Παρασκευή, Νοεμβρίου 22, 2019

Κούραση


Αρχίζει να γίνεται πια κουραστικό. Από δω και πέρα, λέει, πρέπει να προσέχω. Δεν ξέρω πόσο πάει η χρέωση – το αυτόματο μήνυμα μας διευκρινίζει ότι είναι αντίστοιχη αυτού που χρεώνει ο κάθε πάροχος. Πάντως, είμαι ένας από τους υποψηφίους να καταγγελθούν στο 1143 (επίτηδες το έγραψα λάθος, για να γλιτώσω την καταγγελία – εκτός και αν το 1143 είναι κάποιος άλλος αριθμός για άλλου είδους επίσης καταγγελία).

Διαβάζω ότι μπορείς να φας και ξύλο, αν βρεθείς κάπου που τρώνε ξύλο όσοι βρίσκονται τυχαία ή επίτηδες εκεί. Αλλά είμαι πια αρκετά μεγάλος και αυτά τα ξέρω… Ποτέ δεν βρίσκομαι σε τέτοια μέρη, διότι από μικρός το ξύλο το φοβάμαι, παρότι αγαπώ και θαυμάζω ιδιαιτέρως τους ξυλουργούς, και η μυρωδιά του ξύλου καθώς μαστορεύεται, ιδίως αυτό που προορίζεται για μουσικά όργανα, με μεθάει. Θυμήθηκα τον μάστορα τον Σίμο Σκεντερίδη, στο υπογειάκι του που το ανεβοκατέβαινα, εικοσάρης, τα δύο τελευταία χρόνια του, εκεί γύρω στο ’82, πριν βγει στην σύνταξη. Με τα παλιά εργαλεία του πατέρα του που τά’ χε φέρει απ’ την Καππαδοκία, μαζί με τα παλιά ξύλα από κωνοφόρα … «αυτά όλα είναι ρουμάνικη ξυλεία, πάνω από 100 χρονώ. Τώρα που θα βγω στη σύνταξη, θα τα πουλήσω και θα είναι το εφάπαξ μου». Πριν κλείσει το μαγαζί, μου χάρισε, «για να με θυμάσαι», ένα ακόνι, ένα ροκάνι και ένα παλιό κομμάτι φιλέτο έλατο, «για καπάκι … αυτό θα βγάλει ωραίο ήχο, γιατί έχει ίσια και λεπτά νερά». Έχω ένα σάζι από τα χέρια του, σάζι με δούγιες – το είχε φτιάξει χωρίς καλούπι … «στον αέρα» όπως έλεγε. Κάθε μεσημέρι, κατά τις μία με μιάμιση ξετύλιγε μια λαδόκολλα με ελιές, ψωμί και τσιμένι για άλειμμα…

... Τώρα που έβαλα μπροστά, να πω ότι, ούτε την μουσική μου την θεωρώ κάτι, ούτε αυτά τα τάχα κείμενα που γράφω, ούτε επιχειρώ κάτι όταν γνωστοποιώ τα διάφορα “και καλά” καλλιτεχνικά που με αφορούν προσωπικώς (και κάποιες φορές και άλλα που προσωπικώς δεν με αφορούν, αλλά μου αρέσουν πάρα πολύ, όπως για παράδειγμα το “Sancta Maria, ora pro nobis” από το “Vespro della Beata Vergine” του Μοντεβέρντι). Ή μάλλον, κάτι επιχειρώ: να κάνω αυτό που κάνουν και πολλοί άλλοι. Γιατί; Επειδή το να κάνεις αυτό που κάνουν και οι πολλοί άλλοι, σε απαλλάσσει από την προσωπικότητά σου, η οποία είτε υφίσταται, είτε δεν υφίσταται, μετά ή άνευ παρρησίας, ωστόσο είναι υποχρεωτική, και κρίνεσαι αν την έχεις ή δεν την έχεις – έτσι λένε. Κουραστικό…


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2019

Εκ Χίου


Απ’ τα επιφωνήματα
πρέπει να βγήκε η μουσική.

Ω,
Ε,
Ρε.

Αυτά αφήνουν περιθώριο
ανάπτυξης μελωδημάτων,
κι όχι τα πιο σφιχτά,
τα επόμενα χαρμόσυνα:

Μαρία,
Γιώργη,
Ουρανία,
Δημητρό,
Βαλάντη,
Βαγγελία
Σεβαστούλα,
Μαρκέλε,
Ειρήνη,
Μπούλα,
Μιλτιάδη,
Στυλιανέ,
Τσουμπίδι,
Μπουμπού.

Κι είναι κι οι απ’ απέναντι
που μείνανε ψαράδες τα παιδιά τους:

«Έχει κολιοί, σαρδέλα,
μπακαλιάροι, προσφυγάκια
μπακαλιάροι πρόσφυγοι,
μένουλες».

Χωρίς αιτιατική.

Κυριακή, Ιουλίου 14, 2019

Τα ευζωνάκια


"Τα Ευζωνάκια", ένα πολυδιδαγμένο σχολικό τραγούδι που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι δημοτικό - παραπλανά ο καλαματιανός ρυθμός του, και το δημώδες ύφος της μελωδίας του. Ωστόσο, πρόκειται για ένα τραγούδι του Γεωργίου Λαμπελέτ σε ποίηση Ζαχαρία Παπαντωνίου, που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή 16 σχολικών τραγουδιών  "Τα χελιδόνια" από την έκδοση του 1920 των Εκδόσεων της Βιβλιοθήκης του Εκπαιδευτικού Ομίλου.

Να λοιπόν,  πού με οδήγησε η αναδίφηση, με αφορμή τα όσα αναφέρω στην προηγούμενη ανάρτησή μου, εξ αφορμής δύο αναρτήσεων του Δημήτρη Συκιά.

Σε κάποιες περιπτώσεις το τραγούδι, εκ προφορικής παραδόσεως,  διδάσκεται με τους εξής αρχικούς στίχους (α' στροφή):

Στην Άγια Σοφιά αγνάντια
βλέπω τα ευζωνάκια.
Μες στο αίμα βουτηγμένα
τα ευζωνάκια τα καημένα.
.......................................


Ο αυθεντικός όμως στίχος του Παπαντωνίου είναι "μες στους ήλιους μαυρισμένα" ...

Σε άλλες περιπτώσεις, στίχοι των στροφών αναμειγνύονται και το ποίημα συμπυκνώνεται... Παραθέτω το αυθεντικό ποίημα (δεξιά εικόνα). Διάφορες βιντεοσκοπημένες ερμηνείες του τραγουδιού μπορείτε να βρείτε στο YouTube, γράφοντας στην αναζήτηση "Τα ευζωνάκια".

Ιδού και η μελοποίηση του Λαμπελέτ:


Το τραγούδι του Ήλιου

Με τον φίλο μου τον Δημήτρη Συκιά μας ενώνει μια πολύχρονη κοινή πορεία κατά την οποία μοιραζόμαστε τις χαρές και τις αντιξοότητες της μουσικής ζωής. Η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών, αλλά και ο δημιουργικός διάλογος μέσω των έργων μας, είναι το παιχνίδι μας.

Το τραγούδι του Ήλιου
(στίχοι)
Όταν είδα αυτήν την ανάρτησή του στο f/b η οποία ακολουθήθηκε και από αυτήν, πέρα από την καθαυτή συγκίνηση για τα περιεχόμενά τους, θυμήθηκα, ότι ο Δημήτρης, φανατικός εραστής των "pdf download" και απαράμιλλος ταξινομητής - μια άλλη εργασία που θα μπορούσε να κάνει είναι αυτή του βιβλιοθηκάριου - όταν είχε βρει στο διαδίκτυο (βιβλιοθήκη ΑΝΕΜΗ) την έκδοση του 1920 "Τα Χελιδόνια" με συλλογή από τραγούδια σε ποίηση Ζαχαρία Παπαντωνίου και μουσική Γεωργίου Λαμπελέτ, είχε σπεύσει να την μοιραστεί μαζί μου.

Από αυτήν τη συλλογή, είχα διαλέξει "Το τραγούδι του Ήλιου" και το είχα διασκευάσει για την Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης, που το είχε και παρουσιάσει  υπό την διδασκαλία και διεύθυνση της Ροδούλας Χαρδαλή και πιανιστική συνοδεία της Έρης Χαρδαλή.

Την παρτιτούρα μπορείτε να την κατεβάσετε από εδώ.
Περιέχει το full score και την πάρτα της Χορωδίας, σε δύο τονικότητες, ρε και μι, για να εξυπηρετήσει τις εκτάσεις των παιδικών φωνών, αναλόγως της ... συγκυρίας.

Μια μακέτα αυτής της διασκευής την ακούτε στο YouTube:





Εδώ η παρτιτούρα του Λαμπελέτ, από την έκδοση της συλλογής "Τα Χελιδόνια", 1920.


Κυριακή, Ιουνίου 09, 2019

ΚΑΛΟΦΩΝΙΑ για 2 ερμηνευτές / KALOPHONY for 2 performers

(for information in English scroll down)

Το έργο είναι ένα αφιέρωμα σε ένα ζευγάρι εξαίρετων νέων μουσικών. Πρόκειται για ένα πολύ ειδικό κομμάτι που αξιοποιεί τις δυνατότητες των δύο συγκεκριμένων ερμηνευτών. Η Ειρήνη Ντελέζου είναι πιανίστα και φλαουτίστα, ενώ ο Παναγιώτης Ζαχαράκης είναι φλαουτίστας και παραλλήλως επιδίδεται με αξιότητα στην μελέτη και ερμηνεία της ανατολικής μουσικής παίζοντας νέι.
Ο τίτλος Καλοφωνία παραπέμπει στον αντίστοιχο όρο της εκκλησιαστικής μας μουσικής των ύστερων βυζαντινών χρόνων και των μεταβυζαντινών. Η καλοφωνία είναι μία μορφολογική τεχνική δια της οποίας μια σύντομης διάρκειας φόρμα, μεγεθύνεται σε διάρκεια μέσω ποικιλματικής ανάπτυξης των επιμέρους φράσεών της, δηλαδή μέσω ενός μελισματικού αναστοχασμού τους. 




This work is a dedication to a pair of excellent young musicians. It is a very special piece that exploits the skills of the two specific performers. Irene Delezou is a pianist and a flutist also, and Panayiotis Zacharakis is a flutist and at the same time he performs with merit in studying and interpreting the Eastern music by playing ney.
The title Kalophony refers to the corresponding term of the Greek ecclesiastic music of the late Byzantine years and the post-Byzantine period. Kalophony [Goodwill] is a morphological technique through which a short duration form is magnified in duration through varietal development of its individual phrases, that is, through a melismatic reflection.

Πέμπτη, Μαΐου 16, 2019

ΓΙΟΜΑ


Στην Σελήνη πήγαμε. Είναι αδιαμφισβήτητον. Δεν πήγαμε βέβαια όλοι. Όλοι … τι όλοι; Δεν λέω γι’ αυτούς που έχουν πάει ως τώρα, ας τους αυτούς – κάνανε μια δουλειά. Τι είναι η Σελήνη; Ένας ξεροδορυφόρος. Δεν μπορούν να πάνε όλοι εκεί. Κάποιοι απ’ όλους ίσως … αργότερα, πολύ αργότερα. Βλέπουμε. Δεν είναι όλοι σύμφωνοι.

Σήμερα έβγαλα κοινόχρηστα: 900 € για αλλαγή συρματόσχοινων και τροχαλίας του ασανσέρ. Του ανελκυστήρος, διότι αν γράψεις «ανελκυστήρος» μπορεί και να σου φέρουν τα κοινόχρηστα «εγκαίρως» και όχι έγκαιρα, που όπως και να ‘χει αυτό το «έγκαιρα» αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια.

Πάντως, οι γειτονιές του Πειραιά, οι δρόμοι δηλαδή θέλω να πω, έχουνε γίνει χάλια. Χρόνια έχει να ξαναφτιαχτούν της προκοπής. Όλο μπαλώματα … Έργα, έργα, έργα, γραμμές του ΟΤΕ, φυσικό αέριο, ξανά-μανά αποχέτευση, μετά οπτικές ίνες… φαγώθηκε η πίσσα στις άκρες κοντά στα πεζοδρόμια, φάνηκε το χώμα, ιδανική τουαλέτα για αφεντικά από άλλη γειτονιά, που φέρνουν βόλτα το σκύλο τους να τα κάνει εκεί που δεν τους ξέρουν και δεν τους βλέπουν κιόλας, γιατί η δουλειά γίνεται ή αργά πολύ το βράδυ, ή αξημέρωτα, και βέβαια κάποιο άλλο αφεντικό πάει το σκύλο του να τα κάνει στη δική τους γειτονιά, μπορεί να συναντιώνται και να χαιρετιώνται κιόλας. «Καλησπέρα σας» - «Καλημέρα σας», ευγενέστατοι και φιλόζωοι αν όχι ζωόφιλοι στην καθώς πρέπει – αφεντικά σκύλων, ή καλύτερα «ντογκ όουνερς» στην διεθνή κοινή. Εν πάση περιπτώσει, όλοι οι δρόμοι και οι παράδρομοι της Καλλίπολης, για παράδειγμα, διαθέτουν καθένας το δικό του γδάρσιμο-τουαλέτα σκύλων. Δεν πειράζει βέβαια, διότι υπάρχουν πάρα πολλές παλιές αμάραντες φωτογραφίες του Πειραιά, και αρκετοί συλλέκτες επίσης που τις ανεβάζουν στο φέησμπουκ, συλλέγοντας πλέον λάικ (διότι δεν είναι ανεξάντλητες οι παλαιές φωτογραφίες) και έπονται οι ακόλουθοι που τις κοινοποιούν και μαζεύουν κι αυτοί την επιδοκιμασία αυτής της τρισχαριτωμένης αθώας νοσταλγίας που καθαγιάζει τις φτεροκοπούσες υπεράνω της ακατονομάστου μεταβολισθείσης ύλης, της διερχομένης πλήρως την διαδρομήν του γαστρεντερικού συστήματος των συγκεκριμένων έστω καλλιπολιτών σκύλων, μύγες, (μύγες πράσινες – κατ’ ευφημισμόν «χρυσόμυγες»), καθιστούσα αυτάς πλήρως αμολύντους. Οπότε δεν υφίσταται καν λόγος να επιλέξω την έκφρασιν «το οδόστρωμα έχει συν τω χρόνω φθαρεί» ώστε να διαμαρτυρηθώ στον σεβαστό μας Δήμο. Αι εκφράσεις αυταί, αι ολίγον έως πολύ αρχαΐζουσαι, είναι χρήσιμοι μόνον εις διαχειριστάς που θέλουν να μαζέψουν τα κοινόχρηστα μιαν ώρα αρχύτερα. Μέχρις «Ανελκυστήρος» λοιπόν και φεγγαράκι μου λαμπρό. Περιμένω φωτογραφίες της επερχομένης πανσελήνου. Ναι ξέχασα, συγγνώμη … Με Π κεφαλαίο, που αν του κλωτσήσεις την δεξιά κολώνα γίνεται Γιόμα.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2019

Μονοσκελές


Επί μισή ώρα μπροστά στο πληκτρολόγιο, που μετά από λίγο έγινε μία, αναζητούσε τη νέα του μανιέρα. Επόμενον, καθότι  τον ευκαιριακό μεταμεσονύκτιο συγγραφέα κειμένων-μεζέ για το ποτό του καραδοκεί η στόμωσις. «Να πάρω μια μποτίλια κρασί ή μήπως να πάρω ένα καλό ουίσκι, μιας και σήμερα πληρώθηκα και η κάρτα είναι γεμάτη;» το ίσως διόλου τυχαίως προηγηθέν δίλημμά του, μπροστά στο μικρό ράφι με τα ποτά του μάρκετ ΟΚ της γειτονιάς του που αμήχανα επισκέπτεται πριν την νυχτερινή του επιστροφή στο σπίτι, αγοράζοντας πότε ένα κουτί μπισκότα για να υπάρχει, πότε καπνό, παρότι έχει ακόμα καβάτζα, πράγματα δηλαδή που κάλλιστα μπορεί να τα συντάξει μαζί με τις συνολικές οικιακές προμήθειες, τις κατά κανόνα πραγματοποιούμενες κατά τις μεσημεριανές ώρες, εκεί που παραλλήλως με τα ψώνια  διασκεδάζει επιτρέποντας την σιωπηρή ανάδυση σημαντικότερων μονοσκελούς μορφής διλημμάτων, όπως «να βγω στη σύνταξη και να βρω την ησυχία μου;». Τέτοιου είδους τετριμμένα διλήμματα γεννούν τα σημαντικά: «Μήπως καλύτερο είναι ξανά να γράφω κείμενα σε πρώτο πρόσωπο, και μάλιστα να κυλιστώ στη νοσταλγία για το μολύβι και το χαρτί, κι ας τα διαβάζω μόνος μου;», κι εκεί είναι που ξεχνάει πάντα αυτό το ένα κάτι απ’ όλα που οπωσδήποτε πρέπει να αγοράσει, αυτό που πάντα έχει τον τρόπο να του διαφεύγει μεταξύ γιαουρτιών και μαγιονέζας … «Μήπως επιτέλους να αποφασίσει να γράφει αυτά που πρέπει να ψωνίσει σε ένα χαρτάκι, όπως κάνουν – ας το πάρει απόφαση – όλοι οι κάπως ηλικιωμένοι κύριοι;» Ναι, τα σημαντικά διλήμματα στερούνται δευτέρου σκέλους, διότι εμπεριέχουν την ενδόμυχη αναγκαίως προτιμητέα απάντηση.

Σάββατο, Απριλίου 13, 2019

Προβλήματα πιστοποίησης


Μέχρι πρότινος, δεν υπήρχε τρόπος να πεις με βεβαιότητα ότι ένα κτίριο είναι άδειο από ανθρώπους. Θα έπρεπε να μπεις μέσα να το επιθεωρήσεις εξονυχιστικά, οπότε, κατά την ώρα της επιθεωρήσεως, τουλάχιστον ένας άνθρωπος, εσύ, ήταν μέσα. 

Όταν, κατόπιν της εξονυχιστικής – φρίκη βασανιστηρίων μου φέρνει η λέξη – λεπτομερούς καλύτερα, επιθεωρήσεως, ακόμα κι αν σταδιακώς, είχες ασφαλίσει κάθε πόρτα, κάθε επιμέρους επιθεωρημένου τμήματος του κτιρίου, και όταν πια είχες κλείσει πίσω σου και την εξώπορτα, ουδείς πιστοποιητής μπορούσε να αναλάβει την ευθύνην τής πιστοποιήσεως ότι εν τω μεταξύ, από κάπου, άγνωστο πώς, δεν έχει χωθεί κρυφά κάποιος, παρεισφρήσει που λεν, γνωστός ή άγνωστος ολίγην σημασία έχει, ακόμα κι αν λάδωσε κάποιον απ’ τους φρουρούς, ένας σε κάθε μπαλκονόπορτα, η αμοιβή των οποίων εκαλύφθη είτε με χορηγίες, είτε από κάποιον κρατικόν κορβανά, οι δε φρουροί – λεπτομέρεια – χάριν της επιστημονικότητος του πειράματος, απεχώρησαν όχι από το εσωτερικόν κύριον κλιμακοστάσιον, αλλά οι περισσότεροι από την εξωτερικήν σκάλα κινδύνου, ενώ άλλοι πιο τολμηροί πηδήξαν στον ακάλυπτο, δίκην αλεξιπτώτου κρατώντας τις ομπρέλες τους. 

Όπως δεν έχει σημασία, αν υπερβατικά όντα, ή και εξωγήινοι σουλατσάρουν εκεί μέσα από κτίσεώς του, προερχόμενοι από διαστάσεις και κόσμους ακόμα αγνώστους – εμάς, μας ενδιαφέρει, στην μέχρι πρότινος εποχή – μην ξεχνιόμαστε – ένας τρόπος πιστοποιήσεως ότι ένα κτίριο είναι άδειο από ανθρώπους, όταν εμείς είμεθα εκτός αυτού. 

 Προτρέχω και λέω ότι, επιπολαίως και την σήμερον, αυταπατώμεθα ότι έχομεν ασφαλή πλέον τρόπο να το πιστοποιήσουμε, και ούτως να γελοιοποιήσουμε το νοητικόν πείραμα του Σρέντινγκερ, με την, ίσως νεκρή, ίσως ζώσα, γάτα εντός κυτίου. Οι κάμερες ασφαλείας με τις οποίες μπορούμε να γεμίσουμε το κτίριο, ώστε, κατόπιν της εξόδου μας από αυτό, να αποδεικνύουν την εντός του απουσία ανθρωπίνης οντότητος, έχουν μιαν ελαχίστην χρονοκαθυστέρηση. Εξερχόμενοι του κτιρίου, και αυτομάτως εξαιρούντες τον εαυτό μας από το να είμεθα μια ανθρωπίνη οντότης εντός αυτού, έστω και αν ο εκτός του κτιρίου βοηθός μας μας, ο ελεγκτής του συστήματος ασφαλείας με τις κάμερες, ο έχων την ευθύνην της πιστοποιήσεως, κοιτάζοντας τα μόνιτορ, ή και με βοήθεια κάποιας υπολογιστικής εφαρμογής, μας πει ότι ουδείς είναι πλέον εντός του κτιρίου, το πείραμα είναι άκυρον. Διότι εάν παραλλήλως με εμάς, καθώς ελέγχουμε το κτίριο και καθώς τοποθετούμε τις κάμερες ασφαλείας, κάποιος σουλατσάρει εκεί μέσα, το πράττει αυτό ενόσω το κτίριο δεν θεωρείται άδειο από ανθρώπους. Την στιγμή που, ως επιθεωρητής του κτιρίου, θα βγαίνω ή θα βγαίνεις … (-Τελικά να επιθεωρήσω εγώ ή εσύ; … Κάποιος πρέπει να μείνει στις κάμερες… ΟΚ, ας επιθεωρήσω εγώ.) … τη στιγμή λοιπόν που θα βγαίνεις – συγγνώμη, ξεχάστηκα – τη στιγμή που θα βγαίνω από το κτίριο, ακόμα και αν αυτός που σουλατσάρει εκεί μέσα, ολοένα σουλατσάρει και τον βλέπεις στις κάμερες, δεν θα μπορείς να πεις, να πιστοποιήσεις, βρε αδερφέ, με βεβαιότητα, ότι για όσο διαρκεί αυτή η ελαχίστη χρονοκαθυστέρηση της μετάδοσης του σήματος από τις κάμερες στα μόνιτορ, αυτό το κάθαρμα δεν βρήκε ένα μαγικό τρόπο να εξαφανιστεί και μετά να επανεμφανιστεί. Αφού δεν μπορείς να πιστοποιήσεις με βεβαιότητα το αν εξαφανίστηκε, έστω και για όσο διαρκεί η χρονοκαθυστέρηση, δεν έχει καμία σημασία το να μου πεις ότι το κτίριο τελικά .... δεν είναι άδειο.

αφιερωμένο, όχι στην επικαιρότητα, αλλά στον Γιώργο Σεργάκη που μου θύμισε τον Ζωρζ Μελιές

Τρίτη, Μαρτίου 12, 2019

LYDIAN sTone




Πρόκειται για μια υπόσχεση που κράτησα.
Όταν είχα δει αυτή την φωτογραφία στο f/b του φίλου μου Γιώργου Σεργάκη, είχα σχολιάσει:

"Το αγκαζάρω για εξώφυλλο CD. Τώρα πρέπει να φτιάξω και τα κομμάτια." 



  


Τα κομμάτια τα έφτιαξα και ιδού ένα άυλον CD ψηφιακής μορφής. Ο τίτλος LYDIAN sTONE είναι ένα λογοπαίχνιο, ένας συμφυρμός  της λυδίας λίθου και του λύδιου ή λυδικού τόνου (= λυδικός τρόπος, η λυδική κλίμακα).

Ζούμε σε μία ωραία εποχή. Όλα τα συνθεσάιζερ που ζαχαρώναμε στην μετεφηβική ηλικία, κυκλοφορούν σε άυλη ψηφιακή μορφή - με 100 € μπορείς να αποκτήσεις ως VST (Virtual Studio Technology) κάθε άπιαστο όνειρο των 70s, 80s, 90s, που κόστιζε μια μικρή περιουσία. Με ήχους από τις παλέτες των "παλαιών" πλέον οργάνων, έφτιαξα αυτή τη συλλογή, ως απωθημένο τρόπον τινά. Ο προορισμός της, όπως λέει και το εξώφυλλο, είναι music for my friend's car. Το αμάξι του φίλου μου, είναι ο μόνος βέβαιος χώρος ακρόασης αυτών των κομματιών. Θα αξιοποιηθούν κατά τας καλοκαιρινάς του κρητικάς διαδρομάς, μεταξύ Τυλίσου και Ηρακλείου - κάπου εκεί ανάμεσα άλλωστε, έχει τραβηχτεί και η φωτογραφία ... του ήδη εξωφύλλου.

Επίσης, έχω να παρατηρήσω, ως ερασιτέχνης καταθλιπτικός, ότι αυτή η ψηφιακή εποχή έχει ως σκόρος διατρήσει  θριαμβευτικώς και άλλες πτυχές του παλαιότροπου βίου μας. Δεν χρειάζεται πλέον να συναντηθείς με κάποιον για να ακούσετε μαζί τα κομμάτια που έφτιαξες, και στο τέλος να του πασάρεις μια κασετούλα (πιο παλιά), ένα σιντάκι (αργότερα) ... Του πασάρεις ένα λινκ μιας ανάρτησής σου, σου κάνει λάικ και αυτός και όποιος άλλος θέλει, χωρίς απαραιτήτως να ακούσει και τα κομμάτια, και όλοι γλιτώνουν από χρόνο και έξοδα μετακίνησης, έξοδα για κρασί και μεζεδάκια, έξοδα συναισθημάτων...

ΥΓ
Παρότι ελεύθερα στο YouTube, επίσης κυκλοφορούν και εις τας (ματαιοδόξους) ψηφιακάς πλατφόρμας από την musicmirror.gr Καθρέφτης ήχων αληθινών:

https://itunes.apple.com/…/george-hatzimichel…/id1126289100…
https://www.amazon.de/s?k=hatzimichelakis&ref=nb_sb_noss
https://www.deezer.com/en/artist/10575031

Κυριακή, Μαΐου 06, 2018

ΠΟΛΥΜΕΤΡΑ - με το Sibelius

Πολύμετρα με το Sibelius: Πειραιάς - Αθήνα μέσω Λαμίας

Δείτε έναν τρόπο εδώ (μεγαλώστε το βίντεο σε πλήρη οθόνη και επιλέξτε HD 1080):



Ακολουθεί μια απλή μικρή σπουδή για πιάνο πάνω στα πολύμετρα - συνδυασμός 4/4 με 5/4


Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2018

Η άλλη Σύρος

Η Σύρος των ονείρων μου είναι ένας τόπος που με υποδέχεται βραχώδης με αραιή βλάστηση βραχονησίδας, ποώδη αλλ’ εξαισίως αρωματική. Προσεγγίζεται με πλοίο το οποίον ωστόσο μετεπιβιβάζει τους επιβάτες σε λάτζα για να βγούνε σε μία ηπίας κλίσεως σειρά βράχων, απ’ όπου αναρριχόμενοι εξαϋλώνονται καθώς φτάνουν στο πλακόστρωτο πλάτωμα που μοιάζει με ένα μεγάλο μπαλκόνι, να βλέπεις όλο το νησί να το θαυμάζεις και να γεμίζεις χαρά. Κι έτσι στο μπαλκόνι αυτό, όποτε επισκέπτομαι τη Σύρο στα όνειρά μου, στο τέλος φτάνω και στέκομαι μόνος να θαυμάζω και να χαίρομαι. Αυτή τη φορά υπήρξε εξαίρεσις.

-Πόσο χαίρομαι που ήρθαμε μαζί, Κουκουζέλη. Μα στ’ αλήθεια είμαστε στη Σύρο; Πώς ήρθαμε;
-Πήραμε το πλοίο και ήρθαμε.
-Δεν θυμάμαι τίποτα. Πολύ χαίρομαι που είμαστε εδώ παρέα. Ήρθαμε στ’ αλήθεια, το βλέπω. Μα δεν θυμάμαι …. πότε πήραμε το πλοίο; Τι ωραία που θα περάσουμε…Πήραμε στ’ αλήθεια το πλοίο;
-Ναι, πήραμε το πλοίο και ήρθαμε.
-Δεν θυμάμαι τίποτα.

Στο ισογειάκι, στο πατρικό μου, στον Άγιο Νείλο, σήμερα μαζευτήκανε πολλά παιδιά. Αγόρια κορίτσια δωδεκάχρονα ως δεκαπεντάχρονα. Πάντα νιώθω αμήχανος όταν έρχονται. Θέλω την ησυχία μου, ενώ αυτά είμαι σίγουρος, κάτι θα απαιτήσουν. Να χαϊδολογήσουν τους ταμπουράδες και τα τουμπελέκια, να πάνε να σκαλίζουνε το κομπιούτερ, να ζητάνε νερό και πού είναι η τουαλέτα, μετά να θέλουν να τους εξηγήσω τι ακριβώς κάνω, "α, ώστε είστε συνθέτης", να σηκώνονται να κάθονται, πέρα-δώθε πέρα-δώθε, ανακατωσούρα σκέτη και φωνές και καλαμπούρια, ζωηράδες, αγαρμποσύνες, παιδιά….. Αλλά αυτή τη φορά ήταν αλλιώτικα. Μπήκανε, καλησπερίσανε, σταθήκανε για λίγο να πάρουν μια ματιά απ’ το χώρο και ευγενικά ετοιμάζονταν να χαιρετίσουν και να φύγουν, οπού να σου ο ανηψιός μου-γερός νάναι-τετάρτη δημοτικού και είναι σαν μπεχλιβανής...

-Γιατί βρε παιδάκι μου δεν φοράς τίποτα κι είσαι μόνο με το παντελόνι και ξυπόλητος;

Αυτός δεν μου απάντησε, μόνο χασκογέλασε και άρχισε να πειράζει τα μεγαλύτερα του παιδιά, μια τα κορίτσια μια τ’ αγόρια, τα έσπρωχνε δοκιμάζοντας τη δύναμή του και αυτά όλο γελούσανε, γελούσε κι αυτός. Ώσπου πρόσεξα, μα πώς δεν το ‘χα προσέξει τόσην ώρα;

-Βρε σύ, τι πήγες κι έκανες. Ολόσωμο τατουάζ στο στήθος και στην πλάτη; Είναι αυτά για παιδιά δημοτικού;

Αυτός δεν χαμπάριασε και συνέχισε να στροβιλίζεται και να παίζει με τα μεγαλύτερά του παιδιά. Κάποια στιγμή κατάφερα να τόνε πιάσω και καθώς τριβόταν για να ξεφύγει ένιωσα ένα μεμβρανώδες υλικό να ξεκολλάει από πάνω του. Ευτυχώς το τατουάζ ήταν αυτοκόλλητο. Ησύχασα. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια είχαν κουμπώσει τα παλτά τους, χαιρέτησαν και έφυγαν. Ο ανηψιός μου ανέβηκε πάνω στης γιαγιάς. Τι ωραία… Ησυχία.

-Τι ωραία…. Ησυχία. Κουκουζέλη θα περάσουμε υπέροχα στη Σύρο. Μα, πώς ήρθαμε. Πες μου στ’ αλήθεια. Πώς ήρθαμε;
-Πήραμε το πλοίο και ήρθαμε.
-Δεν θυμάμαι.

Έβαλα τον καφέ να ζεσταίνεται. Τα μπατζούρια ήταν κλειστά, αλλά όχι τα τζαμιλίκια. Παρόλο που έξω ψιλόβρεχε και είχε το γεναριάτικο κρύο του, μέσα το ισογειάκι ήταν αρκετά ζεστό. Ώσπου να ζεσταθεί ο καφές ανέβηκα να δω τι κάνουν η μάνα μου κι ο πατέρας μου.

-Καλησπέρα.
-Αυτή που πήρε το πρωί τηλέφωνο πρέπει να δούμε αν πράγματι είναι της ασφαλιστικής.
-Ώχου ρε μάνα. Γι αυτό πάλι είσαι συγχυσμένη και με το πιεσόμετρο στο χέρι.
-Να αφήσετε ήσυχη τη μάνα σας και να αναλάβετε τις ευθύνες σας. Αυτή που πήρε τηλέφωνο, ξέρουμε αν είναι από την ασφαλιστική; Δεν βλέπεις τι απάτη κυκλοφοράει.
-Ρε μπαμπά, το είδα το τηλέφωνο στην αναγνώριση. Είναι της ασφαλιστικής. Αμάν. Μανία καταδίωξης…….
-Τις ευθύνες σας να αναλάβετε, έχετε γίνει ολόκληροι άντρες και δεν ενδιαφερόσαστε για τίποτα.
-Σιγά το μεσανατολικό. Πήρε μια ασφαλίστρια από την ασφαλιστική για να μας κλείσει ραντεβού και να μας φουσκώσει τα μυαλά μπας και κάνουμε και καμία ασφάλεια παραπάνω.
-Κι αν είναι απατεώνισσα; Εμείς στην εταιρεία της είχαμε άλλον ασφαλιστή. Τι δουλειά έχει αυτή να παίρνει τηλέφωνο;
-Σου είπα, ρε μάνα, το τηλέφωνο απ’ όπου μας πήρε είναι της ασφαλιστικής εταιρείας. Έφυγε ο παλιός μας ασφαλιστής και τώρα ανέλαβε αυτή.
-Και γιατί ο παλιός μας ασφαλιστής δεν μας πήρε ένα τηλέφωνο να μας ενημερώσει; Και είναι και ξάδερφος. Μωρέ θα πάρω εγώ αύριο τη Μαρία τη μάνα του και θα της τα ψάλλω.
Συγγενής σου λέει…
-Τι λες ρε μάνα; Τι δουλειά έχει η μάνα του; Όλοι με μας νομίζεις ότι ασχολούνται; Δουλειά ήταν, βρήκε καλύτερη και έφυγε ο ξάδερφος. Τρίτος ξάδερφος. Ξέρεις πόσους πελάτες είχε; Έφυγε, τέλειωσε. Σιγά μην τους πάρει έναν-έναν τους παλιούς πελάτες του για ενημέρωση. Αυτή, η πώς τη λένε, η Γεωργούλη, που τον αντικατέστησε, αυτή έχει τώρα την έννοια να μας πάρει για να βγάλει και κανένα μερτικό.
-Εγώ θα πάρω αύριο στην ασφαλιστική να τσεκάρω αν η Γεωργούλη είναι της ασφαλιστικής. Θα πάρω για λογαριασμό της μάνας σας. Εσείς να αναλάβετε τις ευθύνες σας. Κι άμα έρθει αυτή εδώ την ερχόμενη Τετάρτη, που η προφέσορα η αδερφή σου της έκλεισε ραντεβού, εγώ δεν υπογράφω τίποτα.
-Ποιος σου είπε ρε πατέρα να υπογράψεις κάτι. Για ενημέρωση θα έρθει η γυναίκα.
-Εγώ δεν της ανοίγω. Άμα θέλετε ανοίχτε της και καθίστε την ή στο ισόγειο ή πάνω στης αδερφής σου.
-Καλά. Κοιτάχτε να μη συχυζόσαστε με σαχλαμάρες.
-Σαχλαμάρες είναι που ολόκληροι άντρες δεν ενδιαφέρεστε. Και συχύζετε τη μάνα σας.
-Ωχ, πάλι απ’ την αρχή. Μόνοι σας συχυζόσαστε για το τίποτα. Πάω απάνω να παίξω λίγο με το μικρό.
-Ανεύθυνοι.

Κατέβηκα για μια στιγμή κάτω και έκλεισα την καφετιέρα να μην μου τον κάνει καβουρντιστό τον καφέ. Ο ξαναζεσταμένος γαλλικός είναι θεριστικός για το στομάχι, αλλά δεν μου πάει να πετάω από το πρωί στο απόγεμα μισή καφετιέρα καφέ. Την έκλεισα και ανέβηκα πάνω. Δεν άναψα φως στις σκάλες. Μου αρέσει να ανεβαίνω στα τυφλά αυτή την ολοΐσια πάνω σκάλα, τσεκάροντας αν δεν με έχει εγκαταλείψει η τεχνική των εφηβικών μου χρόνων να επιστρέφω μεταμεσονυχτίως αθόρυβα στο κατασκότεινο και να γλιστρώ στο κρεββάτι μου χωρίς να με πάρουν είδηση.

-Διάβασες τα μαθήματά σου, κολλητήρι;
-Όλα, παρακαλώ, Μπαρμπούλιη μου.
-Μπράβο. Τι θα παίξουμε… για δύο λεπτά όμως γιατί έχω δουλειά κάτω.
-Να παίξουμε αθόρυβο καυγά σε αργή κίνηση.
-Έγινε.

Και αρχίσαμε σαν σε ριπλέι τα ντιρέκτ και τα άπερκαπ, αλλά ο μουλωχτός μικρός φτάνοντας τη γροθιά του με αργή κίνηση στο μάγουλό μου, έδινε μια ξαφνική πίεση και μου την έχωνε μαλακά-μαλακά. Περιορίστηκα να του ρίχνω μερικά ελαφρά «εξευτελιστικά», όπως λέμε στην μεταξύ μας ορολογία, χαστουκάκια.

-Άντε γεια. Καλό σχολείο αύριο. Έχεις διαβάσει είπαμε, ε;…
-Ναιαιαι …. καληνύχτα.

Κατέβηκα τη μακρυά ολόισια σκάλα πάλι χωρίς φώτα. Έτσι το έσκαγα μεταμεσονυχτίως ως έφηβος. Έβαλα καφέ και άνοιξα τον υπολογιστή. Άναψα μία πίπα και αράδιασα τις σημειώσεις μου. Άνοιξα το Finale και το κλαβιέ και ξεκίνησα να γράφω. Γράφω μουσική συνήθως απ’ ευθείας στον υπολογιστή, βασιζόμενος σε ελάχιστες σημειώσεις. Η δουλειά απόψε πήγε ρολόι. Με αντάμειψα εκεί κατά τις δέκα και μισή με ένα έξοχο κόκκινο κρασί. Μετόχι Τσάνταλη.

Τώρα έχοντας επιστρέψει σπίτι, και γράφοντας αυτό το ποστ πίνω για συμπλήρωμα ένα ποτήρι … μπά; Δεύτερο είναι; SYRAH. Έξοχο. Ακριβά δώρα των γιορτών. Πάντα ο μεσημεριανός υπνάκος στρώνει ωραία έναν βραδινό. Πάνυ ωφέλιμος.

-Τι καλά που θα περάσουμε στη Σύρο βρε Κουκουζέλη…. Μα στ’ αλήθεια έχουμε έρθει; Πώς ήρθαμε; Δεν θυμάμαι τίποτα.
-Πήραμε το πλοίο και ήρθαμε.

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)