Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2007

Rembetico & Μπλουζ 3, (οι ρίζες)

Θεωρώντας ότι το θέμα κλείνει, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες πρόσθετες σκέψεις. Μοιραία τεχνικές, ειδικές, οι πρώτες τουλάχιστον από αυτές.

Εάν κάποιος παρακολουθούσε την ιστορία της δυτικής ευρωπαϊκής μουσικής, σε ό, τι αφορά τις βάσεις της, μέχρι και την εποχή τουλάχιστον της πρώτης πολυφωνίας θα διαπίστωνε την καταγωγή οργάνωσης της ύλης της στην αρχαιοελληνική, ακόμα και αν αυτές οι βάσεις έμμεσα τίθενται από αραβοανδαλουσιάνικες επιδράσεις. Το ίδιο παραδέχονται και οι Τούρκοι σε ό, τι σχετικό αφορά στην δική τους μουσική κληρονομιά (ο εξαίρετος τούρκος θεωρητικός Hakki Ozkan, αφιερώνει τα πρώτα κεφάλαια του θεωρητικού του έργου για τα μακάμια “TURK MUSIKISI ve USULERI” σε αυτό το θέμα). Μάλιστα, η μουσική παράδοση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η επίσημη, η λόγια αν το θέλετε, ονομαζόμενη ‘’αραβοπερσική’’, φτιαγμένη σε μία οικουμενικών στόχων μουσική γλώσσα, όπως και η προκάτοχός της εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική, τις θεωρητικές τους βάσεις στην αρχαιοελληνική μουσική έχουν.

Τους ενδιαφερομένους για την Ανατολή, παραπέμπω στο σύγγραμμα ‘’ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ’’ του απελθόνος φίλου μου Μάριου Μαυροειδή (εκδόσεις FAGOTTO), και σε ό, τι αφορά τη Δύση με επιβεβαιώνουν πάμπολλες μελέτες ειδικές, παραπέμπω λοιπόν για συνοπτικές διαδικασίες στο πασίγνωστο δίτομο έργο “ΑΤΛΑΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ” (Michels Ulrich, μετάφραση ΙΕΜΑ).
Ένα από τα θηρία που θέλω να φονεύσω είναι η τερατώδης ιδεολογία που πολλούς από μας δυνάστεψε και άλλους ακόμα δυναστεύει και που συνοψίζεται στην έκφραση: «όλα από μας τα πήρανε». Αυτή η έκφραση είναι η dark side της κρυπτοδουλοπρεπούς «ο Χ-όπουλος είναι ο έλλην Χ-stein».

Οι δομές που ορίζει η θεωρία της αρχαίας ελληνικής μουσικής αναγνωρίζονται στις σονάτες του Μπετόβεν κι ας απέχει τόσους αιώνες από τους πρώτους πολυφωνιστές. Όμως πλάι σε αυτές τις μουσικές δομές υπάρχουν και δομές που δεν ορίστηκαν από τους αρχαίους προγόνους μας και που λειτουργούν πολύ περισσότερο οριστικά στα έργα του. Η μουσική ανάπτυξη στον Μπετόβεν δεν βασίζεται στη λογική μιας αφαιρετικά προδιαγεγραμμένης διαδρομής πάνω σε μία κλίμακα, αλλά στην δυναμική που γεννά μια σειρά συγχορδιών.

Στην Ανατολική παράδοση πάλι αντιμετωπίζουμε ένα άλλο πρόβλημα. Η μουσική της όντως βασίζεται σε αφαιρετικά προδιαγεγραμμένες διαδρομές πάνω σε μία κλίμακα. Αυτή η τεχνοτροπία, εξαπλωμένη γεωγραφικά και χρονικά γεννά ένα ερώτημα. Πόθεν οι απαρχές της; Ποία συνεισφορά στην διαμόρφωσή της έχουν πολιτισμοί παλαιότεροι του ελληνικού. Και επειδή αυτή η τεχνοτροπία, η λεγόμενη τροπικότητα, παρατηρείται και στους Ινδούς, αλλά και στους Ινδιάνους, αλλά κυρίως στους αρχαιότερους γείτονές μας Αιγυπτίους και Πέρσες, δεν μπορούμε να μη διαρωτηθούμε για το μήπως η καταγωγή της είναι αρχετυπική. Και επιστρέφοντας στη Δύση, ρωτάμε πάλι, μήπως το έδαφος στο οποίο καλλιεργήθηκε μέσω αρχαιοελληνικών θεωρητικών επιρροών η πρώιμη δυτική μουσική, ήταν ένα έδαφος που είχε δεκτικότητα-γονιμότητα αρχετυπικής καταγωγής; Και θέλω να θέσω το εξής ερώτημα, βέβαιος ότι απαντάται θετικά:
Μήπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας είναι οι διατυπώσαντες θεωρητικά μιαν αρχετυπική πρακτική. Και εφόσον έτσι είναι, για να κάνω έναν διασκελισμό, ποιες ευθύνες μπορεί να έχουν ο Φρόυντ και ο Γιουνγκ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για τα όνειρα του κάθε ανθρώπου;

Ξαναγυρίζω στο παιδάκι το γαλουχημένο με την ιδέα του απογόνου των κατασκευαστών της Ακροπόλεως ,το φοβισμένο από την επίγνωση ότι το μόνο που του επιτρέπεται να μπορεί είναι να παρασκευάζει τζατζίκι και να χορεύει συρτάκι. Αυτό το παιδάκι, όταν έφηβος αποτινάξει τους φαντασιωτικούς του τυράννους, την ξενόφερτη από τη Δύση ροκ και ποπ μουσική («έξω από το ΝΑΤΟ»), την επηρεασμένη από τη Δύση ελαφρά και εμπορική μουσική («κάτω οι λακέδες του ιμπεριαλισμού»), όταν βαρεθεί την μουσική που γεννήθηκε μέσα από την πολιτική αγωνία και έγινε πολιτικολογία («ή Καραμανλής ή τανκς»), όταν και την ευαισθησία νιώσει να τον καταπιέζει, γιατί εκεί που ξεκίνησε να τον μορφώνει, τώρα αφουγκράζεται ότι στο βάθος τον σνομπάρει («Τρίτο Πρόγραμμα»), όταν θ’ ακούσει Μπιρ-Αλλάχ βαθειά σα σουρουπώνει, αν θέλει κάποτε να μάθει και να γαληνέψει την ψυχή του, από ένα πράγμα πρέπει να προφυλαχτεί:

Να μην κάνει τον μπαγλαμά του γιαταγάνι.



ΥΓ
η οδύνη που γεννά η σύγκρουση με κάθε τι REAL εξακολουθεί να είναι μια πραγματικότητα (sic, στεναχωρήθηκα και δεν είμαι γαύρος).

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2007

Rembetico & Μπλουζ, 2 (η παθογένεια των αντιστοιχιών)

Ο Μήτσος είναι ο έλλην Ντέμης.
Θα ξεκινήσω με ένα μικρό ανθολόγιο αποφθεγμάτων απαραιτήτων για να πορευθεί κανείς στις δεκαετίες του ’70 και του ‘80:
· Ο Σαββόπουλος είναι ο έλληνας Ντύλαν (φτιάχνουν και οι δύο μπαλάντες και διαμαρτύρονται).
· Ο Τσιτσάνης είναι ο έλληνας Μότσαρτ (πολυγραφότατοι).
· Αν ο Τσιτσάνης είναι ο έλληνας Μότσαρτ, τότε ο Μάρκος είναι ο έλληνας Μπαχ (λογικό ο Μάρκος είναι αρχαιότερος και έθεσε τις βάσεις και όπως είδαμε και στο προηγούμενο ποστ ήταν επίσης και ο Ρόμπερτ Τζόνσον της Ελλάδος).
· Το ρεμπέτικο είναι το μπλουζ της Ελλάδος.
· Ο Δεληκάρης είναι ο Τζωρτζ Μπεστ της Ελλάδος (κολπατζήδες και οι δύο και ατίθασα παιδιά).
Με αυτά ως πρότυπο μπορούσε ο καθένας μας να φτιάξει τα δικά του, καθώς και να εξειδικεύσει:
Ο Ιωάννης Κουκουζέλης ήταν ο έλλην Παλεστρίνα (τους χώριζαν τρεις σχεδόν αιώνες, αλλά το ζεύγος Κουκουζέλης-Παλεστρίνα ήτο απαραίτητο συμπλήρωμα των ζευγών Πέτρος Μπερεκέτης – Μπαχ, Πέτρος Λαμπαδάριος –Μότσαρτ και Θεόδωρος Φωκαεύς – Μπετόβεν).
Έχουμε, λοιπόν κι εμείς τους δικούς μας, μπορεί να μην έχουν κάνει διεθνή καριέρα, αλλά…….

Ο λυτρωμός ήρθε Ιούνιο του 1987 από τον Γκάλη. Διότι πώς θα μπορούσες πια να πεις «ο Γκάλης είναι ο έλλην Γκάλης». Είναι σχεδόν το ίδιο σαν να λες «ο Περικλής είναι ο έλλην Περικλής» ή «ο Μεγαλέξανδρος είναι ο έλλην Μεγαλέξανδρος». Πάω λίγο πίσω πάλι. Αν από μικρό παιδί γαλουχηθείς στο ότι οι τουρίστες έρχονται στην πατρίδα σου για να θαυμάσουν το αρχαίο παρελθόν της και ότι εσύ το πολύ-πολύ μπορείς να τους προσφέρεις έναν «μουζάκα» και μία «κοριατική», ένα σου έχει μείνει μόνο για να απορείς. Πώς, αλήθεια πώς και γιατί ενώ η εθνική μας τουριστική ατραξιόν είναι το συρτάκι, αυτός ο καημένος ο Θεοδωράκης, ο εφευρέτης του συρτακίου, να είναι στην εξορία, κι όταν παιδάκι αγοράζεις το Ζορμπά του Καζαντζάκη το όνομά σου να έχει φτάσει στην ασφάλεια; Και πώς εισπράττεις συμβολικά τον αποχωρισμό του Βόγλη από την Άνναμπελ, ένα πρωινό….
Νιώθεις ότι σε έχει απορρίψει η ίδια σου η ιστορία, αλλά και η γεωγραφία. Είσαι στιγματισμένος από την ανθρωπολογική επιστήμη. Αισθάνεσαι ότι θα πρέπει με τον φτωχό σου μουζάκα να αντιπαρατεθείς με την Ακρόπολη. Επιστρέφοντας λοιπόν έφηβος στην μεταπολίτευση, θα πρέπει να στυλώσεις την περηφάνια σου, έχοντας εν τω μεταξύ εμπεδώσει δια του κυπριακού ότι οι όλοι ξένοι σε επιβουλεύονται, ίσως όχι οι Γάλλοι.

Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Αναγνωστάκης, Γκάτσος όλοι τραγουδισμένοι - κι αν ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ, ο Ρίτσος πήρε βραβείο Λένιν, (πήρε μετά και ο Ελύτης Νόμπελ). Και μαθαίνεις λίγο-λίγο και τις παρέες. Χατζηδάκης, Κουν, Τσαρούχης, Γκάτσος, Ελύτης. Αρχίζεις να λατρεύεις όλο και πιο πολλούς σαν κι αυτούς. Γι αυτούς δεν αισθάνεσαι ότι χρειάζεται να εφαρμόσεις την αναλογία «είναι ο έλλην…..», άλλωστε αυτή την ανάγκη δεν την έχεις νιώσει ακόμα. Πολύ μακριά θα πάει…. Πρέπει να το κονταίνω.
Λοιπόν, γρήγορα και σβέλτα.
Το ροκ και κάθε τι ξένο που έχει αγαπηθεί φέρει μεταπολιτευτικά κάτι από τη ρετσινιά της ξένης απειλής. Το ίδιο και η κλασική μουσική που επιπλέον φέρει τη ρετσινιά της ταξικής της προέλευσης (sic, πού τη βρήκαν είναι άλλο καπέλο, απορεί δε κάποιος πώς ολόκληρη γενιά αριστερών πλην ελαχίστων δεν γνώρισε ποτέ τον Σοστακόβιτς και τον Προκόφιεφ που κάθε σοβιετικός εργάτης γνώριζε). Ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκης και οι άλλοι όλοι, καλοί βρε παιδί μου, δε λέω, αλλά το βαραίνουν το πράγμα, σε λίγο έρχεται το ’81, σε λίγο θ’ ακουστεί «ο λαός τραγούδι θέλει τέρματα προβλήματα, χόρεψε το τσιφτετέλι κι όλα πια βλαστήμα τα». Η ζεμπεκιά είναι καθιερωμένη υποχρέωση κάθε πολιτικού, όπως πάλαι ποτέ ο τσάμικος κάθε συνταγματάρχου. Το ίδιο και το να δηλώνει τι ομάδα (όχι αίματος) είναι, ως βασικό στοιχείο της ανθρωπιάς του. Η ρεμπετολαγνεία που μας έδενε με την αγιοποιημένη εικόνα του λούμπεν υποσκελίζεται από την ποδολαγνεία προς τις τραγουδίστριες του λαϊκού ρεπερτορίου (αντίθετο αυτού το έντεχνο). Κι όλα αυτά, διότι ουδέποτε μπήκαμε στον κόπο να εμβαθύνουμε στο τι είναι και τι σημαίνουν όλα αυτά τα παράγωγα της λέξης λαός. Γι αυτό απ’ όλη αυτήν τη σκηνή (sic) εξακολουθούν και μένουν απέξω ο Νίκος Σκαλκώτας (ο έλλην Μπεργκ), ο Δημήτρης Μητρόπουλος (ο έλλην Κάραγιαν που κι αυτός ήτο έλλην), ο Γιάννης Χρήστου (που αν δεν έφευγε πρόωρα θα ήτο ο έλλην Λιγκέτι) και ο Ιάνης Ξενάκης (που είτε από λεπτό χιούμορ, είτε για να μας πικάρει, άλλοτε δήλωνε Ρουμάνος και άλλοτε Γάλλος).

«Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ», που λέει κι ο ξεπεσμένος δερβίσης του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (δηλαδή, του έλληνος Λέοντος Τολστόι).

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

Rembetico & Μπλουζ

μέρος πρώτον, εισαγωγή.




Παίρνω αμπάριζα από μια πρόσφατη καταχώρηση του Πετεφρή (Όταν συμμαζεύεις χαρτιά…, 20-10-2007) για να διεισδύσω σε ένα θέμα παρωχημένο. Την περίφημη ομοιότητα του ρεμπέτικου και των νέγρικων μπλουζ. Η ομοιότητα αυτή είχε εφευρεθεί από αυτοκλήτους κοινωνιολόγους-μουσικολόγους για να καλύψει ιδεολογικά την μετάλλαξη ροκάδων που σνομπάριζαν τα λαϊκά τραγούδια σε φανατικούς απολογητές του Μάρκου Βαμβακάρη.
Η συνταύτιση μπλουζ και ρεμπέτικου έχει τας αφορμάς της. Εκδηλώνεται σε μία εποχή (’70-’80) όπου η ροκ σκηνή μεταλλάσσεται από εκρηκτική σε εμπορική. Η ροκ μουσική έχει ενηλικιωθεί, οι πρώτοι λάτρεις της ψηφίζουν ή είναι και υποψήφιοι, κάποιοι είναι τακτοποιημένοι οικογενειάρχες. Η σκληρή ηχητική της ροκ , καθώς και η δυναμική ρυθμικότητά της είναι αναγνωρίσιμα πλέον ως ξεχωριστό μουσικό είδος ακόμα και από τη γιαγιά του σπιτιού που μέχρι πρότινος αυτά τα βασικά γνωριστικά στοιχεία τα θεωρούσε ως φασαρία που κάνουν οι μαλλιάδες. Να πάμε λίγο πίσω και να πούμε ότι οι μαλλιάδες, οι εξτρεμιστές της αντίδρασης μια νεολαίας που αφήνει την δεκαετία του ’50 με τα κουστουμάκια της, συνακολουθούνται από τους πιο δειλούς που οσμίζονται αέρα ελευθερίας, ελευθερίας κυρίως ερωτικής, και που στον ήχο των Λεντ Ζέπελιν πχ αναγνωρίζουν ένα σύνθημα που λέει «εμείς οι νέοι έχουμε τον δικό μας κόσμο, με τα ήθη και έθιμά του, κάτω η Καραγκούνα». Και η Καραγκούνα είναι τόσο μισητή, όσο και η φωνή του Παπαδόπουλου, γιατί το ραδιόφωνο και η τηλεόραση της επταετίας μας είχαν φλομώσει με τον Καμπαφλή (εξαίρετο κατά τα άλλα αοιδό του δημώδους άσματος) και με την Ιτιά (εξαίρετο κατά τα άλλα δημώδες άσμα). Τα δημοτικά τραγούδια εναλλασσόμενα με εμβατήρια μας ενημέρωναν για το πότε τα τανκς κατέβαιναν στο δρόμο. Ενώ σε στιγμές μικροαστικής ευμάρειας το ελαφρολαϊκό «Δελφίνι-δελφινάκι» και το «Κυρα-Γιώργαινα ο Γιώργος σου που πάει;» μας θύμιζαν ότι είμαστε η τουριστική χώρα της διπλοπενιάς (όχι της γενικής πενίας). Παραλλήλως, το μεταξικής αισθητικής ετήσιο υπερθέαμα του Παναθηναϊκού Σταδίου «Η Πολεμική Αρετή των Ελλήνων» σε αγαστή συνεργασία με το ελληνικό κινηματογραφικό μιούζικαλ κατεδείκνυαν την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού: σανδάλι-τσαγγίον-τσαρούχι-σκαρπίνι. Όλα αυτά τα επιφανειακά στοιχεία-στοιχειά που όριζαν την ελληνικότητα προσπαθώντας παράλληλα να καθορίσουν το υποσυνείδητο των νέων και να ελέγξουν τα όνειρά τους, συνάντησαν την αντίδραση σε ένα μανιφέστο όχι λέξεων αλλά συμπεριφορών: «Εγώ, ο Μήτσος, θα λέγομαι από τούδε και στο εξής Ντέμης και δεν θα πάρω γυναίκα με προξενιό, αλλά θα γνωρίσω στα πάρτυ καμιά πενηνταριά και μετά άμα μεγαλώσω βλέπουμε. Κάτω η Καραγκούνα. Σατισφάξιον, και ας μην καλοκαταλαβαίνω τα εγγλέζικα». «Εγώ, η Ιουλία, θα λέγομαι από τούδε και στο εξής Τζούλια και δεν θα πάρω άντρα με προξενιό, θα δω πρώτα τι σημαίνει χαρά στα σκέλια μου και μετά βλέπουμε. Θα πάω απόψε στο πάρτυ με τον Ντέμη ο κόσμος να χαλάσει, κάτω η Καραγκούνα. Σατισφάξιον, και ας μην καλοκαταλαβαίνω τα εγγλέζικα». Οι πιο θαρρετοί εποικούσαν τα Μάταλα παρέα με τους χίππηδες. Οι άνω τάξεως με κάμπριο ήταν καθημερινοί θαμώνες των κλαμπ με συγκροτήματα ρέπλικες των Μπήτλις. Οι μέσοι αρκούνταν στα 45αρια δισκάκια και στα πρώτα λονγκ-πλέυ, στο ερασιτεχνικό ημίφως του σαλονιού κάποιου σπιτιού, στις παραλίες γύρω από μια φωτιά και τον Μήτσο-Ντέμη να γρατζουνάει μια κιθάρα που το καπάκι της είχε ξασπρίσει απ’ τις αλλεπάλληλες εκθέσεις στον ήλιο και στην ασκοθάλασσα. Οι μέσοι και κάτω, ξέφευγαν που και που για να επιστρέψουν στο τζουκ-μποξ του σουβλατζίδικου και να πιούνε τα κουρτάκια τους ακούγοντας «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά». Οι άλλοι παρέμεναν εκεί, στο καφενείο τους, στη συνοικία τους, στο χωριό τους. Οι πολιτικοποιημένοι, άκουγαν μπομπίνες με Θεοδωράκη εν είδει κρυφού σχολειού, εκκλησιάζονταν στις μπουάτ ιερατούντων του Μαρκόπουλου, του Σαββόπουλου, του Λεοντή, του Λοΐζου, του Γλέζου, της Κωχ και δεν είναι διόλου τυχαίο, για να κάνουμε και μία στροφή γιατί δεν με βλέπω να τελειώνω αυτό το κείμενο, δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν, ότι κάτι η φωνή του Ξυλούρη, κάτι η φωνή της Σαμίου, του Γαργανουράκη, του Χαλκιά, κάτι το σαντούρι του Μόσχου, ο ήχος του Μαρκόπουλου κυρίως, έρρυσαν εξ αιμάτων την δημοτική μουσική και μας την επέστρεψαν εξαγνισμένη, με ανακαινισμένο το παλαιόν της ένδυμα, να μη θυμίζει συνταγματάρχη μεθυσμένο σε πασχαλινό γλέντι.
Την εποχή εκείνη, μέσα προς τέλη ’70, μεταπολίτευση, παραλλήλως εμφανίζονται δυναμικά οι συλλέκτες ρεμπέτικων δίσκων γραμμοφώνου, ο Χατζηδουλής, ο Παπαϊωάνου, ο Κουνάδης οι οποίοι προβάλλουν το ρεμπέτικο σε εκπομπές και συνάμα πείθουν τις δισκογραφικές εταιρίες να κάνουν εκδόσεις παλιών ηχογραφήσεων. Η αναζήτηση ριζών και εθνικής ταυτότητας, έννοιες που δεν θα αναλύσω γιατί θα λαλήσω, είχαν δημιουργήσει ανάγκες, ώστε το κάθε τι που θα μπορούσε να συνεισφέρει στην διαλεύκανση της μουσικής καταγωγής μας ήταν εκδόσιμο. Ο Χατζηδάκης σε ανύποπτο χρόνο ήδη από το ’60 είχε μιλήσει για το ρεμπέτικο - στην ρεμπετολαγνεία που επηκολούθησε έστρεψε τα νώτα. Ο Τσιτσάνης του ’70 στο Χάραμα και του ’80 στο Χρυσό Βαρέλι, ακούγοντας τις παλιές του ηχογραφήσεις ίσως να ετύπτετο για τον ήχο που παρήγαγε στα γεράματα, σε σχέση με τη χρυσή εποχή του ’50. Το σκρατς των δίσκων γραμμοφώνου, έγινε σύμβολο αυθεντικότητας. Η επιτυχία των παλιών ρεμπέτικων σε επανέκδοση, γεννά και τις πρώτες ρεμπετικές κομπανίες, περιοχή Ιπποκράτους, ερασιτέχνες οργανοπαίκτες φοιτητές, θαμώνες φοιτητόκοσμος.
Ο κιθαρίστας Μήτσος-Ντέμης έχει προδωθεί. Οι ρίζες που την ηχητική τους μίσησε έχουν επανέλθει στο προσκήνιο κι αυτός πρέπει να διαλέξει «περιθωριοποιημένος ή προσκυνημένος». Και έρχεται ως μάνα εξ ουρανού η Κοινωνιολογία. Ο Ντέμης, «Μήτσος, το Ντέμης κομμένο», αγοράζει μπαγλαμά, κρατάει το αμπέχωνο, αφήνει μουστάκι και λίγο-λίγο φέρνει το μαλλί στο κοντό, το κάνει και χωριστρούλα. «Ξέρεις φίλε μου τι είναι Κοινωνιολογία; Άμα δεν ξέρεις δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Είναι τυχαίο, δηλαδή (ς), που κάτω απ’ τις ίδιες συνθήκες, αναπτύσσεται στην Αμερική το μπλουζ και στην Ελλάδα το Ρεμπέτικο; Το λούμπεν στοιχείο τα δημιούργησε και τα δύο. Είναι τραγούδια διαμαρτυρίας. Δες ρε μαλάκα καμιά φωτογραφία του Μάρκου δες και τον Ρόμπερτ Τζόνσον και θα καταλάβεις».
Τον συμπαθώ τον Ντέμη – Μήτσο. Ήμουν σκληρός όταν σχολιάζοντας την καταχώρηση του Πετεφρή, απεκάλεσα τον Ντέμη-Μήτσο πλατωναριστοφανικόν ερμαφρόδιτον. Και για να αποδείξω την συμπάθειά μου διάλεξα την πλέον σκουρόχρωμη φωτογραφία του Μάρκου για να την βάλω πλάι στον Τζόνσον.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

σπανία ηχογράφησις ρεμπέτικου

"ΟΙ ΝΤΟΥΜΑΝΟΤΡΥΠΕΣ" του Λαπαθιώτη, αγνώστου σε μένα συνθέτη.


Το παρόν σπάνιον ρεμπέτικον περιήλθε στην συλλογή μου σε ηλεκτρονική μορφή. Δεν κατέχω δηλαδή κάποιον δίσκο γραμμοφώνου με το συγκεκριμμένο κομμάτι, παρά μόνον κοσμεί τη συλλογή μου σε μορφή mp3. Πρόκειται για ένα κομμάτι σε στίχους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Στίχους απρόσμενους για έναν νεορομαντικό ποιητή, εξίσου απρόσμενους με αυτούς του "ΒΑΟ ΓΑΟ ΔΑΟ". Οι στίχοι αντανακλούν την κρυφή ζωή του ποιητή, αυτήν που μέσα από διαθλάσεις αναδύεται στα γνωστά ποιήματά του.

 Όταν ο παππούς μου έψαχνε να βρει ένα οικοπεδάκι να αγοράσει για να χτίσει την προίκα για τις δυο μικρότερες αδερφές του, ένας μανιάτης κοντοχωριανός του τού είπε:
- "Παναγιώτη μου, έλα εδώ στη Πειραική, και εγώ σου φράζω ένα στρέμμα για δέκα λίρες, όπου το θες, κορώνι μου".

 Ο παππούς μου ο καημένος, είχε που είχε τη ντροπή του, μανιάτης να έχει παντρευτεί πριν παντρέψει όλες τις αδερφές του, κοκκίνησε:
-"Να πάρω εγώ Κυριάκο προίκα στις αδερφές μου δίπλα στους τεκέδες;"

Δεν ήταν υποχρεωμένος, ως μανιάτης, να πάρει προίκα σε καμμία αδερφή του. Στη Μάνη, το 'χω ξαναγράψει, οι γυναίκες προίκα δεν έπαιρναν. Μόνο κληρονομούσαν από μάνα σε μάνα αλυκές, ώστε να έχουν αλάτι για το μαγείρεμά τους, και σπανίως κάποιες πλούσιες οικογένειες δίνανε για κάποια χρόνια στις κόρες, ως προίκα, μερίδιο της ελαιοπαραγωγής. Όχι ρευστόν και προπάντων όχι γη και ακίνητα. Ο παππούς μου όμως ήθελε να τις προικίσει τις δυό μικρές του αδερφές. Αφού πάντρεψε τις δυό μεγαλύτερές του και παντρεύτηκε, έπρεπε να τις νοιαστεί, κανείς να μην μπορεί να πει ότι δεν τις νοιάστηκε. Εντάξει,... παντρεύτηκε πριν τις παντρέψει. Αλλά τις νοιάστηκε.

-"Α ρε καημένε Παναγιώτη. Εδώ βρε στην Πειραική σε είκοσι χρόνια αυτά τα οικόπεδα θα είναι χρυσάφι".
-"Τα έχω χεσμένα, με συγχωρείς. Εγώ τις αδερφές μου δεν τις έχω να μένουνε μεσοτοιχία με τους χασικλήδες. Κι έπειτα η Πειραική είναι γεμάτη ποντικούς και κουνούπι. Και είναι και ερημιά. Στην ερημιά να βάλω τις αδερφές μου;".
Και πήγε και αγόρασε με τα λεφτουδάκια του ένα οικοπεδάκι στο συνοικισμό της Παναγίτσας. Παναγία, Ρόδον το Αμάραντον. Τρακόσια μέτρα από την παραλία της Πειραικής, αλλά συνοικισμός. Με φώτα του δήμου, νερό και ηλεκτρικό.

Ο κυρ-Γιάννης ο γαλατάς που είχε αγοράσει για να βόσκει τις κατσίκες του ένα στρέμμα στην Πειραική, πλάι ακριβώς στον Καραγκιόζη του Χαρίδημου, τώρα έχει αφήσει προίκα στα εγγόνια του μιαν οχταόρωφη πολυκατοικία. Αλλά εγώ πιστεύω ότι ο παππούς μου καλά έκανε και δεν πήρε τότε το οικόπεδο στην Πειραική. Γιατί οι αδερφές του οι καημένες, είχανε που είχανε μείνει ανύπαντρες, να παίρνανε και σπίτι στην Πειραική, τότες όλος ο κόσμος θα έλεγε το μακρύ του και το κοντό του.


Ο Λαπαθιώτης σε κάτι τέτοια μέρη σύχναζε. Και χωρίς επίφαση. Χωρίς επίφαση γιατί τον πήρε από κάτω. Δεν πήγε για κουλέρ λοκάλ. Πήγε και συγχωνεύτηκε. Διατηρώντας την ποίηση. Γι αυτό και τις αποστροφές του τις άφηνε αδημοσίευτες. Και γι αυτό κι εγώ λέω συγχωνεύτηκε. Γιατί μπόρεσε και διατήρησε την διάκριση-μπορούσε να διακρίνει τους κόσμους. Αν δεν μπορείς να διακρίνεις τότε, απλώς, ταυτίζεσαι.
Τους στίχους αυτού του τραγουδιού του, μου τους έστειλε η φίλη μου η Φανή. Τους βρήκε στο βιβλίο του Πέτρου Χαρτοκόλλη "Ιδανικοί Αυτόχειρες", εκδόσεις ΕΣΤΙΑ. Είναι αδημοσίευτοι από τον ποιητή. Αν και το περιβάλλον στο οποίο αναφέρεται είναι οι τεκέδες του '30, το τραγούδι έχει δομή δημοτικού με γλώσσα ρεμπέτικου. Δεν είναι ρεμπέτικο, γιατί δεν υπάρχει ρεμπέτικο τραγούδι χωρίς ομοιοκατάληκτους στίχους, έστω δίστιχα. Στο τραγούδι αυτό συγχωνεύονται δημοτική τεχνική και ύφος με ρεμπέτικο θέμα.

(Α στροφή)
Κάτω στου Μήτσου τον ντεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο
και βρήκαν ντουμανότρυπες κ' ένα γιαπί λουλάδες,
πενηνταδυό διμούτσουνες και δεκαοχτώ μαρκούτσια.


Σουρτά- σουρτά με μπαμπεσιά ζυγώσαν οι ρουφιάνοι,
με ζούλα ήρθαν οι π[ούστηδες] και μας εβάναν μπόστα:
τσιμπήσαν πρώτα τον Μπαλήν, όπου φυλούσε τσίλλιας,
και μπήκαν στο τσαρδάκι μας και μας τα κάναν λίμπα.


(Β στροφή)
Πήραν τις ντουμανότρυπες, πήραν και τους λουλάδες,
πήραν και τις διμούτσουνες, τα δεκαοχτώ μαρκούτσια,
πήραν και τους ντερβίσιδες και στο πλεχτό τους πάνε
 


(Γ στροφή)
πήραν τον Μίκα το Ντουρντή, το τζε του Ντελαβέρη,
το Μπάμπουλα, το Μπούμπουλα και το Μπαλή το Μήτσο,

πήρανε και το ντερτιλή το Ντάτα, το θερίο,
πόκανε πέντε στην Παλιά και δώδεκα στ' Ανάπλι,
κι όταν μιλάη τσακίζεται και λέει: Όφ, τ' αδρεφάκι.
Πήραν και το Σκουντή το Λια με τα σμιχτά τα φρύδια,

κι ο Λιάκος βαρυγκόμαγε, κι ο Λιάκος βλαστημούσε.

(Δ στροφή).
Λιάκο μ' τ' έχεις και θλίβεσαι, τ' έχεις κι αναστενάζεις;
Δεν κλαίω που με τσιμπήσανε και στο πλεχτό με πάνε,
μον' κλαίω που μου τη σκάσανε κι ακόμα είμαι χαρμάνι...



Ο συνθέτης το έπιασε το αντικείμενο. Διάλεξε δώδεκα από τους είκοσι συνολικά στίχους, έτσι ώστε να αποτελούν στροφικές ενότητες. Απέφυγε και επικίνδυνες λέξεις όπως τη λέξη "πούστηδες" ίσως φοβούμενος λογοκρισία, αν και εκείνη την εποχή ακόμη δεν υπήρχε. Έφτιαξε ένα τραγούδι τετράστροφο από στροφές τρίστιχες, όπου ο δεύτερος στίχος κάθε στροφής τραγουδιέται δις. Σας επαναλαμβάνω ο συνθέτης, όπως και ο τραγουδιστής και οι εκτελεστές, μου είναι άγνωστος, όπως πολλές φορές άγνωστος είναι σε μένα ο ίδιος μου ο εαυτός. Παρακαλώ λοιπόν κάθε εκλεκτό συλλέκτη και μουσικολόγο του ρεμπέτικου να με πληροφορήσει για οτιδήποτε γνωρίζει σχετικά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΠΡΩΙ

ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΧΕΙΛΑ«βρε συ Γιάννη Αχειλά
γέμισέ μας το λουλά».

Ανεξήγητο πρωί,
Με μαρμελάδες, παξιμάδια, γαλατάκι,
Αιφνίδιο παρ’ όλα αυτά,
Γιατί μας επιτέθηκαν οι λοκατζήδες.
Κι αν ήταν Τούρκοι κι είχαν κι άλογα,
Παρασκευή θα ήτανε,
Παρασκευή με τα καπνά,
Παρασκευή με πίττες.
Την άλλη μέρα το πρωί
Τρέχαμε στα τραγούδια.
«Σα φουμάρω ναργιλέ,
Λέω,
Στην αγάπη μου μανέ,
Μα εκείνη δε μ’ ακούει,
………………………….»

Έτσι εκμεταλλεύτηκα
Και άλλες αναμνήσεις.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ_ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ_ΠΟΛΙΤΙΚΑΤο τραγούδι «ο Γιάννης Χασικλής, ή Αχειλάς» ήτανε σύνθεση του Ιωάννη Δραγάτση, ή Ογδοντάκη. Μεγάλος βιολιστής του ρεμπέτικου. Είχα γνωρίσει τον γιο του. Στου Γιάγκου την ταβέρνα, στον Άγιο Νείλο. Μπεκρόβιος. Μεταξύ άλλων ήταν και παρατηρητής αγώνων, γυμνασίαρχος σε αγώνες β΄ εθνικής, (ο παλαιού τύπου τέταρτος διαιτητής), ωραιότατος μπεκρής, με όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου, μουστάκι θάλλον, αλλά το μάτι λίγο θολό, ωστόσο πλήρες φιλικότητος.
Για να μην μπερδευόμαστε, όλα αυτά τα περί το ποδόσφαιρο ήτανε ο γιος του. Ο κανονικός Ογδοντάκης ήτανε βιολιστής, είπαμε.
Κι ο γιος του, του Ογδοντάκη, μου έλεγε: «μόλις ο πατέρας μου πήρε σύνταξη, έβαλε το βιολί στη θήκη και έβαλε τη θήκη πάνω από μια ψηλή ντουλάπα που είχαμε. Δεν το ξανάπιασε ποτέ. Τόσο το είχε σιχαθεί». Και συμπλήρωνε: «Εγώ βιολί δεν έμαθα. Με είχε βάλει για να μάθω, αλλά δεν μάθαινα».
Απορώ δε, περί του πώς οι τότε μουσικοί κατάφερναν και έπαιρναν σύνταξη. Πριν την ένταξη στην ΕΟΚ….. μου φαίνεται παραμυθένιο. Χέστα θα μου πεις. Τα χέζω.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2005

ΓΙΑ ΤΗΝ ξ.

Είχα σχολάσει, αγαπητή μου ξ, από το μαγαζί και πήγαινα ποδαρόδρομο στην Ομόνοια να πάρω το 170, νυν 049, ΑΘΗΝΑ-ΠΕΙΡΑΙΑΣ. Αυτό το λεωφορείο είχε δρομολόγια όλη νύχτα, ενώ οι υπόλοιπες συγκοινωνίες σταμάταγαν ακριβώς τα μεσάνυχτα.

(Συγγνώμη για την μικρή διακοπή, αλλά έπρεπε να φορέσω τα γυαλιά μου, καθότι η πρεσβυωπία, ενισχυομένη κατά τον συνδυασμόν της με την χρήση των υπολογιστών, από εικοσαετίας, με έχει τσακίσει προσφάτως).
Πήγαινα λοιπόν προς στην Ομόνοια, έχοντας ξεκινήσει από την Ιπποκράτους. Δυό τσιγάρα δρόμος. Εκεί στο φανάρι της Πατησίων μού ‘ ρχεται η μυρωδιά από την «στοά των πειναλέων». Γύρος.
Ο γύρος τότε σπάνιζε. Κατά το ’72 με ’75 είχανε πιάσει κάποιους σουβλατζήδες που παρασκεύαζαν γύρο επικίνδυνο από γάτες, σκυλιά και σάπιο κρέας και ο γύρος είχε απαγορευτεί, ως μορφή (κρέατος ψητού). Αλλά στην Ομόνοια, εκείνη την εποχή-διότι λέμε “χρονιά” για πριν 5 χρόνια και “εποχή” για πριν 25- εκείνη την εποχή, λοιπόν, είχε αρχίσει δειλά-δειλά να επανεμφανίζεται, ως μορφή ο γύρος-χλαπάτσα (το αντίθετό του είναι το «ντονέρ»).
Θες από πείνα, θες επειδή όταν ήμουνα μικρός, οκτώ χρονώ, ο πατέρας μου μού είχε απαγορεύσει να φάω έξι σουβλάκια τυλιχτά μονοκοπανιά σε ένα γεύμα, όταν είχαμε πάει οικογενειακώς στην Πεύκη για σουβλάκια και εγώ όταν ήρθε το γκαρσόνι παράγγειλα «έξι» και ο πατέρας μου με αγριοκοίταξε και μου είπε «το πολύ τέσσερα», δεν ξέρω πάντως, μου μύρισε και είπα να πάω να φάω «μία γύρο». Σημειωτέον όταν στα δεκατέσσερά μου είχα σπάσει το πόδι μου, ο ορθοπεδικός* μου συνέστησε δίαιτα-γιατί όπου νά’ ναι θα έμπαινα στην εφηβεία και δεν έκανε να είμαι παχουλός που τα κορίτσια δε θα με θέλανε. Έκανα τη δίαιτα και αδυνάτισα, ψήλωσα κιόλας, 1.70** και 62 κιλά, καλό για την «εποχή» μου. Το ’81 εξακολουθούσα να είμαι 62 κιλά, σε αντίθεση με τώρα που είμαι 81 κιλά, αλλά πάντως κάποιο από όλα αυτά τα νούμερα που έχω αναφέρει ως τώρα το διατηρώ.
Παρήγγειλα τον «μία γύρο» και τον έτρωγα. Το μπουζούκι μου στην πλαϊνή καρέκλα.
Στο «βάθος κήπος» κάτι γομάρια, «τριανταεφτά κιλά παϊδάκια και οχτακόσιες μπύρες***». Την τύφλα τους είχανε και το μάτι άγριο σχεδόν «χέσε μέσα».
-Παίξε ρε παιδί κανα τραγουδάκι.
Εγώ, καλό παιδί, και φαγωμένο, πάντα με όρεξη για του πλησίον τις ορέξεις, καθότι φρικιό λίγο, ρεμπετάκι λίγο, λίγο απ’ όλα, και όλοι ίσοι είμαστε, «να το παίξω» είπα και από μέσα μου «να πάει στο διάολο».
Και πιο τραγούδι πιάνω; Γιατί, εν τη αφελεία μου, σχεδόν πέρσι μόλις κατάλαβα ότι αυτοί ήταν μπάτσοι, τότε. Παίζω λοιπόν το «τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα». Τελεία και εισαγωγικά:

«Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοιαν ώρα,
ήρθανε να μας ρεστάρουν και τα ζάρια να μας πάρουν,

κλπ…..κλπ….κλπ….

Μπάτσοι και χωροφυλάκοι μας καθίσατε στην πλάτη….»

Πολύ ωραία.
Με λυπήθηκαν και δε με σπάσανε στο ξύλο. Αλλά τέτοιο γυάλισμα στο μάτι, μόνο ο Ομέρ-Βρυώνης θα πρέπει να είχε λίγο πριν αποφασίσει το σούβλισμα του Αθανασίου Διάκου.
Ευτυχώς, αυτοί με απαλλάξανε.
(Είχανε ήδη αλλάξει οι «εποχές»).

*Απορώ, γιατί διάφορα φαρμακεία και ιατρεία γράφουν την λέξη ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΑ με «ΑΙ» δηλαδή ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΑ. Μου έλεγε ένα φίλος που έχει εμπόριο «ορθοπαιδικών», κατά τη γνώμη του, ότι η ορθογραφία της λέξης προέρχεται από τη λέξη «παιδί» και όχι από την λέξη «πέδη», διότι οι πρώτες ορθοπε(παι)δικές εφαρμογές γίνανε από γάλλους ορθοπε(παι)δικούς γιατρούς σε παιδιά. Εγώ λέω ότι απλώς είναι ανορθόγραφοι.
** Θεωρώ παράξενο, ότι ακόμα και τώρα εξακολουθώ να είμαι «ύψος 1,70», παρ’ όλες τις επιτυχείς προσπάθειές μου να γίνω 46 ετών από μόλις 16.
*** Ερωτώ: Γιατί η «μπύρα» αν και λέξη-δάνειο γράφεται το «μπύ» με «ύ» ενώ το Beer κανονικά στην ελληνική θα έπρεπε να αποδοθεί ως ΜΠΗΡΑ, διότι τα δύο “ee” λέει ο κανόνας (ο παλαιός) ως βραχέα, αποδίδονται με Η (μακρόν);
Και απαντώ:
Διότι ο ΖΥΘΟΣ είναι δισύλλαβος και γράφεται με Υ η πρώτη του συλλαβή. Και η ΜΠΥΡΑ είναι δισύλλαβη και σημαίνει: «ΖΥΘΟΣ».

Σάββατο, Απριλίου 09, 2005

ΓΚΕΛ-ΓΚΕΛ ΚΑ'Ι'ΚΣΗ

Παλιά, το ’81, είχα πιάσει δουλειά σε ρεμπετάδικο. Έπαιζα μουζούκι και τραγουδούσα. Τότε δύο-τρία υπήρχαν εκεί γύρω στην Ιπποκράτους. Εγώ έπαιζα, πιο πολύ Μάρκο, Μπάτη, Γιοβάν-Τσαούς. Και επειδή δεν μου άρεσαν τα «αισθηματικά» του ρεπερτορίου, απέφευγα τα «γκελ-γκελ καϊκσή» και τα συμπαραμαρτούντα οιμώζοντα. Αν τα ζητούσε κάποιος, καλυπτόμουν από το ότι «δεν δεχόμεθα παραγγελίες» και πιστός σε αυτόν τον κανόνα, για να προφυλάσσομαι, δεν δεχόμουν να παίξω επί παραγγελία ούτε το «βάρκα μου μπογιατισμένη» που μου άρεσε πολύ. Νευρίαζα, μάλιστα, όταν κάποια παρέα ψιλοκουβέντιαζε, και αντί να δυναμώνω τη φωνή και το παίξιμο, χαμήλωνα, χαμήλωνα, τόσο που το καταλάβαιναν και ησύχαζαν. Γιατί παίζαμε χωρίς μικρόφωνα, όχι λόγω κουλέρ λοκάλ, αλλά από φτώχεια του μαγαζιού. Στο τέλος του προγράμματος έλεγα και κανα-δυό αμανεδάκια. Δωδεκάμιση το πρόγραμμα λάβαινε τέλος, έχοντας αρχίσει στις δέκα, και με ημίωρον διάλειμμα στις έντεκα παρακαλώ. Μεροκάματο, ένα χιλιάρικο. Ο μισθός καθηγητή γυμνασίου τότε ήταν 11.000 δραχμές, σήμερα είναι 1000 ευρώ, πες λοιπόν ότι το μεροκάματο που έπαιρνα ήταν σημερινά 100 ευρώ. Καλά λεφτά για νεαρό.
Απέφευγα τα αισθηματικά λοιπόν και τι απέμενε; Τα χασικλήδικα. Δε φουμαίρνω, δε βαράω, απλώς είναι ωραία παιδικά τραγουδάκια και τα πάω. Είχε πέσει σύρμα λοιπόν, ότι στο Μ……..ι παίζουνε βαριά. Σουξέ μεγάλο είχε το «Ρε ‘ν’ από πίσω απ’ τη στρατώνα». Όμως αφουγκραζόμουν όλο και πιο πυκνά την απειλή μιας παραγγελιάς του «καϊκσή» και παράλληλα είχα αρχίσει να νιώθω μέσα μου το έμβρυο της ενδοτικότητας να δίνει της πρώτες χαριτωμένες του κλωτσίτσες.
«Θα τους κάνω το χατήρι και θα το παίξω το ρημάδι, να πάει στο διάολο. Αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω, θα το μελετήσω καλά και το βράδυ θα το παίξω».
Με τα πολλά μετά από εξάμηνη καριέρα, τα μάζεψα και έφυγα για να αφοσιωθώ στις μουσικές αναδιφήσεις μου. Έκανα που και που μεροκάματα και είχα την ησυχία μου. Όμως παρακολουθούσα τη «μουσική σκηνή» των ρεμπετάδικων και τα έβλεπα που λίγο-λίγο γίνονταν λαϊκάδηκα. Το «γκελ-γκέλ καϊκσή» θα πρέπει γύρω στο ‘85 να παιζόταν ταυτόχρονα σε 5 από τα 15 ρεμπετάδικα που είχαν εν τω μεταξύ ξεφυτρώσει. Και το ‘95 πια, που όλος ο κόσμος ήταν πάνω στα τραπέζια, αισθανόμουν πανευτυχής που τη γλίτωσα τόσο νωρίς και ανέξοδα.
Ταλφινέλ, αγαπητέ μου, μη τα πολυλογώ. Όταν είδα το μπλογκ μου «προτεινόμενο» και σε δικό σου, αλλά και σε παλιότερο δημοσίευμα του Νίκου Ξυδάκη-και ομολογώ ότι σας εκτιμώ αμφοτέρους-ομολογώ ότι κολακεύτηκα. Αλλά να, την ίδιαν ώρα διαβάζοντας το bereketis.com στην εφημερίδα, σα να άκουσα από τα παλιά ένα ψίθυρο: «Παίξε τον καϊκσή».

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)