Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα για την ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα για την ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

ΠΡΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τι είναι η ποίηση; Όχι γενικώς. Ειδικώς, για την θείτσα μου την Πιπίνα, τη συχωρεμένη. Η ερώτηση γίνεται σε ενεστώτα για να τονιστεί η αντοχή της τέχνης στον χρόνο, μια εκδοχή αθανασίας που πιστεύω δεν ανήκει μόνο στα τεχνουργήματα, αλλά και σ’ όσους τα απήλαυσαν.

Η ποίηση, ως πεδίον που εκτήθη από την θείτσα Πιπίνα, την Πιπίνιζα, το Πιπινάκι, κατά την εις πολλά και άλλα τυρβάζουσα του βίου της πορεία, μπορεί να πάρει, πιστεύω, τη μορφή μιας ενιαίας έκδοσης, όχι πολυσέλιδης. Το μόνο βιβλίο που κράτησε στα χέρια της ήταν ο Τσελεμεντές. Και αυτό σπανίως. Συνήθως κατέφευγε στο συνταγολόγιο που είχε απ’ τη μάνα της, γραμμένο με μελανομόλυβο, μολύβι που έγραφες σαλιώνοντας τη μύτη του και η γραφή του έμενε ανεξίτηλη. Η μόνη της επαφή με την τέχνη της ποίησης, ήταν η καθημερινή ευλαβική ανάγνωση, καθώς και η αποστήθιση, των τετραστίχων του ημερολογίου, και ως ήτο αναμενόμενον, το τετράστιχον της επομένης κατελάμβανε στην μνήμη της τον χώρον του τετραστίχου της προηγουμένης, έτσι ώστε ως έρμα να παραμένει μόνον το μορφικόν πλαίσιον: τετράστιχον εκ δύο διστίχων, απαρτιζομένων από οκτασύλλαβον και επτασύλλαβον, των επτασυλλάβων ομοιοκαταληκτούντων συνήθως:

«Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο
ποτές να μην ξυπνήσω,
γιατί με την αγάπη σου
ποθώ να ξεψυχήσω.»

Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι, αν ο ΟΙΚΟΣ ΔΑΡΕΜΑ (συστηματικός εκδότης επίσης του «Καζαμία») απεφάσιζε ποτέ να εκδώσει εις ενιαίαν συλλογήν το σύνολον των τετραστίχων που δημοσίευε επί σειράν ετών στα «ημερολόγια ποιημάτων», τότε θα προέκυπτε η Πιπίνιος Ποιητική Συλλογή.

Όλως δικαίως, λοιπόν, για την ποιητική της παιδεία, το Πιπινάκι, χασκογελούσε, όποτε έβλεπε στην τηλεόραση ελληνικές ταινίες που διακωμωδούσαν την καρικατούρα του Ελύτη, ή του Εμπειρίκου, ή του Σεφέρη:

«Μαύρα κοράκια,
κόκκινα κοράκια,
Πράσινα κοράκια,
κίτρινα κοράκια,
Ωιμέ, ωιμέ».

Κάτι σαν να ‘ξερε, σα να συνδύαζε, κι ας μην είχε διαβάσει ποτέ της. Είχε αίσθηση της φόρμας, και αντιλαμβανόταν αμέσως τον πυρήνα της διακωμώδησης. Δεν ήσαν τα ποικιλόχρωμα κοράκια το πρόβλημα. Ο κινηματογραφικός ποιητής Φανφάρας, κατά συνεκδοχήν καρικατούρα απάσης της συγχρόνου ποιήσεως, ήτο γελοίος διότι απετύγχανε στον σχηματισμό αποδεκτής για το Πιπινάκι φόρμας.

Και τώρα επιτρέψατέ μου να σας αναφέρω, ως επίμετρον, ότι το Πιπινάκι, ήτο θρήσκο. Βαριόταν όμως τον τακτικό εκκλησιασμό, και ως δικαιολογία κάθε Κυριακή έβρισκε τον φόρτον της παρασκευής του πολυπλόκου ροζ-μπιφ της. «Πήγαινε εσύ Παναγιώτη και άναψε ένα κερί και για μένα, εγώ σηκώθηκα από τα άγρια χαράματα να προλάβω τη λειτουργία και ακόμα δεν έχω τσιγαρίσει το κρέας», έλεγε στον κουνιάδο της, τον παππού μου. Δεν έχανε όμως ποτέ Χαιρετισμούς. Με τη σύνοψη στο χέρι και το σκαμνάκι της, πήγαινε νωρίς- νωρίς στην εκκλησία να πιάσει πόστο. Όταν γυρνούσε, καταπιανόταν πάλι με την κουζίνα, ωστόσο με οίστρο έψελνε: «Άγγελος πρωτοστάτης…». Ήξερε όλον τον Ακάθιστο απ’ έξω. Ήξερε και το όνομα του Ρωμανού του Μελωδού. Μόνον που δεν ήξερε ότι πρόκειται για ποίηση. Αλλά κι εμείς που το ξέρουμε, παρ’ ολίγον θα την βγάζαμε περίπου άμουση, γιατί σχεδόν έχουμε ξεχάσει ότι η Ιερά Σύνοψις, είναι συνάμα και μια ποιητική συλλογή, ίσως η πλέον λαϊκή.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Κωνσταντίνου και Ελένης. Γιορτάζουν οι γονείς μου.(Ως ανταπόδοσις).

















Το απόσπασμα κριτικής που διαβάσατε είναι του Πέτρου Βλαστού, στο μελέτημα του "Ο Καβάφης ο στωικός", (Ιδέα 1, 1933), σκαναρισμένη από το βιβλίο "Η ΔΕΚΑΤΗ ΜΟΥΣΑ, Μελέτες για την κριτική" του Παναγιώτη Μουλά.
Ο καλλιτέχνης και ο κριτικός, πιστεύω, ότι συμπορεύονται. Όμως, επίσης για μένα αποτελεί δόγμα το ότι, αν και βαδίζουν στον ίδιο δρόμο, μονοπάτι, λεωφόρο (ό, τι προτιμάτε), οφείλουν, έστω και αν γνωρίζονται, να μη συνομιλούν …. περί του παπλώματος. Ο καθένας με την τέχνη του οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους άλλους εκτός από τους αμέσως εμπλεκομένους. Ούτε ο κριτικός στον καλλιτέχνη, ούτε ο καλλιτέχνης στον κριτικό. Γιατί αν αρχίσουν να συνομιλούν οι εμπλεκόμενοι, θα εμπλακούν. Ο καθένας έχει το ρόλο του. Και αν το επιθυμούν μπορούν να πιουν τα ουζάκια τους. Όχι, όμως (κατά τα πιστεύω μου) να συνομιλήσουν δημοσίως.
Επίσης, πιστεύω, ότι όποιον δρόμο και αν ακολουθήσει ένας θιασώτης της τέχνης, καλλιτέχνης, ή κριτικός, ή εραστής, το πράττει ως άσκηση ανιδιοτέλειας και αυτογνωσίας.
Το απόσπασμα της κριτικής του Πέτρου Βλαστού δεν το παρέθεσα για να αναδείξω το προφανές. Τάχα, δηλαδή, ότι ο Καβάφης –χρόνια του πολλά, Κώστας κι αυτός- τάχα, δηλαδή, επαναλαμβάνω, δικαιώθηκε εκ του αποτελέσματος, ενώ ο Βλαστός απαξιώθηκε εκ του αποτελέσματος. Διότι:

«Άσκ ολσούν τσιβιρινέκ.΄…… Ύστερον, έγινεν άφαντος και δεν τον είδε πλέον ουδείς. Κανείς δεν ηξεύρει. Ίσως την ώραν ταύτην να ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον. Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Ο ξεπεσμένος Δερβίσης".


Ας παίξουμε ένα παιχνίδι. Φανταστείτε ότι σας αποκρύπτω – δεν θα προτιμήσω την λέξη "στόχος" - φανταστείτε ότι σας αποκρύπτω το αντικείμενο της κριτικής του Βλαστού. Σας δίνω ως μοναδικό στοιχείο το χρονολογικό πλαίσιο και σας αφήνω. Πού θα πιστεύατε ότι απευθύνεται; Θα είχε έστω και ένα έρεισμα ύπαρξης; Και επεκτείνω το «πείραμα»: αν ο ίδιος ο Βλαστός είχε γράψει αυτό το κείμενο χωρίς να το προσανατολίζει επωνύμως, πώς θα σας φαινόταν;

Μην σας κουράζω άλλο, διότι προ μηνών διάβασα στο RAM ότι τα μπλογκ με μακροσκελή κείμενα διαπράττουν τακτικόν λάθος (πολύ τα ανακατεύουμε τα πράγματα….). Θα σας πω ευθέως, ότι προσφάτως ανέγνωσα σε στήλη μουσικοκριτικού, κείμενο που αναφερόταν σε συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής με έργα ελλήνων συνθετών χωρίς να παραθέτει ούτε τίτλους των έργων, ούτε τα ονόματα των διαπραξάντων το έγκλημα συνθετών, μεταξύ αυτών κι εγώ. Απεστρέφετο δε στο τέλος την εσωστρέφεια της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.
Είναι δε, η δεύτερη φορά που στην ίδια εφημερίδα αναφέρονται στο έργο μου χωρίς να αναφέρονται στο όνομά μου. (Εδώ θα ήθελα να προσθέσω ότι αφ’ ότου οι μέτοικοι απέκτησαν το δικαίωμα να υπογράφουν τις ζωγραφιές τους στους αμφορείς, η κριτική απέκτησε κι εκείνη υπογραφή. Αν η κριτική δεν αναφέρεται επωνύμως, μοιραία θα ενδυθεί κι αυτή την ομίχλη της ανωνυμίας, ή και της ανυπαρξίας).

Τι με πείραξε; Θα σας πω: Όταν τεχνικώς οφείλουν να αναφέρουν το όνομά σου και δεν το κάνουν, προσβάλλουν τους γονείς σου. Το παραβλέπω και ως οφείλω θα αναφερθώ τιμητικά εκτός από τους ισαποστόλους και στον Άγιο Νικόλαο, που τόσα χρόνια προστάτεψε τον πατέρα μου, καπετάνιο, από τα κύμματα και τις τρικυμίες και τον έχω και τον χαίρομαι. Πέρασα πολλές αγωνίες μικρός, αλλά από τότε που βγήκε στη σύνταξη, όταν λυσσομανάει ο νοτιάς και βραδιάζει, τουλάχιστον δεν ανησυχώ για εκείνον.

Τι τα θέλετε; Βρέθηκα εν τέλει να επισπεύδω κι εγώ την διαδικασία εξαπλώσεως της ομίχλης, αποκρύπτοντας τον κριτικόν και την εφημερίδα. Και να λοιπόν που ανακατευτήκαμε, αλλά πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

ΦΑΜΕ ΣΤΟΡΥ POIHSHS

Έχουν απομείνει ο Διονύσης και ο Νικόλας. Ποιος θα πάρει τα 150.000 €; Ε;ΕΙΣ ΚΟΡΗΝΗ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΘΡΕΦΕΤΟ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Μοναστηρίσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κοιτάω,
Πρόβαλε κει στα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω.

Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ’ την καρδιά μου ο στίχος,
Ας τον αφήνει να περνά και ας μην ζηλεύει ο τοίχος.

Κάμε να φύγεις αν μπορείς, έλα να σε φιλήσω,
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου θα σβήσω.

Μοναστηρίσια μου όμορφη, εδώ έλα και στοχάσου
Πως δε θα κάμω να χαθή, αθώα μου, η παρθενιά σου.
………………………………………………………
Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ
‘Σ μεγάλην εξοριά, σ’ ένα λαγκάδι,
μιαν ταχινήν επήγα στο κουράδι*,
σε δέντρη, σε λιβάδια, σε ποτάμια,
σε δροσερά και τρυφερά καλάμια.

Μέσα στα δέντρη κείνα τ’ ανθισμένα,
Που βόσκαν τα λαφάκια τα καημένα,
Στη γη τη δροσερή, στα χορταράκια,
Που γλυκοκιλαδούσαν τα πουλάκια,

Πανώρια λυγερή, πανώρια κόρη
Ωσάν καλή καρδία κι ωραία στα θώρη,
Έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση
Κ’ έλαμπε σαν τον ήλιον η ομορφιά τση.

Έπονται άλλα 464 στιχάκια και ο επίλογος του Δρυμητινού:
Κι’ ως εδεπά τελειών’ η βοσκοπούλα,
Ιστόρια τζη, καμόματά της ούλα,
Κι αν ευρεθούν άλλες πολλαίς γραμμέναις
Ας ξεύρει πάσα εις πως ειν’ σφαλμέναις.
Μόνον πως αύτη είναι η καλυοτέρα
Απ’ όσαις κι αν βρεθούν την σήμερον ημέρα,
Ετζ’ από με τον αποκορωνίτη
Νικόλαον δρυμητινόν από την κρήτην.
…….ακολουθούν κι άλλοι στίχοι………(προσέξατε τας απομιμήσεις)


……………………………16ος αιώνας, ίσως του Νικολάου Δρυμητινού.
*κουράδι=κοπάδι (εκ του κουρά, κούρεμα, διότι ως γνωστόν τα πρόβατα τα κουρεύουν)Για να μιλήσουμε ειλικρινά και άνευ φιλολογίας. Το πρώτο του Σολωμού, την σήμερον, δεν πάει ούτε για στιχάκι σε φασόν τραγούδι, έστω και με την πλέον ελπιδοφόρον μεταπολιτευτικήν καλήν κουλτουριάραν πρόθεση. Υπάρχει ωστόσο ως καντσονέττα στην Κεφαλλονιά και στην Ζάκυνθο.
Η Βοσκοπούλα δε, μοιάζει σχεδόν περιττής υπάρξεως, χωρίς το άκουσμα μιας λύρας ζωγραφίζουσας να πείθει.


Και είναι και τα δύο αριστουργήματα εις την συμπεριφοράν. Διότι:

Και τα δυο μοιάζουν να διαχειρίζονται την ίδιαν γλωσσικήν περιουσίαν , δηλαδή την άγνοια της γλώσσας και παράλληλα την πλήρη επίγνωση της δύναμής της, όταν συνδυάζεται.
Το δεύτερο κυνηγάει την ύπαρξή του μέσα από την υπνωτιστική δύναμη της έκτασής του ως τραγούδι: μια επαναλαμβανόμενη μελωδία που θα ντύνει όλη τη στροφή - όλο το ποίημα αφημένο στο δοξάρι και την βέβαιη φωνή του λυράρη.
Το πρώτο οικονομημένο όλο πάνω στο πειστικό βλέμμα του χορωδού, που με ένα ποτηράκι παραπάνω, θα παιχνιδίσει το ματάκι και θα μας βεβαιώσει ότι ακούμε ένα αριστούργημα ειδικόν για κρασάκι εις μίαν νήσον της Επτανήσου.
Και ποίαι άλλαι να πρέπει να είναι αι φιλοδοξίαι των ποιητών;

-Τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
-Δικό σου ήταν αυτό Διονυσάκη; Μπράβο πουλάκι μου! Τζάμπα σου την πήραμε την κιθάρα;

(βλέπε: Γιάννη Χρήστου, Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΡΥΧΝΙΝΗ, "Τι ωραία που παίζει ο γιαννάκης μας το διολί!!!".

Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2007

PERI (SYGXRONOU) POIHTIKHS

Ο θείος μου ο Παύλος ήταν δασύτριχος. Από μικρό παιδί ένιωθα ότι τα όντως όντα έπρεπε να κατηγοριοποιούνται. Οφείλουν, δηλαδή. Μετά άρχισε ένα άλλο μπέρδεμα. Η "οφειλή" και η "ωφέλεια". Έμαθα να ορθογραφώ αυτές τις λέξεις. Επανέρχομαι επαναλαμβάνοντας ότι ο θείος μου ο Παύλος ήταν δασύτριχος. Δεν είναι πλέον. Πέθανε πριν από εφτά χρόνια. Είναι δασύτριχος ως ανάμνηση, όχι ως όντως όν. Αλλά, και τι είναι η ανάμνηση; Από μικρό παιδί ένιωθα ότι άμα δεν ξέρεις κάτι και δεν βρίσκεις λέξεις για να δείξεις ότι το ξέρεις, πρέπει μεν να συνεχίσεις να μιλάς γι’ αυτό, αλλά πρέπει και να φυλάς τα νώτα σου. Κινδυνεύεις από τον ίδιο σου τον εαυτό που θα σε θέσει εν αμφιβολία, προσέτι δε, και κυρίως, κινδυνεύεις από κάποιον με καλυτέραν από σε εμφάνιση λογικής οργανώσεως, όστις θέτων σοι ερωτήματα θα σε κατατροπώσει και μάλιστα ενώπιον κοινού που είναι και το χειρότερο. Διότι ο βίος είναι πάλη. Εξ ου και βιοπάλη. Ο θείος μου ο Παύλος ήταν βιοπαλαιστής, αλλά ήταν και μποξέρ στην κατηγορία πετεινού, όπως έχω ξαναπεί. Κατά κάποιον τρόπο ήταν δηλαδή και σκέτο «παλαιστής». Βιοπαλαιστής πάντως ήταν από τα έντεκά του. Ξεκίνησε από μούτσος και έφτασε λοστρόμος στα πενήντα. Σχεδόν καμία πρόοδος. Ως μποξέρ, που δεν είναι ακριβώς παλαιστής, δεν διέπρεψε, πλην εκείνης της φοράς που ήδη σας έχω διηγηθεί, τότες δηλαδή που πλάκωσε στις μπουνιές κάτι μαχαιροβγάλτες στη γέφυρα του Σαν Φραντζίσκο. Και ερωτώ: δύνασαι αντιγράφοντας τον εαυτό σου να προοδεύσεις;
Δύνασαι. Αν και πολλοί θα σας πουν ότι η τέχνη προχωρά με την εξήγηση. Τι είναι εξήγηση; Θα σας πω. Είναι να παίρνεις π.χ. ένα μέλος παλαιόν του Πέτρου Μπερεκέτου και να το επεκτείνεις ενδοσκοπικά, δηλαδή, διατηρώντας τον σκελετό των φράσεών του, να δημιουργείς ή καλύτερα να φτιάχνεις φράσεις εκ των επί μέρους φράσεων.
Άλλο παράδειγμα:


Σολωμού:


«Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη».
Εξήγησις:

Ήτανε βράδυ,
Ένα από τ’ αναπάντεχα τα βράδια του Απρίλη.
Δεν ήταν το στεφάνι που φορούσες στα μαλλιά σου,
Ούτε το ανέκφραστο φιλί,
Που είδα
Να ζωγραφίζεται στα χείλη σου.
Είδα σου λέω, αν το πιστεύεις,
Ξανθά μαλλιά να σέρνουν τον χορό
Και να ανταποκρίνεσαι.

Αυτά, αν και προτιμώ άλλες εκδοχές, πιο γόνιμες (οι γόνιμες εκδοχές αποτελούν ιδίαν κατηγορίαν).

Σκεφτείτε την περίπτωση ακεραίων συνενώσεων:

«Έστησε ο Έρωτας χορό
με τον ξανθόν Απρίλη
και τρωγόπιναν οι φίλοι,
τσιριτρί τσιριτρό».


Σε αυτό το ποίημα συναντώνται τρεις, ουχί δύο, ποιητές. Ο Διονύσιος Σολωμός με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, ως προς τους στίχους και συντρέχει ο Ιωάννης Πολέμης ως προς την στιχοπλοκίαν, ως προς την μετρικήν αν προτιμάτε. Διότι η ομοιοκαταληξία έχει επιτευχθεί να είναι σταυρωτή, ιδιαιτέρως αρεστή στον Πολέμη.

Θα κλείσω με μίαν προσωπική κατάθεση, πιστή αντιγραφή του ποιητικού μου έργου, η οποία ωστόσο είναι σε σταυρωτή ομοιοκαταληξία, την οποίαν θεωρώ προσωπικώς αναστατικήν προοπτικήν της στιχοπλοκίας:

«Όταν μπορούσα,
ήμουν τσοπάνης στο βουνό.
Και τώρα έχω έναν καημό:
Που δεν γαμούσα.»

Η ωφέλεια αυτής της πρακτικής, οφείλω να συμπεράνω, είναι μεγάλη.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006

ΑΣΚΗΤΙΚΗ

"Παιδάκι μου, βρήκα αυτό το βιβλίο στη βιβλιοθήκη και έχει μιαν αφιέρωση για κάποια Κατερίνα και σκέφτηκα μην το βρεί η γυναίκα σου και έχουμε παρεξηγήσεις.....".

Η αφιέρωση έλεγε τα εξής: "Για τα παλληκάρια του 296, για την ανάμνηση της φιλίας μας και για την αιώνια επιδιωκόμενη Κατερίνα, με αγάπη Λάμπρος".

Η μάνα μου φοβήθηκε. Τη γυναίκα μου δεν τη λένε Κατερίνα. Ωστόσο έχω φίλο Λάμπρο. Σημειωτέον το βιβλίο αυτό κοσμεί την εγκαταλελειμένη βιβλιοθήκη του πατρικού μου σπιτιού το οποίο εγκατέλειψα προ δεκαοκταετίας νυμφευθείς. Σ'αυτό το βιβλιοθηκάκι βρίσκονται παρατημένα διάφορα βιβλία δικά μου, του αδερφού μου, παλιά παιδικά....
Η μάνα μου διακατέχεται, κατατρύχεται μάλλον από μανία καταδιώξεως. Φοβαται τις αστραπές και ιδίως τις βροντές, δεν απομακρύνεται από τη γειτονιά μας και γενικώς επιδιώκει να παραμένει στο σπίτι, κάτι που βρίσκω κι εγώ πολύ σωστό να γίνεται διότι επιπλέον εγώ έχω και να μελετήσω μουσική, παρτιτούρες, θεωρητικά συγγράμματα, να σκεφτώ μουσική, να παίξω μουσική, να γράψω μουσική, γιατί μέχρι τα είκοσι εφτά μου ραινόμουνα. Φοβήθηκε, λοιπόν, η μάνα μου, μήπως το βιβλίο αυτό έπεφτε τυχαία στα χέρια της γυναίκας μου, διαβαζε την αφέρωση και ζήλευε αναδρομικά. Αγνά μυαλά, πρώιμων εποχών, μεταξύ αυτών το μυαλό της μάνας μου.
"Δεν είναι δικό μου, ρε μαμά το βιβλίο αυτό, δεν είχα ποτέ κάποια Κατερίνα και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μόνο ένας Λάμπρος. Και στο κάτω-κάτω υπηρέτησα εγώ στο 296;".
Η αδερφή μου που πέρναγε εκείνη την στιγμή, πηγαίνοντας για το σουπερμάρκετ, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
"Ρε μαμά, ένας μόνο Λάμπρος υπάρχει;"

Αργότερα, θυμήθηκα ότι ο αδερφός μου υπηρέτησε στο 296 της Μυτιλήνης. Κάποτε μου μιλούσε για κάποια Κατερίνα. Και τώρα που τα θυμάμαι καλύτερα την είχα γνωρίσει. Προς το νταρντανέ, διατηρώντας ισχυρή επαφή με την κομψότητα.

Ως μυστήριο του κειμένου παραμένει το βιβλίο. Ιδού, λοιπόν. Πρόκειται για την Ασκητική του Καζαντζάκη. Πολυδωρισμένο βιβλίο, μικρό, άρα φτηνό, κομψό για δωράκι μεταξύ φίλων, ταίριαζε σε χειρονομίες αλληλοκατανόησης. Το έχω ως δώρο δυο-τρεις φορές, το είχα αγοράσει και από μόνος μου. Τι άραγε να λέει;

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)