγάλει και έξω από την αίθουσα. Για λόγους φυσιογνωμιστικούς, ανέβαζα παλμούς εξώσεως από την τάξη, αν η μπάλα κατά την φοράν της πτώσεώς της προς το ημιυπόγειον της κυρα-Μηλίτσας, διέγραφε τον κίνδυνο να αγγίξει το κέντημα της. Αν το άγγιζε…. ούτε κατάρες, ούτε φωνές… Η κυρά-Μηλίτσα τα μάζευε και χωνόταν μέσα στο σπίτι. Όνειδος για τις μανάδες μας:
-Ελάτε αμέσως μέσα. Το παρακάνατε. Τσιμουδιά……

Μετά την πρώτη Ζουζού, ήρθε η άλλη Ζουζού. Το γεγονός ότι ήταν και αυτή άσπρη το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες, μας έπεισε ότι η κυρά-Μηλίτσα ήταν μάγισσα. Κακός άνθρωπος. Άνθρωπος που παίρνει μπάλες και τις σκίζει. Πώς άλλωστε βρήκε ίδια ακριβώς γάτα;
Τι κι αν ήμουν παιδάκι παχουλό με χωριστρούλα τα μαλλιά. Όσο και να έπαιρνα το μισοκακόμοιρό μου, το ευγενές ύφος «κυρά-Μηλίτσα, σας παρακαλώ μας δίνετε την μπάλα», η κυρά-Μηλίτσα είχα την εντύπωση, ότι κοιτούσε το μπαλκόνι μας, το συνέκρινε με το ημιυπόγειό της και εκτελούσε  προειλημμένην  απόφαση. Πλαφ-πλαφ η μπάλα σκισμένη στα πόδια μου. «Να, για να μάθετε να μην παίζετε από τα άγρια μεσημέρια».

Απροόπτως, τι χαρά, πάτησε αυτοκίνητο την Ζουζού Β’. Πού στην ευχή βρέθηκε αυτοκίνητο να περάσει τον χωματόδρομο της Μαυρομιχάλη; Πέρσι στρώσανε άσφαλτο την Θεοτόκη και ακούγεται ότι φέτος, το αργότερο του χρόνου θα στρώσουνε άσφαλτο και τους παράδρομους. Θα χάσουμε όμως όλα τα παιχνίδια: να χτίζουμε σπιτάκια, να κάνουμε βουνά, να σκάβουμε λακούβες νύχτα και να τις σκεπάζουμε με κλαριά και χώμα για να πέσουνε μέσα οι γριές που πάνε τα ταψιά στο φούρνο.

Την Ζουζού Β’ διεδέχθη ο Ζωζός: άσπρος το πιο πολύ, με στάμπες κανελιές και μαύρες. Η Μαυρομιχάλη στρώθηκε με άσφαλτο, η οποία άσφαλτος απεδείχθη πολύτιμος κατά τας μιμήσεις μας των Πανευρωπαϊκών αγώνων του 1972. Στην φαντασία μας τρέχαμε πάνω σε αυτή τη νέα λέξη: το ταρτάν.  Αυτή τη φορά, η κυρά-Μηλίτσα πρόλαβε και έφυγε πρώτη. Τον Ζωζό ανέλαβε μια οικογένεια που επί χρόνια ενίσχυε την κυρά-Μηλίτσα αγοράζοντας τα κεντήματά της. Από ένα κοριτσάκι της οικογένειας αυτής,  μάθαμε ότι η κυρά-Μηλίτσα ήταν Λευκορωσίδα. Ίσως μάλιστα, πολύ-πολύ παλιά,  να τα είχε με κάποιον ρώσσο αξιωματικό και να χωρίστηκαν  λίγο μετά τον Πόλεμο. Μπορεί να είχαν κι ένα παιδί που χάθηκε μικρό ... ίσως ....  κι όπως και να 'χει θεωρώ χρέος μου, μετά από 40 χρόνια, στη μνήμη της, να αποδέχομαι αγογγύστως κάθε φασαρία μεσημεριανή προερχόμενη από παιδιά, ως δικαίαν κόλασιν. 

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2012

Έχω να βγω.... (ζήτημα ανά-εκ-συγχρονισμού / ημιπολιτικόν)

Στον Σταμ (τέως και Hamarn Papeerte).... λαογραφικόν παράθεμα εκ συζητήσεώς μας μετά ποτού.


-Έχω να βγω δυό μέρες...

-Πιπίνιζα, κανονικά πρέπει να βγαίνεις δυό φορές τη μέρα. Αν δεν μπορείς να βγεις, να βάλεις λίγο σαπούνι .... ξέρεις. Και μην πίνεις τόσα τσάγια. Πρωί-πρωί πίνεις τσάι και θέλεις μετά να βγεις; Πιές λίγο καφέ...

-Φωτείνιζά μου, ο καφές... δεν τον μπορώ πρωί-πρωί.

-Ε, γι αυτό σφίγγεσαι.....


........

Δεν πρόκειται για συζήτηση που αφορά [σ]τα Starbugs. Η ανωτέρω διαπραγματευομένη έξοδος εγγίζει αρχιτεκτονικόν ζήτημα: Οι παλαιές κατοικίες, οι προ του '50 (1950), των λαΐκών συνοικιών, φερ' ειπείν της Καλλιπόλεως ή του Αγίου Νείλου και του Χατζηκυριακείου,  (απ' τις καλούτσικες εν συγκρίσει με την επίζηλον Καστέλλαν του Πειραιά) - φαντάσου τις άλλες - είχαν τον "απόπατο" στην αυλή.

Απόπατος εκ του "αποπατώ", δηλαδή "αποφεύγω να πατήσω" .... για να μην λερωθώ - παρεμφερές το: "όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί":  Η  τουαλέττα (WC) .... εξωτερικώς του συστήματος των δωματίων της κυρίας οικίας.

Σπεύδω να παρέκβω και εις άλλην  μίαν διευκρίνισιν: Στα θηλυκά ονόματα το πρόσφυγμα "-ιζα" αποτελεί ανάμνησιν αρβανίτικης διαλέκτου: Πιπίνα (υποκοριστικό του Δέσποινα)-Πιπίνιζα, Φωτεινή-Φωτείνιζα, Ελένη-Ελένιζα, άπερ σημαίνουν Δεσποινούλα μου, Φωτεινούλα μου, Ελενίτσα μου ... και αυτό το τελευταίον "ίτσα" είναι τσιτακισμός του "ίζα" με κατάβασιν του τόνου.

"Έχω να βγω δυο μέρες" δεν είναι έκφρασις απογνώσεως  αμοίρου κλάμπινγκ. Ομολογεί δυσαρέσκειαν σωματικήν: δυο μέρες αποτυχίας στον (του '50 ... και πριν) απόπατον.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

[ΣΥΓ]ΚΡΙΣΗ

Έχουμε 2 προβλήματα:
Οικονομικό και εκφραστικό.
Αν επιλυθεί το δεύτερο, το πρώτο θα καταστεί ανύπαρκτο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2012

Κράτος Λογικής

-Πες μου την αλήθεια, εσύ έσπασες το βάζο;

-Όχι μητέρα. Δύο είναι οι βασικές αιτίες που το βάζο έσπασε: ο νόμος της βαρύτητος και η μοριακή του σύνθεση που καθορίζει τον βαθμό ελαστικότητός του.

-Παιδί μου, πες μου, εσύ το έσπρωξες και έπεσε και έσπασε;

-Εγώ απλώς το έσπρωξα, αλλά δεν ευθύνομαι που έσπασε.

-Δεν γνώριζες εξ αρχής ότι αν σπρώξεις το βάζο, θα πέσει κάτω και θα σπάσει;

-Γνώριζα μετά βεβαιότητος ότι αν σπρώξω το βάζο, αυτό θα μετακινηθεί• δεν ήμουν βέβαιος για το αν θα πέσει, και πολύ περισσότερο για το αν θα σπάσει.

-Η πρόθεσή σου ποια ήταν; Ήθελες να σπάσει το βάζο;

-Πώς θα μπορούσα να ήθελα να συμβεί κάτι για το οποίο δεν ήμουν βέβαιος ότι μπορεί να συμβεί;

-Ναι, αλλά το γεγονός ότι το βάζο έσπασε, σου προσέφερε ικανοποίηση;

-Δεν είμαι βέβαιος, μητέρα, μάλλον ελαχίστην, και όχι ικανοποίηση για αυτήν καθ’ αυτήν την θραύση του και την ζημίαν που αυτή προεκάλεσε, αλλά για το γεγονός του ότι επισώρευσα ακόμα μίαν εμπειρική γνώση η οποία και θα μου χρησιμεύει στο εξής από καθαρά στατιστικήν άποψη.

-Παιδί μου σε συγχαίρω για το φιλέρευνο πνεύμα σου, καθώς και για τον τρόπο που διαχειρίζεσαι τον προφορικόν λόγον και, ειδικότερον, παραθέτεις τα επιχειρήματά σου. Κρίνεσαι δε ανάξιος τιμωρίας.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

ΜΕΤΑΣΤΟΝΗΛΙΑ

"Μεταστονηλία" ονομάζεται η ειδική κατάσταση έκστασης στην οποία περιέρχονται οι μουσικοί αλλά και οι ευαίσθητοι ακροατές μετά από μιαν ωραία συναυλία.

Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί από σας, αμέσως μόλις τελειώνει μια συναυλία, πηγαίνοντας να συγχαρείτε τους συντελεστές, θα έχει τύχει να ακούσετε είτε τον μαέστρο, είτε τους μουσικούς απευθυνόμενους αλλήλοις, αλλά και σε φίλους τους, να αναφωνούν: "Μεταστονηλία".

Διόλου τυχαία τόσο στο Παγκράτι, όσο και στο Θησείο υπάρχουν ταβέρνες επονομαζόμενες "Ηλίας". Αυτό συμβαίνει διότι οι ιδιοκτήται των, πονηρά σκεπτόμενοι, προσπαθούν να αντλήσουν πελατεία από ακροατήρια ωραίων συναυλιών. Καθότι οι αμύητοι ακροαταί που δεν γνωρίζουν τον όρον "μεταστονηλία", τον αντιλαμβάνονται ως προτροπήν συνεστιάσεως:

-"Μετά στον Ηλία".....


Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2011

ελληνιστί: alithini dimokratia

Ο θείος μου ο Παύλος είχε αγοράσει ένα ποδήλατο και εβδομηνταέξι χρονώ γύρναγε τον Πειραιά με το ποδήλατο. Του είχε βάλει φρένα, κλάξον, σημαιάκια, φωσφορίζοντα φωτάκια και ένα προβολέα για τη νύχτα με δυναμό. Μια φορά, μέρα μεσημέρι,  ένας με ένα αυτοκίνητο πήγε να τον κλείσει, αλλά ο θείος μου ο Παύλος που ήτανε μποξέρ και είχε ανακλαστικά, έστριψε με μιας το τιμόνι και γλίτωσε από το τρακάρισμα, αλλά έπεσε κάτω. Αμέσως σηκώθηκε και τον έβρισε γιατί δεν φοβότανε αν ο άλλος τσαντιστεί και πάει να τον πλακώσει στο ξύλο, γιατί σίγουρα ο θείος μου ο Παύλος, τι κι αν ήταν γέρος, θα τον έκανε μαύρο στο ξύλο, όπως είχε δείρει στα νιάτα του και δύο μαχαιροβγάλτες που του κολλήσανε τότε που πέρναγε με τα πόδια τη γέφυρα του Σαν Φραντσίσκο και τους έσπασε στο ξύλο και δεν τους έδωσε φράγκο. Κι ας ήταν ένας από αυτούς μποξέρ πρωταθλητής. Ο θείος μου ο Παύλος ήταν κατηγορία πετεινού, αλλά πολύ δυνατός. Έβαζε κάτω και τους βαρέων βαρών. Και τον εσάπισε στο ξύλο αυτόν στη γέφυρα, τόσο πολύ που το ‘γράψαν και οι ‘φημερίδες της Αμερικής: " Έλλην ναυτικός μποξέρ κατηγορίας πετεινού έδειρε πρωταθλητή βαρέων βαρών Αμερικής".
…………………………………………………..
-Μη μου κολλάς γιατί θα το πω στον ξάδερφό μου που είναι και Μανιάτης και θα σε σπάσει στο ξύλο.
-Και μένα ο ξάδερφός μου είναι Κρητικός.
-Ναι αλλά εμένα ο θείος μου είναι μάγκας στον Περαία.
-Κι εμένα ο δικός μου είναι Αρβανίτης από την Κακιβίγλα.

Τετάρτη, Μαΐου 25, 2011

Ανεπαισθήτως.....

Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα

-Φωτεινή, την Παρασκευή λέω να πάρω το λωφορείο να πάω στη Μάνη. Να πάω να δω και την αδερφή μου την Κούλα. Να δω και το σπίτι – πέντε χρόνια έχω να πάω. Πόσο θα ζήσω; Να πάω τώρα που ‘χω ακόμα κουράγια. Να δω και τις ελιές. Εσύ έχεις την Πιπίνα την αδερφή σου για παρέα. Δεν θα κάνω πάνω από πέντε μέρες. Άντε μια βδομάδα. Θα τρώω στην Κούλα, στον Κούνο. Ίσα για έναν ύπνο θα πηγαίνω στο Πρόγεμα. Μπορεί να μένω και στην Κούλα. Να μη πάω καθόλου για ύπνο στο Πρόγεμα. Μόνο να πάω κα’να –δυό φορές ν’ ανοίξω το σπίτι. Θα το φάει η κλεισούρα. Να δω και τι γίνεται με τα χωράφια. Μπαίνει αυτός ο διάολος με τις γελάδες και ρίχνει τα τοιχία….

-Παναγιώτη, δεν έχει να πας πουθενά.

Δευτέρα, Απριλίου 25, 2011

Ο λήγοντας


 Επειδή «όποιος πιάνει τον λήγοντα, μπορεί να έχει πιάσει και τον πρώτο», τα πρώτα χρόνια, μετά καχυποψίας έλεγχε ιδίοις όμμασι τον κατάλογο. Ο κύριος Μπασκάκης,  επί δεκαετίαν έπαιρνε λαχεία από τον ίδιο πλανόδιο. Αγόραζε  το λαχείο του την επομένη της κλήρωσης, καθώς, δυο τετράγωνα απ’ το σπίτι του, έτσουζε το δεύτερο ουζάκι του στο καφενείο, πάντα στο ίδιο πλάτη πλάι στην πόρτα στρογγυλό μαρμάρινο τραπεζάκι,  και με ένα είδος μονομανίας ποντάριζε στο 3 –τρεις παρά, τρεις, τρεις και κάτι, ήταν συμπτωματικώς η ώρα της περατζάδας του λαχειοπώλη.

Ο Χρόνος κάθε τόσο ανεδεικνύετο χορηγός του Νόμου των Πιθανοτήτων: περίπου μία στις δέκα Τετάρτες, θα άκουγε τον λαχειοπώλη να του λέει: «Λήγοντας. Στον ξαργυρώνω; … ή θα πάρεις δύο πεντάδες;».  Ο κύριος Μπασκάκης, τρόπον τινά επιδεικνύοντας συμβολικά την άνεση που του παρείχε η καλή σύνταξή του,  δεν καταδεχόταν ποτέ να πάρει τα φράγκα του λήγοντα.

Επίσης ο Χρόνος κτίζει σχέσεις εμπιστοσύνης, παράγουσες ένα είδος ηδονής όταν μετατρέπονται οριστικά σε μηχανική επικοινωνία . Με τα χρόνια, το μεσημέρι κάθε Τετάρτης, σαν έγλειφε με την άκρη του ματιού του το θάλλον δέντρο του λαχειοπώλη, ο κύριος Μπασκάκης έβγαζε το λαχείο απ’  το τσεπάκι του πορτοφολιού, το ξεδίπλωνε και το ακουμπούσε στο μάρμαρο, προσεχτικά να μη βραχεί από τον ιδρώτα των ποτηριών. Ο λαχειοπώλης πλησίαζε, το έπαιρνε, το «κοίταζε», και τα υπόλοιπα διαμείβονταν σιωπηρώς.

Τα φίδια ζώσανε τον κύριο Μπασκάκη, όταν κάποτε ο λαχειοπώλης, αφού του αντάλλαξε με δυο πεντάδες την κερδίζουσα τον λήγοντα, δεν ξαναφάνηκε.

Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

Η βαρύτερη αποσκευή

Όποτε πλησιάζει ο καιρός να ταξιδέψω για το νησί, με πιάνει. Το κρύβω όσο μπορώ, αλλά πρώτ’ απ’ όλα με προδίδει το σώμα μου. Ανεβάζω λίγο πίεση, τα δερματικά φουντώνουν … και καθώς οι μέρες για την αναχώρηση λιγοστεύουν σπεύδει να συνεργαστεί και η ρουφιάνα η ψυχή. Το σώμα ήδη έχει προαναγγείλει τη συνεργασία τους με αραιές αρρυθμίες, αυτές που όπως λένε οι καρδιολόγοι «δεν αξιολογούνται», τα φτερουγίσματα – τα νιώθουν κι οι ερωτευμένοι – αλλά για τους υποχόνδριους είναι αφορμή σεναρίων νοσηλείας. Μια ήπια κατάθλιψη, ένα συναίσθημα αποχωρισμού, μετά νεύρα με το παραμικρό, μια γενική αίσθηση αστοχίας.


Όταν πια φτάσει η ώρα της αναχώρησης από το σπίτι, όλο το ψυχοσωματόδραμα των προηγούμενων ωρών και ημερών συνοψίζεται στο άγχος για τις βαλίτσες.


– Τι τις θέλουμε τόσες βαλίτσες;
-Μα πάμε για τόσες μέρες, άλλοι φορτώνουν ολόκληρο αυτοκίνητο.
-Ναι αλλά εμείς δεν έχουμε αυτοκίνητο και μού ‘χουν πάει τα χέρια κάτω – ταξίδι το ταξίδι τα ρήμαξα τα χέρια μου.


Μόλις πατήσω το πόδι μου στο καράβι κι αφού βολέψω τις ρημάδες τις βαλίτσες όλα περνάνε. Με πλημυρίζει ένα συναίσθημα απαλλαγής. Συναίσθημα που κορυφώνεται καθώς πίνω τον καφέ μου στο κατάστρωμα της πρύμνης, χαζεύοντας τ’ απόνερα του καραβιού λες κι είναι οι έγνοιες μου.


Καθώς περνάμε το Βενέτικο πάμε για να πιάσουμε την Ουρά πάλι φτερουγίσματα, που τώρα  όμως δεν τα αξιολογώ ούτε εγώ. Αν είναι άνοιξη ξημέρωμα, οι μυρωδιές σε προϋπαντούν, αν είναι άλλη εποχή και μόνο το όνομα Μυροβόλος σου φέρνει παραισθήσεις.  


Στο λιμάνι θα περιμένει ο ξάδερφος ο Μήτσος με το τζιπ. Αυτή και μόνο η σκέψη προσδίδει στωικό τόνο στις βλαστήμιες της αποβίβασης - τί ταλαιπωρία κι αυτή με τις βαλίτσες, να βράσω τα καράβια τους, τα κάτεργα. Στην αποβάθρα αγκαλιές φιλιά και μόλις φορτώσουμε  μπω στ’ αμάξι και δέσω τη ζώνη μου, συνειδητοποιώ, αυτό που, αφού και στο χωριό καλά περάσω με τα γλέντια και τα ούζα και τις παρέες και την αγάπη των φίλων και των συγγενών, πάντα όμως ανάμεσα στις τύψεις, που εγώ κωλοβαράω ενώ άλλοι δουλεύουνε κι εγώ τώρα καλοπερνάω και που να πάρει η ευχή άλλοι σε δέκα μέρες γράφουν ένα κουαρτέτο κι εγώ δεν μπορώ να σταυρώσω νότα, να συγκεντρωθώ, να δημιουργήσω - σαν του Ραβέλ το Μπολερό, κρεσεντάρουν -  μα ούτε και  να περάσω ξέγνοιαστα μπορώ, άντε να περάσουν οι μέρες να τα μαζέψουμε να φύγουμε να γυρίσουμε στον Πειραιά, να κάτσω να συγκεντρωθώ να γράψω, άντε επιτέλους φεύγουμε πίσω, να πάρει ο διάολος τι στην ευχή θα κάνω με αυτές τις βαλίτσες, πιο ασήκωτες απ’ όταν τις φέρναμε, άντε και τις φορτώσαμε στο τζιπ, πάλι αγκαλιές φιλιά στο λιμάνι, και τις ανέβασα στο καράβι, το ταξίδι σαν υπόθετο, και τις κατέβασα και τις φόρτωσα στο ταξί και τις ξεφόρτωσα και τις ανέβασα στο σπίτι, ξανά και ξανά συνειδητοποιώ: η βαρύτερη αποσκευή μου είμαι εγώ.


στη Γ.

Σάββατο, Απριλίου 17, 2010

Υποκελευστής στον Αβέρωφ (ή ύφος συντάξεως απολογητικής προς το ΔΝΤ)

Προπολεμικά. Μεσοπόλεμος λέγεται, αλλά όση είναι η σχέση διασημότητος μεταξύ Αχιλλέως και Νεοπτολέμου, άλλη τόση είναι η σχέση Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μεσοπολέμου, εξ ου και τον δεύτερο μπορείς να μην τον γράψεις με αρκτικό κεφαλαίο. Οπότε καλύτερα να λέμε «προπολεμικά».

Ο Περδικούρης είχε πάρει άδεια μιαν βδομαδούλα. Κληρωτός. Επέστρεψε μετά δύο μήνες και την ΕΔΕ διεξήγε ο παππούς μου.
-Τι να σας λέω τώρα κύριε υποκελευστά; κρασάκι, λατερνίτσα, δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις...

Η απολογία τού Περδικούρη κατέστη δι' εμέ παροιμιώδης απ' τους μορμύρους τού παππού μου που αξημέρωτα έχοντας ξυπνήσει για να φτιάξει την καθημερινή του σκορδαλιά, κοπανούσε με το ξύλινο γουδοχέρι τις σκελίδες μαζί με μπαγιάτικο ψωμί και λάδι μπόλικο– στο νερό έκανε οικονομία, διότι ως μανιάτης εγνώριζε την έλλειψή του, αλλά το λάδι όταν έπεφτε, έπεφτε άφθονο- και ως εκ καταγωγής εραστής τού οκτασυλλάβου, το εμοιρολογούσε:

Ηλία Δημαρόγκωνα
με το μεγάλο τ’ όνομα
Τ’ ήθες να πας στον Καρβουνά
για να θερίζεις γέννημα;
Η ώρα ήτανε εννιά
κι η εξουσία του μιλά:
……………
(δεν θυμούμαι το ενδιάμεσο, αλλά ο φυγόδικος Δημαρόγκωνας δεν παρεδόθη στο κάλεσμα της εξουσίας)
……………
Κι ο Καραγκούνης το σκυλί
διέταξε ο Ηλίας μου να σκοτωθεί.

Αυτό ήτο το μοιρολόγι τής αδελφής τού Δημαρόγκωνα, προσφιλέστατο στον παππού μου, όπως και το δίστιχο που ως συνέχειά του με το ίδιο παράφωνο μοτίβο τραγουδούσε παθητικώς, καθότι υπομηχανικός, σπουδάσας εις τον Προμηθέα:

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι-ι

Το οποίον «τιμόνι-ι» διά της παρατάσεως της ληγούσης εμβολίαζε στον επτασύλλαβον  ιδέαν οκτασυλλάβου . Και δώσ’ του το γουδί.

Δι’ αυτόν τον λόγον, ο παππούς μου, συνταξιούχος-συνοψίσας, όταν η σκορδαλιά ετελειούτο, έπαιρνε μια κόρα ψωμί, την άλειφε, ταίριαζε πάνω και μια παστή σαρδελίτσα, και αλεκτορικώς (στην ώρα του), με ελάχιστον μελαγχολίας, αναφωνούσε:

-Κρασάκι, λατερνίτσα δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις…….

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

Τρία βρβρφρτθρούμπτθθθρρ (ο τιμονιέρης)

στους Λαμφύκ και Αντίπατρο

Τόνε θυμάμαι με κοντά χακί παντελόνια και ένα τιμόνι στο χέρι. Αν δεν ήταν τιμόνι θα ήταν κανένα λάστιχο από ποδήλατο με μικρές ρόδες. Κολοφών της δόξης του υπήρξε κάποτε ένα αυθεντικό, αυτοκινήτου κοκκάλινο, χρώματος καφέ με γκρίζα νερά. Λιγνός, αλλά με κάπως φαρδιά λεκάνη, σε παρέσυρε να τον βλέπεις ψηλό λόγω σωματότυπου. Πάντως το λίμιτ απ και το λίμιτ ντάουν του ύψους του εκυμαίνοντο μεταξύ 1,70 και 1,75. Κάτι όμως το μακρύ του πρόσωπο με τον ακόμα μακρύτερο προγναθισμό του – τραπεζοειδές σαγόνι – κάτι το σα να 'ναι τραβηγμένο μέτωπο, κυρτό όχι τόσο, όσο με ένα ευθύ γέρσιμο προς τα πίσω και τα μαλλιά του αχινός να προεκτείνουν το νοητό τόξο από το σαγόνι ως …. Ως πού;Ίσως ως εκεί που έφτανε το θαμπό, ίσα που ανέβλυζε από τα ξασπριμένα γαλάζια μάτια του, βλέμμα - τόσο περιορισμένο που έλεγες ότι δεν είχε καν όρια.

Έφερνε στο ψηλός κατά το ύφος. Και γύριζε τις γειτονιές, μεροκάματο. Του τρέχαν τα σάλια καθώς εμιμείτο τον ήχο του αυτοκινήτου (εαυτοκίνητο είναι μια κατάλληλη λέξη), βρβρφρτθρούμπτθθθρρ. Μύξες και σάλια. Χλωμός πάντοτε, αλλά ακάματος. Να 'χε και κάποιο δρομολόγιο; γιατί άλλες ώρες τον συναντούσες στο Χατζηκυριάκειο, άλλες στην πλατεία Σερφιώτου, άλλες στην Καρπάθου.... Έτρεχε, αν και γενικώς ήταν προσεκτικός οδηγός. Πιο νέος μπορεί να ήταν κάπως νευρικός, αλλά με το χρόνο οι κινήσεις του έγιναν έμπειρες και μετρημένες. Ιδίως στις στάσεις και στο παρκάρισμα με την όπισθεν. Τον έχω συναντήσει πάμπολλες φορές και όρθρου βαθέως και αργά το σούρουπο. Όχι πάντως μετά τις δέκα το βράδυ.

Αργότερα, στην ώριμη εφηβεία των τριάντα και – συνομήλικοι έδειχνε να είμαστε – φόρεσε κουστουμάκι. Η μάνα του πρέπει να τον πρόσεχε. Τον είχε καλοντυμένο και περιποιημένο. Καθώς μεγάλωνε το τιμόνι δεν το άφησε, πάντως. Είχε βρει ένα μικροσκοπικό πιο κομψό, ή ίσως του το είχαν δώσει κιόλας – πού να ξέρεις - ένα ξύλινο τιμονάκι διαμέτρου δεκαπέντε-είκοσι πόντων, ξεκολλημένο από κάποιο παροπλισμένο παιδικό αυτοκινητάκι. Και εξακολουθούσε τα δρομολόγιά του, παρότι με τον καιρό σοβάρευε. Σιγά-σιγά όλο και περιόριζε τα βρβρφρτθρούμπτθθθρρ μέχρι που τα ‘κοψε. Φόραγε (του φόραγε η μανούλα του;) και άφτερ-σέιβ. Πάνε και ... είκοσι χρόνια;

Απόψε πήγαινα στο γειτονικό κρασοπουλειό στη Φαβιέρου. Φαβιέρου και Χατζηκυριακού. Πήρα χύμα ένα κιλό καμπερνέ-μερλό από βαρέλι, κι άλλο ένα κιλό νουβό (βγάζουν στην Νεμέα νουβό..). 4€ το κιλό, μια και μιλάμε για δύσκολες μέρες. Πάνω από τις μισές ακριβές ετικέτες που έχω πιει δεν πιάνουν δυάρα μπροστά τους. Έχω κόψει το βραδινό [φαΐ]. Πίνω λίγο κρασί με μεζέ καρύδια. Σήμερα ήπια λίγο παραπάνω ακούγοντας παλιά δημοτικά. Τελευταίο άκουσα το «Τη μάνα μου την αγαπώ» του Ροδινού.

Σούρουπο καθώς κατηφόριζα για το κρασοπουλειό, περίπου όπως ψάχνεις για πίνακες του Βασίλη Σπεράντζα στις «Εικόνες» του Google και μέσω Σπεράντζας Βρανά πέφτεις πάνω στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, πήγα να εκλάβω αυτό το σουλούπι για μεθυσμένο, έτσι όπως ανέβαινε αργά την ανηφόρα και ξεκίναγε-στεκότανε, ξεκίναγε-στεκότανε. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολη ανηφόρα η Φαβιέρου από Χατζηκυριακού προς Σαλαμινομάχων. Έπαιζε στα χέρια του ένα κινητό. Μισόκλεισα τα βλέφαρα - νυχταλωπία. Κουστουμαρισμένος. Τα βήματα του λίγο σαν πάπιας από την πλατυποδία. Και σαν κουρασμένος. Άναψε το καντράν έτσι όπως πασπάτευε το κινητό του και η μνήμη μου ανέστρεψε το τόξο που εσχημάτιζε η ελαφρά κύρτωσή του. Διασταυρωθήκαμε, και μόλις που πέρασε στο πλάι μου, ανέσυρα από τα βάθη ένα βρβρφρτθρούμπτθθθρρ και έγινε η αναγνώριση.

«Την μάνα μου την αγαπώ, τι νοιάζεται για μένα,
μα όμως δεν την αγαπώ, όσο αγαπώ εσένα».

Σάββατο, Μαρτίου 20, 2010

Τι εστί συναναστρέφομαι:

:Είμαι ευθύς (άρα και μη ανεστραμμένος), και με το κλικ και τους συνδέσμους, και με το σχόλιο του ενός και σχολιάζοντας τον άλλον, όλοι μαζί ... τούμπα.
Το άλλο βέβαια είναι να μην το ευχαριστιέσαι όλο αυτό και να κρύβεσαι εις περιορισμένην μεν, κατά τα άλλα έκθεσιν δε, και να στοιχηματίζεις - κάποιες απ' τις πολλές φορές μάλιστα, ως εγωπαθής ρόκερ, που περιμένει από τη διαδοχή "τονική-δεσπόζουσα" να του βγάλει ήθος αναζήτησης το ντιστόρσιον της πεταλιέρας.

Εν είδει περιοχής Υπαπαντής,
με παστέλια και γαλακτομπούρεκα.

-Τον ηχολήπτη τον Κυριάκο, τον ξέρεις; ..... Αυτός κάνει "ΗΧΟ".

Σήμερα, πάλι θυμήθηκα τον παππού μου. Αύριο θα πάω πρωί-πρωί να πάρω μαύρο ψωμί και παστές σαρδέλες. Θα βγάλω από τρεις σαρδέλες το κοκκαλάκι σχίζοντάς τις στα δυο και θα τις βάλω στο λάδι, και κατά τις δέκα και μισή θα κόψω μια γκωνάρα απ' τη φρατζόλα, θα την σκίσω με το μαχαίρι στη μέση, θ' αλείψω λάδι την ψύχα και θα βάλω τις σαρδέλες μέσα, θα ζουμπήξω να ποτίσει και θα φάω σαν άνθρωπος.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008

Επιτόπια κρουαζιέρα



Επιστροφή στην πόλη.
Σήμερα το εμπέδωσα.
Εδώ που οι εποχές μοιάζουν με συναινετικό διαζύγιο. Και τα δύο μέρη καταληκτικά συμφωνούν:«Απαίσια ήταν τέως αγάπη μου, αλλά ευτυχώς στο τέλος τα βρήκαμε».

Στο μπαλκόνι. Αξημέρωτα. Χατζηκυριάκειο. Από μακριά ακούγεται το πάρτι ενός κρουαζιερόπλοιου. Βραδιά ελληνικής μουσικής. "Mou fages ola ta daktylidia". Θα έχουν φάει τα κεφτεδάκια τους και τώρα κουλέρ-λοκάλ. Ζεϊμπέκικα της συμφοράς. Κάποιος απόφοιτος του ζορμπαδισμού φέρνει τις βόλτες του, υποθέτω, στο κατάστρωμα. Παλαμάκια ωρίμων τουριστριών, κάποιες από αυτές ίσως εικοσπεντάρες να παραθέρισαν στην Ίο. Τώρα γέρνουν στους ώμους των απολύτως αγγλόφωνων συζύγων τους και καθώς ένα παρηγορητικό αεράκι αποστρέφει τους απόηχους (3-0 νικήσαμε το Λουξεμβούργο), αναδεικνύεται το τραντζιστοράκι του γείτονα: «Μία είναι η ουσία». Όρεξη που έχει ο κόσμος…. Δύο παρά, ξημερώματα. Δεν πας να κοιμηθείς, ρε φίλε, να ησυχάσει το κεφάλι μας….

Είμαι κουρασμένος και φορτωμένος. Αξημέρωτα ξύπνησα και χθές. Το ‘παιξα ύπνος – ξύπνιο για κανένα μισάωρο. Είμαι σε μια ηλικία που ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν έχω χορτάσει ύπνο ή απλώς είμαι νευρικός λόγω αδιευθέτητης λίμπιντο. Έξι παρά δέκα για να αβαντάρω την πιθανότητα να ξανακοιμηθώ ανοίγω τηλεόραση. Ετ2 που έχει τα ντοκυμαντέρ. Έπεσα στην …. έπαρση σημαίας. Δεν το πιστεύω! Ακόμα τα κρατικά κανάλια κάνουν έπαρση σημαίας με υπόκρουση τον Εθνικό Ύμνο: Ακρόπολη, Σημαία, Ακρόπολη, Καρυάτιδες, Σημαία, Ηνίοχος, Σημαία, Τελετή Αφής, η Πρωθιέρεια με τη Φλόγα, Σημαία, ο Ανάβατος της Χίου (μπα, έχουμε και μεσαιωνικό παρελθόν;), ξανά κολώνες, Παρθενώνας…Τέλος. Η σημαία ανεμίζει. Ξημέρωσε.

Το χάλι μας.



"Θα ζήσω ελευθερο πουλί", επιμένει ο από καταστρώματος dj.
Αχ, που είσαι Φαβιέρου κι άγιε μου Νείλε με τον Μπαρμπα-Τάσο και το μαντολίνο του να κελαδάει.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

ΣΕΞ και ΚΑΤΣ


κέντρισμα της μνήμης μου από το Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ του Πετεφρή/αφιερούται.




Παλιότερα, κυκλοφορούσε στον Πειραιά φάτσα μεσήλικος, κοκκινοτρίχη, πυκνικού. Τον συναντούσες στον Ηλεκτρικό και στα λεωφορεία της διαδρομής Χατζηκυριάκειο-Φρεαττύς, που έχουν αφετηρία και τέρμα τον σταθμό του Ηλεκτρικού. Τον είχε ανθιστεί ο φίλος μου ο Λ., τον είχε "φακελώσει" και μου τον "σύστησε", ήδη θρυλούμενο, καθώς τον είχαμε -θέμα ζωντανό να σπαρταράει- στο κάθισμα απέναντί μας, σε μια διαδρομή Μοναστηράκι-Πειραιάς.

-Ο ψεύτης με τον μάρτυρά του. Φα 'τονε. Αυτός είναι ο "Σεξ και Κάτς", μου είπε στα μουλωχτά.


Ο τύπος βαστούσε στα χέρια του ενα τεφτέρι, το οποίο διεχειρίζετο σαν να κρατούσε κάποιες κλεφτές σημειώσεις. Θα μπορούσες να τον πάρεις και για ποιητή, αν δεν ήξερες να εκτιμάς τους βολβούς των ματιών - οι δικοί του ήταν υπερκινητικοί, με έντονο το στοιχείο της εμμονής μεν, αβαθείς δε.
Το ίρτζι του δεν το μυριζόσουν όσο κι αν παρατηρούσες τα γραφούμενά του. Ήταν γριφώδη: στις αριστερές σελίδες με μαύρο στυλό, στις δεξιές με κόκκινο. Να μια ματιά σε ένα του ανοιχτό δισέλιδο:
Δεξιά σελίδα: «Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 1976, 5 ΣΕΞ».
Αριστερή σελίδα: «Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 1976, 7 ΚΑΤΣ».

Ο φίλος μου ο Λ., καλή του ώρα τώρα που πετάει για Βραζιλία (αρχικαπετάνιος πια), αετός σ' αυτά και σε άλλα, μετά από τακτική παρατήρηση είχε δώσει την εξήγηση:
Ο τύπος κοζάριζε και προσπαθούσε να δεσμεύσει κάποιο βλέμμα. Αν το βλέμμα ήταν αντρικό, και αφού, μετά από επίμονο κοίταγμα, κατάφερνε τον "αντίπαλο" να το αποσύρει, τότε προσμετρούσε και σημείωνε στο τεφτέρι την νίκη του ως ΚΑΤΣ. Αν το βλέμμα ήταν γυναικείο, με ή χωρίς απόσυρση, σημείωνε την νίκη του ως ΣΕΞ. Και αποθησαύριζε, ταξινομώντας.

Ενώ από το '76 ως το '80, τον έβλεπα τακτικά, μετά τον έχασα. Τον ξανάδα μία και τελευταία φορά το '93. Αναλλοίωτος, αν εξαιρέσεις το λίγο γκριζάρισμα στα μαλλιά και το γεγονός ότι το τεφτέρι είχε γίνει φάιλο-φαξ με πλαστικοποιημένες τις σελίδες του. Πλεύριζε τις αντιπάλους υπάρξεις και μοστράριζε τις τροπαιοφόρες σελίδες, ως αυτοδιαφήμιση. Δεν σημείωνε τίποτα πια.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2007

Παρένθεμα

Ο ΚΕΦΑΛΟΣ (Έτερος αποχαιρετιστήριος ύμνος στον Μπολιβάρ).Το κείμενο δημοσιεύεται και στο HOTEL MEMORY μαζί με κείμενα άλλων μπλόγκερς στην ίδια θεματική ενότητα.
(αυτή τη φορά γράψαμε όλοι εξ αφορμής ενός ποιήματος του Εγγονόπουλου).


Παραμονή που θα ΄ρχοντουσαν οι μαστόροι να πιάσουν να γκρεμίσουν τα πίσω δωμάτια του πατρικού μου, για να ρίξουμε μετά θεμέλια να ανεβάσουμε έναν όροφο, δικαιωματικά παρέβην το άβατον: το δωμάτιο της θείας Πιπίνας. Η θεία Πιπίνα, Δέσποινα το βαφτιστικό της, χήρα Υδραίου Καπετάνιου, είχε μανία και οχυρό την νοικοκυροσύνη. Όλη μέρα, κάθε μέρα το συγύριζε, αέρισμα, ξεσκόνισμα, σκούπισμα, σφουγγάρισμα, γυάλισμα και παρόλο που ήταν περήφανη στ’ αυτιά, ακόμα και με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα που πρόβαλα το κεφάλι μου στην προσπάθειά μου να αθροίσω μιαν ακόμα αποσπασματική εικόνα της κάμαράς της……: «Όξω. Όξω. Ελένη έλα μάζεψε τον μικρό».

Το Πιπινάκι στην αυλή πακετάριζε τα έπιπλά της κι εγώ πέρασα ανενόχλητος την πόρτα του δωματίου της. Απογοήτευση. Ήταν άδειο. Η εικόνα των ημερών της δόξας του θα παραμείνει για μένα εσαεί ασχημάτιστη. Ανταμοιβή μου η ανοιχτή καταπαχτή. Μέσα εκεί χωμένος ο πατέρας μου, καπετάνιος κι αυτός, ξεδιάλεγε, ανάμεσα στους σωρούς από κουτιά, πράγματα που ίσως θα κρατούσαμε. Τα υπόλοιπα, κυρίως ρούχα, θα τα δίναμε στην φιλόπτωχο.
«Τι τα ψάχνεις και τα ξεδιαλέγεις, παλιατζουρίες του συχωρεμένου είναι. Ό, τι αηδία έφερνε απ’ τα ταξίδια εκεί μέσα είναι. Πρόκοψε. Πέντε πακέτα σέρτικα τη μέρα, μπέκρα απ΄το πρωί ως το βράδυ, εγώ τα τράβηξα όλα που τον είχα τρεις μήνες στον Άγιο Σάββα». Η τελευταία φράση ήταν ένα είδος εφυμνίου για το Πιπινάκι. Στάλαγμα της περί τάξεως κοσμοθεωρίας της, εντός της οποίας η ασθένεια ήτο και αυτή ένα είδος ασυγχώρητης αταξίας.
Χώθηκα κι εγώ μέσα στην καταπαχτή και πήρα κρυφά ένα κοτσωμένο τετραδιάκι πριν προλάβει να μου φωνάξει ο πατέρας μου: «Φύγε από δω μέσα και είναι γεμάτο σκόνη και μικρόβια».
Βγήκα έξω τρέχοντας να προλάβω να μην ακούσει η μάνα μου τον πατέρα μου και με βάλει να πλυθώ που είχα σκονιστεί. Ανέβηκα με το απόκτημά μου στο ταρατσάκι και κάθισα να διαβάσω. Στην ετικέτα έγραφε με καλλιγραφημένα γράμματα:

«Ευάγγελου Καραγεωργόπουλου γραπτά κατόπιν οινοποσίας εις εκδρομάς».

Μέσα, στην πρώτη σελίδα:
«Αν δεν είχα βγει στις θάλασσες να γίνω καπετάνιος
θα είχα γίνει μάλλον στρατηγός παλιορουφιάνος».

Πιο κάτω:
«Ο ΚΕΦΑΛΟΣ.
Ο κέφαλος είναι είδος ιχθύος μικρού, διαβιόν εις νερά ρηχά, στάσιμα και θερμά, κυρίως εις τον βούρκον των λιμανιών. Αλιεύεται αυστηρώς υπό συνταξιούχων ερασιτεχνών αλιέων, οίτινες σκοτώνουν καθημερνώς την ώρα των από νωρίς τ΄ απόγεμα μέχρι να σουρουπώσει, καθήμενοι εις τους προβλήτες των λιμανιών, εις απόστασιν ανάμεσά των ικανή να διαφυλάξει μέχρι τα βαθειά γεράματά των την μεταξύ αυτών ακοινωνησίαν. Όταν κάποιος εξ αυτών γεράσει πολύ -γιατί δεν γερνούν όλοι μαζί- τότε, καταλείπει τα ψαρικά του σύνεργα εις την αποθηκούλαν του σπιτιού του και αρκείται εις νεόν μεν, προδιαγεγραμμένον δε είδος καθημερινογενούς μικροηδονής όταν, εντειχισμένος εις το ακαταλόγιστον του προχωρημένου γήρατος, πλησιάζει συστηματικώς εκάστην εσπέραν έναν μέχρι τα χθες ομόλογόν του, πολλάς φοράς μάλιστα έναν και μόνον έναν, συγκεκριμένον, και εξοφλεί το χρέος συναναστροφής το οποίον έχει δημιουργήσει μετά από τόσους χρόνους μονήρους ψαρέματος: «Τσιμπάει τίποτις, πατριώτη;».

Τα είδη του κεφάλου είναι ποικίλα. Γνωστότερα δε τα εξής, και εκ του ονόματος αντιλαμβάνεται καθείς τας ιδιότητας ή την μορφήν εκάστου:
στενοκέφαλος, χοντροκέφαλος, μικροκέφαλος, μακρυκέφαλος, πλατυκέφαλος, ξεροκέφαλος, δολιχοκέφαλος, δικέφαλος, ακέφαλος. Των δύο τελευταίων ειδών αιτιάζεται η τερατομορφία εις καρκινογενέσεις.

Εν Λαρίσση, 27 Απριλίου 1939»

Δεν πρόλαβα να διαβάσω άλλη ιστορία. Ο πατέρας μου με έπιασε στα πράσα, μου πήρε το τετραδιάκι, το οποίο το εξέτασε συνοπτικώς και το πέταξε στον σκουπιδοτενεκέ, με παρέδωσε στη μάνα μου που με ξέντυσε και με έχωσε στη σκάφη να με πλύνει. Την ώρα που με έλουζε, επέστρεψε τροπαιούχος ο πατέρας μου και ανοίγοντας ένα ξύλινο βαλιτσάκι είπε με κομπασμό: «Κοίτα τι θα πετάγατε με τη βιασύνη σας. Ξέρεις Ελένη τι είν’ αυτό; Ναυτικός εξάντας του 1870».
Ο εξάντας αυτός, αφού συντρόφευσε και του πατέρα μου τα ταξίδια, κοσμεί πλέον το γραφείο μου. Το κείμενο του συχωρεμένου θείου Βάγγελου, τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω δεν εγνώρισα καθότι η γέννησίς μου ακολούθησε τον θάνατό του μετά διετίαν, το κείμενον περί Κεφάλου, λοιπόν, το οφείλετε στην φωτογραφική μου μνήμη.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)

μέρος τρίτον και τέλος

Απόκρηες. Με τον συχωρεμένο το θείο μου τον Σπύρο έχουμε αγοράσει τις μάνες και τα χαρτιά για τον αετό. Η καθαρά Δευτέρα είναι σε δυο βδομάδες. Είναι ευτυχής κι εγώ μαζί του, που «όλα φέτος τα έχουμε κάνει εγκαίρως». Άλλες χρονιές τελευταία στιγμή τρέχαμε να ψάχνουμε πότε καλούμπα, πότε χαρτιά για την ουρά. «Φέτος είναι όλα στην εντέλεια». Αυτό με γέμιζε χαρά και θλίψη. Ήμουν ήδη εικοσιοκτώ χρονώ και παρ’ όλα αυτά ήμουν σε κάποια θέματα, θέματα με την έννοια της περιοχής, θέσει μαθητευόμενος. Άλλος είχε το πρόσταγμα. Διότι στην Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν πολλά ήσαν τα θέματα, θέμα Θράκης, θέμα Ελλάδος, ξέρετε. Όμως η κεντρική εξουσία ήτο στην Βασιλεύουσα. Όταν ήταν να φτιάξω έναν αετό, μόνος μου-τελείως μόνος μου, το φχαριστιόμουν. Αλλά όταν φτιάχναμε τον αετό με τον θείο μου, υπέφερα. Ένιωθα να είμαι ένα από τα αντικείμενα-θέματα της απόλαυσής του. Να φτιάχνεται ο αετός, αλλά αυτός να ορίζει το μέγεθος, την κοψιά, άλλοτε ρόμβος, άλλοτες εξάγωνο, άλλοτες αστεράκι. Να σχεδιάζει, να συναρμολογεί κι εγώ βοηθός. Και «πρόσεξε, να πάρει ο διάολος, το κόβεις στραβά». 1987. «Τι μου λες τώρα;» να σκέφτομαι. Και εννοούσα κάτι άσχετο μεν, θεμελιώδες όμως για την όλη ψυχοστατική μου της εποχής εκείνης. «Σε ένα χρόνο θα φύγω φαντάρος. Να χέσω και τους αετούς και όλα». Και η συλλογιστική αυτή δεν είχε θεματική αιτία, αφορμή, ρε παιδί μου. Επρόκειτο μάλλον για φόρμα παραλλαγών σε ένα θέμα. Κι ακόμα χειρότερα: για καλούπι εκφράσεως, για μονομανή συνταγή. Η έκφραση, εν είδει μάντρα ήτο: «Σε ένα χρόνο φεύγω φαντάρος. Να χέσω…………..και όλα». Τη θέση των αποσιωπητικών θα μπορούσε να καταλάβει οιαδήποτε έννοια, πράξις και πράγμα. Π.χ. «πορτοκαλάδα» φρεσκοστυμμένη από τα χεράκια της μάνας μου,……. δεν νομίζω να χρειάζεται άλλο παράδειγμα. «Φέτος λοιπόν τις απόκρηες, είμαστε πανέτοιμοι. Όλα είναι στην εντέλεια και έγκαιρα». Τι απαντώ;
« Να χέσω………κλπ, κλπ».
Μια βδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα του ’87, ο καιρός τα χαλάει. Μαζεύει. Χιόνια στα ορεινά, χιόνια στα πεδινά, χιόνια και στον Πειραιά, που σπάνια το στρώνει. Τρεις μέρες το χιόνι τούφες. Ασπρίσανε οι βάρκες. Κάνει να ξελαμπικάρει και από την Κυριακή της τελευταίας αποκρηάς πάλι χιόνι. Τζάμπα πήγε ο χαρταετός. Χιόνι μια βδομάδα. «Σιβηρία, Σιβηρία», φώναζε ο παππούς μου, καθώς έμπαινε στην κουζίνα, μόλις που είχε ξεμυτίσει για δυό δρασκελιές στην αυλή και επέστρεφε τρεμάμενος από τα κρύο, κραδαίνοντας ως τρόπαιον ένα σκόρδο. «Άντε παππούλη καλά Χριστούγεννα, μας τα χρώσταγε τα χιόνια ο τρελόκαιρος. Άμα κάνεις σκορδαλιά θέλω κι εγώ. Πάω ν’ αγοράσω κρασί από του Κόσκου». «Πρόσεχε μη φας καμμιά γλίστρα». Κι η μάνα μου μπάκινγ βόκαλς: «Βάλε κασκόλ και γάντια».

Τη Φιλιώ τη βρήκαν ξεραμένη απ’ το κρύο στο παγκάκι της. Δεν άντεξε έξι μέρες στην παγωνιά. Πάει η Φιλιώ η καψερή. Εδώ κι ένα χρόνο περνώντας απ’ την πλατεία Πηγάδας την έβλεπα να κάθεται στο τσιμεντένιο παγκάκι στην άκρη δεξιά, κι αριστερά της να κείτεται ή συγκομιδή του βίου της. Κάτι τσάντες βρωμερές με ρούχα που ζέχναν, τρύπιες κουβέρτες, κι από κάτω, ως βάσις, ένα τρισάθλιο στρώμα. Πριν καταλήξει στο παγκάκι, έμενε σε ένα ημιυπόγειο ιδιοκτησία της εκκλησίας του Αγίου Νείλου. Αλλά δεν συμμορφωνόταν. Της το είχαν πει ρητά. Να ξεχάσει την παλιά ζωή. Ο Χριστός αγάπησε την Μαγδαληνή. Δεν έχει σημασία τι ήταν πρώτα. Από δω και πέρα όμως, να σκεφτεί τα γεράματά της και ο Θεός είναι μεγάλος. Δια των εκπροσώπων του, εννοείται. Σιγά μην η Φιλιώ μασήσει. Τι κι αν ήταν πλέον εβδομήντα και. Αυτή κουλάντρισε τη ζωή της από τα δώδεκα. «Είμαι πουτάνα από τα δώδεκα» τραύλιζε μετά το τρίτο Κουρτάκη. «Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Άμα ήθελα θα έτρωγα τώρα με χρυσά κουτάλια. Αλλά τά ‘χω χεσμένα όλα. Τη γλεντούσα τη Φιλιώ. Μέσα….., μέσα σ’ όλα. Και στα μαύρα και στις πρέζες και στα χαρτιά και στα μπαρμπούτια. Και τώρα μη νομίζεις, Στέφο μου. Τον έχω τον τρόπο. Βρήκα κάτι νόστιμα παιδάκια και τα έχω μαντρωμένα εκεί στο υπόγειο και μου τα φέρνουνε κανονικά. Το ένα είναι εγχειρισμένη. Προχτές κάτι μαλάκες ήρθανε και μου τα πλακώσανε στο ξύλο. Μου φέρανε οι γείτονες την αστυνομία, τημπαναγία τους. Και ξέρεις ποιος ήταν ο αρχιμαντράχαλος που μου τα έδειρε; Ο γιος αυτουνού του χτίστη, του πώς τον λένε. Γιος του, ανεψιός του είναι; Που τον έχω δει εγώ στη Συγγρού να ‘ναι ντυμένη με ζαρτιέρες μες στο ρουζ και στο κραγιό και να ψωνίζεται, η σκρόφα. Και ήρθε να μου κάνει τον άντρα. Η τρύπα.».
Άθελά μου τα άκουσα αυτά στην ταβέρνα του Μυτάκια. Ήταν καλοκαίρι. Καθόμασταν έξω στο πεζοδρόμιο με το Ξενοφάκι και σουρώναμε, στη φτήνια με κάτι ψευτοψαράκια, φετούλα και σαλάτα. Η Φιλιώ με τον Στέφο, που δήλωνε «είμαι και η πρώτη χασίκλα του Περαία, Φιλίτσα, γεια μας», κάθονταν μέσα στο μαγαζί. Τα πίνανε ξεροσφύρι. «Γεια σαν λεβεντόμαγκα».

Το ’89 παντρεύτηκα. Ήθελα δυο μήνες να απολυθώ από φαντάρος. Μου έδωσαν και άδεια γάμου και κόντρα άδεια στα Χριστούγεννα. «Το παιδί έχει οικογένεια» είπε ο διοικητής στους άλλους φαντάρους που έπηξα. Ψόφιο το κρύο του ’89. Δεν χιόνισε. Το είχαμε δει από το καλοκαίρι ότι δε θα χιονίσει. Η συχωρεμένη η πεθερά μου, ανάμεσα σε άλλα σοφά που με δίδαξε, μ΄ έμαθε να βλέπω και τα μηνολόγια. Τα μηνολόγια τα κοιτάς από δεκατρείς Αυγούστου, πρώτη με το παλιό. Δεκατρείς είναι ο Αύγουστος που τρέχει. Δεκατέσσερις ο Σεπτέμβρης και πάει λέγοντας μέχρι τις εικοστέσσερις που είναι ο ερχόμενος Ιούλιος. Ανάλογα με τον καιρό του πρωινού της κάθε μέρας προτυπώνεται ο καιρός του κάθε μήνα που θα ακολουθήσει. Για τον Δεκέμβρη του ’89 είχαμε δει το κρύο μαλακό. Το ίδιο και για τον Γενάρη. «Δεν θα έρθει χειμώνας. Μια κι έξω καλοκαίρι, γιε μου θα πάει».
Νιόπαντρος εγώ, να ψάχνω αφορμές για τσίπουρα, κι αιτίες για ζεστασιά κάτω από τα στρωσίδια. Ας το πούμε οικογενειακή θαλπωρή. «Άμα χιονίσει, φίλε μου, θα κάνεις φασολάδα κι εγώ θα φτιάξω λουκάνικο στο τηγάνι, θα ανοίξουμε και κρασάκι….», έλεγα στη γυναίκα μου. Δεν χιόνισε. «Μας τη χάλασε, όμως, από ντεκόρ, ρε γαμώτο. Δεκέμβρης και είναι σαν Οχτώβρης. Τι Χριστούγεννα να καταλάβεις άμα δεν κρυώσει, δε λέω να χιονίσει, αλλά να κάνει λίγο το ψοφάκι του».
Το καλοκαίρι του ’90 στις 18 Αυγούστου ήτανε συννεφιά, μετά γρήγορα καθάρισε. Χιόνισε Γενάρη του ’91. Βγαίναμε από ένα ρεμπετάδικο. Είχαμε πάει μεγάλη παρέα. Εγώ έγινα ντίρλα κάποια στιγμή. Είχα πιει πολύ. Με βγάλανε έξω με συνεφέρανε, συνήλθα, πάλι μέσα, απόπιαμε και τα μαζέψαμε να φύγουμε. Μόλις ξεμυτίσαμε το χιόνι έπεφτε πυκνό. Το ένιωσα σαν προσωπική λύτρωση από τα κρίματά μου, σχεδόν μια μπουκάλα ουίσκι νηστικός. Μες στη θολούρα έφτιαξα προτάσεις: « Τα μηνολόγια, το’ πα, βγήκανε. Ο καιρός είμαι ‘γω. Και να χέσω τις φιλοσοφίες. Απολυθήκαμε. Απολυθήκαμε θείο…..». Κακήν κακώς τσουβαλιαστήκαμε στο αμάξι του Μηνά και μετά φόβου Θεού επιστρέφαμε. Εγώ, στα δυο λεπτά ξεράθηκα. Όταν ένιωσα ελαφρά χαστουκάκια στο μάγουλό μου είχαμε φτάσει στην Πηγάδα. Ξανασχημάτισα πρόταση: «Ρε, Πηγάδα με χιόνι. Γειά σου ρε Φιλιώ αθάνατη». «Τι λες παιδάκι μου;» μου είπε η γυναίκα μου. «Δεν τη βλέπεις, ρε φίλε; Εκεί στο παγκάκι. Τη Φιλιώ, που σού ‘λεγα. Δεν την πιάνει τίποτα, κοίτα κι εσύ ρε Μηνά». «Παραληρείς», μου είπε η γυναίκα μου. «Κάνε τώρα κουράγιο ν’ ανέβουμε σπίτι μας, καληνύχτα παιδιά».
Το μεσημέρι όταν συνήλθα, σηκώθηκα απ’ το κρεββάτι και πήγα τρικλίζοντας μέχρι τη μπαλκονόπορτα. Χθεσινοβράδυνος. Τράβηξα το παντζούρι να δω τον καιρό. Έριχνε ένα ψωραλέο χιονάκι. «Σκατά χιόνι. Τα ‘βγαλα πάλι τα μηνολόγια».

Αν και όλα έχουν εμμέσως δηλωθεί, σε αυτήν την ιστορία, οφείλω να συμπληρώσω τα εξής:
Εφόσον, γλίτωσα από το τζιπ της ΕΣΑ, πιθανότατα ως αθάνατος, και εφόσον προβλέπω τον καιρό, πιθανότατα μάλιστα τον καθορίζω, για λόγους προσωπικών ηθικών αρχών, μην ελπίζετε για χιόνι φέτος.




ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
(ένα άστεγο κομμάτι σας περιμένει στο άκουσον άκουσον)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)


Μέρος δεύτερον
Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε το καλοκαίρι του 1978. Ο συχωρεμένος ο θείος μου ο Σπύρος, αδελφός της μάνας μου, έχτιζε μια πολυκατοικία ακριβώς απέναντι από το πατρικό μου. Για την ισορροπία του αφηγήματος οφείλω να σας καταστήσω γνωστό, ότι ο θείος μου ο Σπύρος είχε περάσει στην Φυσικομαθηματική το 1963, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά ως φοιτητής και τα παράτησε για να ασχοληθεί με την εργολαβία οικοδομών. Χρυσή εποχή για την ανοικοδόμηση οι αρχές της δεκαετίας του ’70. Φτιάχτηκε. Και τώρα καλοκαίρι του ’78 με μια καλή εργολαβία, τρία συνεχόμενα οικόπεδα, υψώνει εξαόροφη οικοδομή και οριστικώς μου κλείνει τόσο την θέα προς τον Υμηττό, την θέα της ανατολής του ήλιου από το θρυλικό καμαράκι της ταράτσας του πατρικού μου που το είχα ως αναγνωστήριο, όσο και την θέα από το εν λόγω καμαράκι προς το μπαλκόνι της πρώτης μου κοπέλας. Ακόμα και τώρα που κοντεύω τα πενήντα, όταν περνώ κάτω απ’ το μπαλκόνι της, το κεφάλι μου στρέφει αυτομάτως και ρίχνω μιαν κλεφτή ματιά. Σε μιαν ίσως πιο στενή κοινωνία αυτό θα ήταν παρατηρημένο και σημειωμένο και θα είχα ίσως και παρατσούκλι. Αδίκως, όμως, θα το έφερα, γιατί η ανάμνησή της είναι πλέον τόσο θαμπή….
Πίσω στο ’78. Καλοκαίρι του ’78, μάλλον Ιούλιος. Δουλεύω στην οικοδομή του θείου μου, απέναντι απ’ το πατρικό μου. Το μεροκάματο δεν το είχα ανάγκη. Όχι δηλαδή ότι δεν χαιρόμουν να έχω φράγκα από τη δούλεψή μου και να ξοδεύω, όμως το μεροκαματάκι του ανειδίκευτου που έπαιρνα, τριακόσιες τριάντα δραχμές, επ’ ουδενί δεν έλειπε από τον συνολικό προϋπολογισμό του σπιτιού μας. Η είσοδός μου στην αγορά εργασίας ήταν εθελουσία. Βλέπετε μετά την «Ιλιάδα για παιδιά», διάβασα σχεδόν όλο τον Ιούλιο Βερν, κατόπιν Καζαντζάκη και διαφόρους άλλους ξένους και έλληνες λογοτέχνες, φιλοσοφία, Σοπενχάουερ, Νίτσε, αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και τραγικούς, ολίγον υπαρξιστές και … Μαρξ. Εθήτευσα και στην ΚΝΕ, για λίγους μήνες. Όλο αυτό το αχταρμαδάκι, σε συνδυασμό με τις βαθύτατες χριστιανικές μου πεποιθήσεις οδηγούσαν τη συνείδησή μου να επιλέγει το γιαπί ως υψίστην ηθικήν πραγμάτωσιν.
Ως εκ τούτου, ντάλα ο ήλιος, επανέρχομαι οριστικώς στο καλοκαίρι του ’78, φορτώνομαι ένα σακί τσιμέντο να το ανεβάσω από τις σκάλες στην ταράτσα. Έξι σκάλες και μία για την ταράτσα εφτά. Θα ρίχναμε πρέκια για το καμαράκι του ασανσέρ. Το σακί πενήντα κιλά, κάθε σκάλα έβαζε πάνω μου κούραση άλλα δέκα. Είχα αναλάβει αυτόν τον άθλο με την ενδόμυχη ελπίδα πως σε κάποια στροφή της σκάλας μέσα από τον τσιμεντένιο σκελετό θα διείσδυε η ματιά της πρώτης μου κοπέλας. Εκεί στην τρίτη σκάλα, που είχα αρχίσει να βλαστημάω ακούω κάτι πνιγμένα υστερικά χαχανητά. Το κεφάλι μου με κόπο στράφηκε και είδε θέαμα το οποίον μου εφάνη, ότι επακριβώς ορίζει το σημείον όπου κείται ο αρμονικός μέσος μεταξύ της ευθύμου προκλήσεως και της μορφικής εκζητήσεως. Τρία λεπτά κορμάκια, ημίγυμνα, με μικρό στήθος, να λιάζονται. Φουμέρνανε επιδεικτικά, αλλά κερώσανε μόλις συνάντησαν το αποσβολωμένο βλέμμα μου. Ψέματα. Κερώσανε τα χέρια τους που κρατούσαν το τσιγάρο και σαν δήθεν ξαφνιασμένα πουλάκια σε κλουβί σταμάτησαν απότομα το φλύαρο κελάηδημα. Τα μάτια τους, όμως, εξακολουθούσαν να είναι περιπαικτικά, να μπιρμπιλίζουν και μετά από δυο στιγμές, δυο στιγμές αμοιβαίας εξοικείωσης, ξέπνιξαν το γέλιο και ξανάρχισαν να τιτιβίζουν και να κινούν τα χέρια τους όχι σα να κρατούν τσιγάρο, αλλά πινέλο ζωγραφικής. Κι εγώ, μετουσίωσα το απρόοπτο σε κουράγιο και πήρα το δρόμο για την τέταρτη σκάλα. «Τραβεστάκια, τραβεστάκια είναι», σκέφτηκα. «Τρία τραβεστάκια που κάνουν ηλιοθεραπεία. Τι στο διάολο; Πού βρεθήκανε στη γειτονιά μας; Εδώ μένουνε; Εδώ θα μένουνε από δω και μπρος; Έτσι μικρά είναι τα βυζιά των τραβεστί;».
Συνεχίζεται………..

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)


Μέρος πρώτον

Καλοκαίρι 1970, απόφοιτος έκτης δημοτικού. Η Πεύκη Αμαρουσίου ήταν ακόμη θέρετρο. Μετά από οικογενειακό συμβούλιο, ενοικιάστηκε για δύο μήνες ένα σπιτάκι στην Πεύκη, πάνω στο δρομάκι που κατέβαινε από το άλσος και που ενδιαμέσως παρεμβαλλόταν η κεντρική λεωφόρος. Εκεί η οικογένεια θα παραθέριζε, προς μεγάλη μου λύπη, γιατί εγώ προτιμούσα να μείνω στη γειτονιά μας στον Πειραιά, να πηγαίνω για μπάνιο το πρωί στην Πειραϊκή με το τσούρμο, να αλωνίζω τα γνωστά μου μέρη, να παίζω μπάλα στις αλάνες και να πηγαίνω κάθε βράδυ να βλέπω Καραγκιόζη στην πλατεία Πηγάδας. Είχα ξανά παραθερίσει στην Πεύκη, πιο παλιά, τριώ χρονώ για τρεις ημέρες, τότε που ο συχωρεμένος ο θείος μου ο Σπύρος, αδελφός της μάνας μου, διάβαζε για να δώσει στην Φυσικομαθηματική. Του είχανε νοικιάσει ένα σπιτάκι εκεί, για να έχει λέει την ησυχία του να διαβάζει, αλλά συχνά τον επισκεπτόταν όλο το σόι τάχα για να τον ανεφοδιάσει, στην ουσία όμως για να μυρίσει το μαρουσιώτικο αεράκι. Εν είδει παρελκομένου κι εγώ, το μωρό. Μιαν εξ αυτών των ημερών με είχε τσιμπήσει, μάλιστα, μία σφήκα ακριβώς πίσω απ’ το γόνατο, στην κλείδωση και ούρλιαζα θυμάμαι, μέχρι που μια γειτόνισσα έφερε και μου έβαλαν αμμωνία. Μούδιασα. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η λέξη αμμωνία παράγεται εκ του Άμμωνος. Πάντως, εξ αυτού του συμβάντος κατέστην επιφυλακτικός τόσο για την Πεύκη, ειδικώς, όσο και για τον θεσμό των διακοπών γενικότερα. Ωστόσο, τα χρόνια περνούν και πέρασαν και όπως προείπα βρέθηκα ξανά να παραθερίζω στην Πεύκη, αν και η καρδιά μου ήταν στην θάλασσα της Πειραϊκής, στα μπάνια.
«Χρειάζεσαι τον αέρα του πεύκου».
«Γιατί ρε μαμά να μην κάτσουμε όπως κάθε καλοκαίρι στον Πειραιά και να με πηγαίνεις για μπάνιο στην Πειραϊκή;»
«Είσαι στην ανάπτυξή σου, χρειάζεσαι τον αέρα της εξοχής».
Σαχλαμάρες, το ήξερα. Ναι μεν έπρεπε να πάω έξοχή, επειδή το να πηγαίνουν όσοι μπορούσαν εξοχή είχε αρχίσει τότε να γίνεται της μόδας, όμως όχι και να τρώω την κοροϊδία. Τάχα μου το Μαρουσάκι εξοχή. Εξοχή είναι να πηγαίνεις σε νησί ή να πηγαίνεις στο χωριό σου. Απλώς βόλευε το Μαρούσι. Ένα βήμα από τον Πειραιά, κοντά στο σπίτι της αδερφής της γιαγιάς μου, να πηγαινοέρχονται τα σόγια, και ένα βήμα από τον Άγιο Παντελεήμονα που το είχανε τάμα οικογενειακώς να πηγαίνουνε και να ανάβουνε κεριά.
Όμως εγώ χωριό δεν είχα, το ήξερα. Γέννημα θρέμμα πειραιώτης. Μόνο κάτι θολές αναφορές καταγωγής από την Κρήτη και τη Μάνη. Και καλά να τα πάθω που, επειδή εν τω μεταξύ ο παππούς μου με κάτι λεφτουδάκια είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι στην Πεύκη, θεωρούσα ότι μπορώ, εφόσον θα υπηρετούσα το θέμα, να γράφω στις εκθέσεις μου, «πατρίδα μου είναι το Μαρούσι». Πάνω σε αυτό πάτησε η μάνα μου και με έφερε εδώ στην εξορία για διακοπές και άφησα και το καημένο το Ξενοφάκι, τον φίλο μου, να παίζει για δυό μήνες καλοκαιριάτικα μόνο του στη γειτονιά μας.
Ήμουν, όμως τουλάχιστον, μέλλων γυμνασιόπαις. Αυτές οι εκφράσεις, «γυμνασιόπαις», «ακαδημαϊκός πολίτης» «και καλός πολίτης», «σιδεροκέφαλος», «και καλούς απογόνους» σταδιακώς θεώρησα ότι μπορούν να συνοψιστούν εν μέτρω σε μία και μόνη: «καλή ανάρρωση».
Μέλλων γυμνασιόπαις, όμως, και επειδή τότε στο γυμνάσιο μπαίναμε κατόπιν εξετάσεων, τις οποίες είχον ήδη διεξέλθει επιτυχώς, επόμενο ήτο να φέρνω βόλτα στον ουρανίσκο του εγώ μου μιαν, έστω ελαφρώς σωταρισμένη, έπαρση. Η οποία βαθμιαίως, σε συνδυασμό με την εκ του πευκοδάσους υπεροξυγόνωση, μου ενστάλαξαν την προοπτική μιας προσωπικής αθανασίας. Πρακτικώς αυτό σήμαινε ότι δεν πολυάκουγα την μάνα μου, ψιλοέδερνα τα αδερφάκια μου, διάβαζα ευθαρσώς τα απαγορευμένα από τον πατέρα μου Μικυ-Μάους, Σεραφίνο και Μπλεκ, φροντίζοντας ωστόσο να τα καταχωνιάζω κάτω από το στρώμα μου για τις δύο μέρες της εβδομάδας που μας επισκεφτόταν, όταν το καράβι που δούλευε έπιανε Πειραιά, γενικώς να πούμε έρεπα στην αταξία . Προσέτι δε, η ανάγνωση ενός παιδικού βιβλίου, επάθλου για την επιτυχία μου, με τον τίτλο «Στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα» σε συνδυασμό με επανειλημμένες αναγνώσεις του «Ιλιάδα για Παιδιά», μου ενστάλαξαν την διαυγέστατη εικόνα ότι μπορώ να κατεβαίνω με το ποδηλατάκι μου με φόρα την κατηφόρα από το άλσος προς τη λεωφόρο χωρίς να χρειάζεται να ελέγξω το δρόμο, διότι αθάνατος ίσον και άτρωτος. Έκλεινα τα μάτια μου, λοιπόν, και αναβοώντας με οίστρο «Αχιλλεύς» περνούσα καρσί τη λεωφόρο μες στη ζούρλα και έπειτα πατώντας φρένο, παρκάριζα με κώλο το ποδηλατάκι, έτσι που η μπροστινή του ρόδα να αγγίζει ελαφρά τον κορμό ενός γέρικου πεύκου, που έθαλλε μπροστά απ’ την εξώπορτα της καλοκαιρινής προσωρινής μας διαμονής. Μέχρι που κάποια μέρα, μόλις που είχα παρκάρει το ποδηλατάκι και είχα ανοίξει τα μάτια μου, δυό φαντάροι Εσατζήδες με πλάκωναν στις σφαλιάρες. Με έδερναν αλύπητα, αλλά εγώ τους έβλεπα που ήταν χεσμένοι πάνω τους, τις έτρωγα και από μέσα μου γέλαγα. «Ρε, κωλόπαιδο θα σε κάναμε λιώμα με το τζιπ. Θα μας είχες στείλει φυλακή, ρε» και δώσ’ του σφαλιάρες. «Γιατί ρε δεν κοιτάς πριν περάσεις τη λεωφόρο και τρέχεις σαν τρελός, να μας κάψεις; Σε δυο μήνες απολυόμαστε». Τι να τους έλεγα και τι να απαντούσα; Να τους έλεγα ότι ο νικητής στον Μαραθώνιο στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες ήτανε ο κατά κάποιο τρόπο συμπατριώτης μου Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης; Να τους έλεγα ότι από εκεί που κάνω μπάνιο στην Πειραϊκή, όταν δεν παραθερίζω με το ζόρι στην Πεύκη, βλέπω την ιστορική Σαλαμίνα. Ή, να τους έλεγα ότι ο Αχιλλεύς πεθαίνει μόνο αν τον πετύχεις με βέλος στην φτέρνα.



Συνεχίζεται………..

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006

Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα κι εγώ.

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY,
εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.


Σημειώνει ο θεματοθέτης Χοιροβοσκός:
ακηδία, λαγνεία, βουλιμία, λύπη*, αλαζονεία, οργή, φιλαργυρία, κενοδοξία.

*η λύπη είναι το αμάρτημα που χωρίζει τον ανατολικό από τον δυτικό κανόνα παραβατολογίας.

Ο θείος μου ο Γιάννης, ο αδερφός του πατέρα μου, ήταν ναυτικός και ομορφάντρας. Δεν απέκτησε τέκνα. Ο πατέρας μου, ναυτικός κι αυτός, ο καημένος, είχε εμένανε πρώτα και μετά γεννήθηκαν και τα δίδυμα, κορίτσι κι αγόρι, από διαφορετικά ωάρια. Τα αδερφάκια μου, που μικρά αυτά, μικρός κι εγώ, τα τρέλαινα στους τσίμπους. Ο αδερφός μου άντεχε περισσότερο, η αδερφή μου τσίναγε. Τρία παιδιά, κι ο πατέρας μου τα έβγαζε πέρα. Από μικρό παιδί, ο πατέρας μου στα βάσανα. Ο παππούς μου, που έχω το όνομά του, αυτοκτόνησε, στο κραχ του ’36. Ήταν ο παππούς μου μακεδονομάχος. «Τότενες, παιδάκι μου, ούλος ο αθός τση Κρήτης, επολέμησε για την Ελλάδα.», θα έπρεπε να έλεγε η γιαγιά μου, αν εκτιμούσε τον παππού μου, τον άντρα της. Η γιαγιά μου ήτανε Σμυρνιά. Πήγε στην Κρήτη με τις ανταλλαγές. «Είμαι βέρα Σμυρνιά. Εμείς, τζιέρι μου, τις παγκανότες, τις φροκαλούσαμε με την φροκαλιά», όπερ μεθερμηνευόμενον: «Είμαι, βέρα (αυτό είναι ιταλικό και δεν υποχρεούμαι να το μεταφράσω) Σμυρνιά. Εμείς, σπλάχνο μου, τις χρυσές τις λίρες, τις σκουπίζαμε με τη σκούπα». Ουδόλως εκτιμούσε τον παππού μου η γιαγιά μου. Μια φορά της πήγε ψάρια για να μαγειρέψει και επειδή δεν ήτανε μπαρμπούνια, του τα πέταξε στο δρόμο, απ’ ότι ξέρω. Ο παππούς μου, εκτός που ήτανε στα νιάτα του πριν παντρευτεί οπλαρχηγός, άτακτος των σωμάτων του Κωνσταντίνου Μάνου, υπήρξε και ολυμπιονίκης. Ολυμπιονίκης σε αυτούς τους αγώνες που έγιναν στην Ελλάδα μετά από την πρώτη Ολυμπιάδα του 1896. Βλέπετε, η ήδη ξεχασμένη ιδέα της μόνιμης τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων στην γενέτειρά τους δεν ήταν του Καραμανλή θείου, ήταν πολύ παλιότερη και κατά κάποιον τρόπο δοκιμασμένη. Ήταν, λοιπόν, ολυμπιονίκης στην σκοποβολή ο παππούς, σκοποβολή με περίστροφο. Με αυτό αυτοκτόνησε. Φιλότιμος άνθρωπος, ξέπεσε, αυτοκτόνησε. Ήταν έμπορος. Τρία παιδιά ορφανά πίσω του. Ο πατέρας μου ορφανοτροφείο. Η μεγαλύτερη αδερφή σε συγγενείς στον Ανω Αγριλέ Χανίων. Ο Γιαννάκης με τη μάνα, τη χήρα, τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ξαναπαντρεύτηκε. Ήταν πολύ ωραία γυναίκα. Σμυρνιά, πρασινομάτα, πήρα τα μάτια της και το ταλέντο να στραβοπατώ και να παίρνω σβάρνα από χαλιά στρωμένα μέχρι ποτήρια. Ήταν λιγουλάκι άγαρμπη. Ο δεύτερος άντρας της ήξερε για ένα παιδί, όταν παντρέυτηκαν. Το Γιαννάκη. Μ’ αυτόν ζούσε η χήρα, φραγκοραφτού, έραβε αντρικά παντελόνια για να ζήσει. Όμως ο δεύτερος άντρας της, ο Θωμάς, όπως τον έλεγαν, την αγάπησε και αγάπησε και τα παιδιά της. Πρώτον τον Γιαννάκη, μετά την θειά μου, την κόρη. «Θωμά, υπάρχει κι ένα κορίτσι, αλλά μη σκοτίζεσαι, είναι στο χωριό με τ’ αδέρφια του συχωρεμένου». Ο Θωμάς ήταν από τον Αμβρακικό. Και άνθρωπος καλός. «Κρίμα κορίτσι να ζει ξενοδουλεύτρα. Πες της να έρθει μαζί μας». Πολύ αργότερα η γιαγιά μου του ξαναμολόγησε: «είναι και ένα αγοράκι ακόμα, δώδεκα χρονώ, στο ορφανοτροφείο, αλλά καλά είναι εκεί, μόνο που και που να το νοιαζόμαστε». Ο αγαθός Θωμάς είπε: «αγοράκι, δώδεκα χρονώ, μοναχούλι του; Θα πάω να το πάρω.». Και πήγε και το έφερε στην οικογένεια κι αυτό.
Μη σας κουράζω άλλο. Κακή τύχη είχε κι ο Θωμάς. Πνίγηκε. Είχε καΐκια, ψαράδικα. Τον πήρε η θάλασσα σε ένα ψάρεμα. Μπουρίνι ξαφνικό, ήταν στην κουπαστή κρεμασμένος και χάθηκε.
Ο θείος μου ο Γιάννης, ομορφάντρας, το’ παμε. Όποτε ξεμπάρκαινε, έμενε στης γιαγιάς μου. Καπετάνιος. Κι ο πατέρας μου καπετάνιος, αλλά στην ακτοπλοΐα. Ο θείος μου στα φορτηγά και σε γκαζάδικα. Πολλά λεφτά. Όταν ξεμπάρκαινε με πήγαινε παντού. Στα λούνα παρκ, σε κινηματογράφους, σε κέντρα. Πιτσιρίκι εγώ, ασχόλιαστο, ούτε πέντε χρονώ. Χαρά Θεού, όλο βολτίτσες, νοίκιαζε και αυτοκίνητο ο θείος μου ο Γιάννης, συνήθως άσπρο. Πάντα μαζί μας ήταν και κάποια φιλεναδίτσα του. Και παρόλο που θέλω να κρατήσω την μνήμη των αισθημάτων αυτής της εποχής, της παιδικής, και να φέρω ξανά μπροστά μου την εικόνα αυτής της ψηλής, με τα γεμάτα χείλια και τα μάτια τα μισοκοιμισμένα, που τώρα καταλαβαίνω ότι πρέπει να τα πω ναζιάρικα, γλαρωμένα….. Με τα πόδια τα ωραία και το κούνημα. Θυμάμαι και χάνω τα λόγια που θέλω να πω. Τα καταλάβαινα όλα αυτά, παιδάκι ήμουνα, αλλά όχι χαζό. Με έπαιρνε μαζί του για ξεκάρφωμα. Γιατί ήμουνα ωραίο παχουλό παιδάκι, το ιδανικό παιδάκι της εποχής του ’60. Έτρωγα πάντα ορεξάτο και ξανάτρωγα άμα μου έδιναν να ξαναφάω, έλεγα και τις εξυπναδίτσες μου και γέλαγαν οι φιλενάδες του θείου μου. Είχα και το συνήθειο, άμα έβρισκα ευκαιρία να τις τσιμπάω. Στο μπράτσο, άμα ήταν καθιστές, ή στη γάμπα άμα ήταν όρθιες. Όπου έφτανα. Αλλά, τώρα πια μου είναι ξεκάθαρο. Ο θείος μου ο Γιάννης με έπαιρνε μαζί του για να ξεκαρφώνονται οι φιλεναδίτσες του.
Ποσώς με νοιάζει. Και τότε ποσώς με ένοιαζε. Και για όλα όσα μου συμβαίνουν, ποσώς στο βάθος με νοιάζει. Έχω καλή τεχνική για να κάνω τους άλλους να με συμπαθούν. Λυπούμαι ίσως, αλλά ποσώς με νοιάζει.

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)