Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 21, 2015

Πολύτοπον

Οι ζητιάνοι έξω απ΄ τα καζίνα του Λας Βέγκας, περιγραφαί αγαπητού μου φίλου συχνώς ταξιδεύοντος,  μικράν κατ’ εμέ διαφοράν έχουσιν από τους εδρεύοντας στα προαύλια των εκκλησιών μας, στα καίρια σημεία των εμπορικών μας δρόμων, είτε από τους περιφερομένους. Δεν είναι θέμα πόστου. Είναι θέμα ουσίας, η οποία δια στόματος ενός εξ αυτών έχει περιγραφεί προ τριακονταπενταετίας. 

Οι περιφερόμενοι ζητιάνοι υπάγονται εις πολλάς και διαφόρους κατηγορίας. Αι δύο βασικαί είναι πρώτον οι πεζή και σφογγίζοντες καθημένους πελάτες περί του καφέ και των άλλων ροφημάτων, και δεύτερον οι δια των συγκοινωνιών. 

Ενεφανίζετο λοιπόν ημίγυμνος, στον ηλεκτρικό από τέλη Μαΐου έως αρχάς ηπίου φθινοπώρου. Λέγοντας «ηλεκτρικό», υπονοούμεν «σιδηρόδρομον», εις αντιδιαστολήν προς το μετρό που επίσης είναι ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, αλλά υπόγειος. Ο «ηλεκτρικός» σκέτος είναι υπέργειος εξαιρουμένου του τμήματος Μοναστηράκι-Αττική. Εις τας Αθήνας.

Δίχως φανελάκι, με ένα σορστάκι μόνο. Και  υπόδησίς του,  ως μη ανεμένετο, αντί των υποχρεωτικώς δια το ύφος σαγιονάρων,  παπούτσια δερμάτινα.

Λαογραφικόν παραπλήρωμα ανακύπτει ότι εις την δεκαετίαν του ’70, τα αθλητικού τύπου παπούτσια, αυτά τα πρωτόλεια, τα  πάνινα με την περιμετρικήν πλαστικήν υπό τύπον καουτσούκ ενίσχυσιν της σόλας, ως άκρον της μόδας,  είχον καταστήσει δευτερεύοντα και τριτεύοντα, συνεπώς και ευτελή, εις τας νεανικάς είτε νεάζουσας προτιμήσεις, τα πάλαι ποτέ επίζηλα καθημερινά σκαρπίνια και παντοφλέ  -  σπουδαίως ανταγωνίζονταν η μάρκα Ελβιέλα και η  μεταγενεστέρα Σπορτέξ. 

Αυτός πάντως φορούσε παντοφλέ – ζήτημα ταχύτητος στο βάλε-βγάλε (;) ή, κατά μίαν άλλην φιλόστοργον  υπόθεσιν, υπόλειμμα παλαιάς κραταιάς περιουσίας; Διότι η φυσιογνωμία του ήτο ευγενής. Και αυτός κυνικός :


-Μία βοήθεια παρακαλώ. Μία βοήθεια στον ζητιάνο. Ο ζητιάνος χάνει το φιλότιμό του. Χάστε κι εσείς κάτι για τον ζητιάνο. 

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

Ο ... πρώτος

Ζει στην Αστόρια.

Είχα πάρει τρεις συγκοινωνίες εκείνη τη μέρα. Αλλιώς φανταζόμουν τη ζωή μου μετά το στρατό, επαγγελματικά εννοώ. Έφτασα από τον Πειραιά στην Κάντζα μετά από ένα δίωρο. Όχι, σίγουρα ήταν προτιμότερο το δασκαλίκι από τη νύχτα. Η αυλή ήταν γεμάτη παιδιά. Παρέες –παρέες πηγαινοέρχονταν. Οι σκάλες κι αυτές γεμάτες παιδιά μέ όργανα στα χέρια. Κουβέντιαζαν, ή γρατζουνούσαν. Κανείς υπεύθυνος να συνεννοηθώ. Σαν νεοσύλλεκτος ένιωθα πάλι. Με πλησίασε κρατώντας ένα μπαγλαμαδάκι.



-Καινούργιος είσαι;
-Ναι. Πού πέφτει το γραφείο της διεύθυνσης; Ξέρεις; …. Παίζεις καλά;
-Θα σε πάω, εγώ.
-Για παίξε μου λίγο να σ’ ακούσω και πάμε μετά.
-… «Τα ματό /κλααδά σου λάμπουν βρε……»

Ο Μήτσος ήταν ο άνθρωπος που με πήρε από το χέρι εκείνη την πρώτη μου μέρα. Με μαλάκωσε. Με έκανε να αφήσω ένα μικρό ενδεχόμενο ότι στο Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης μπορεί και να περάσω καλά. Τον περνούσα 17 χρόνια. Άρα εγώ θα ήμουν ο δάσκαλος.
-Ταμπουρά;
-Ταμπουρά.
-Ξέρεις και μπαγλαμά;
-Ξέρω. Φέρ’ το.
Του ‘παιξα έναν απτάλικο.

Τώρα είναι πιο μεγάλος στα χρόνια απ’ ότι ήμουν εγώ όταν τον γνώρισα. Μεσολάβησαν πολλά, βιογραφικού χαρακτήρα. Με υποτροφία στο Μπέρκλεϋ. Τέλειωσε κι έμεινε. Πιανίστας - πιανισταράς. Τον ξαναβρήκα μέσω SKYPE και MYSPACE. Άλλος έρωτάς του το ούτι.

Χρόνια είχα να ακούσω τόσο ελκυστική τζαζ φιούζον. Φωτεινή-σκοτεινή, νεοϋορκέζικη, αντεργκράουντ, πειραματική, ευφυής στο να αντικατοπτρίσει ηχητικά την πολύβουη πολυπληθυσμιακή Νέα Βασιλεύουσα. Τέτοια μουσική γράφει. Ακούστε:

(klik) Δημήτρης Αλέξανδρος Μικέλης (klik)

Και όντως…. Στο Μουσικό της Παλλήνης πέρασα αξέχαστα.

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

Ως εορταστικόν

Έξι μήνες πριν, καθώς είχαμε αναλάβει το καλλιτεχνικό μέρος της Τελετής Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας 2008, για τους αγώνες του Πεκίνου, σε κάποιο από τα βραδινά μας μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα, η κυρία Χορς μου είπε:
-Αυτή τη φορά, θέλω να κάνουμε κάτι διαφορετικό για το ξεκίνημα. Θέλω κάτι έντονο, βακχικό. Να μην εμφανιστούν στο πρανές οι κοπέλες ιερατικά, όπως συνήθως, αλλά να ξεχυθούν ορμητικά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι αισθάνομαι αυτή τη φορά. Μπορείς να το φτιάξεις; - δεν θέλω να σε βάζω σε κόπο.
-Θα το φτιάξω κυρία Χορς. Η αρχή θα είναι όπως τη θέλετε. Αλλά θα ενθυλακώσω και το στοιχείο του θρήνου. Το τοπίο γύρω είναι καμένο. Πρέπει να ακουστούν οι οιμωγές των πνευμάτων του δάσους. Και μετά ένα δωρικό ιερατικό φωνητικό. Το στοιχείο της διαμαρτυρίας και εδώ θα έχει παρουσία. Σαν ένας θρήνος που εξελίσσεται επ’ ευκαιρία της γιορτής σε ωδή με την επίγνωση της πρόσκαιρης εκεχειρίας. Και μετά γιορτή. Χορός. Αλλά το θέμα της εισαγωγής του θα είναι από το Επιτύμβιο του Σείκιλου:

ΟΣΟΝ ΖΗΣ ΦΑΙΝΟΥ
ΜΗΔΕΝ ΟΛΩΣ ΣΥ ΛΥΠΟΥ
ΠΡΟΣ ΟΛΙΓΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΖΗΝ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ
ΑΠΑΙΤΕΙ.

Πριν δύο μήνες η κυρία Χορς αποσύρθηκε (το ρήμα αμετάβατον, κάποιες ωστόσο φορές δεν αρκείται στην αυτενέργεια του υποκειμένου, αλλά έχει και ποιητικόν [υπ]αίτιον). Αποσύρθηκα επίσης. Το βίντεο που ακολουθεί είναι βασισμένο σε ένα σκίτσο μου για τη μουσική πάνω σε ιδέες της χορογραφίας που δεν ευοδώθηκαν. Οι φωτογραφίες είναι της αγάπης μου, από παλιές πρόβες....

Η συνέχεια επί της οθόνης.




Καλή επιτυχία στην χορογράφο Άρτεμι Ιγνατίου και τον συνθέτη Φίλιππο Τσαλαχούρη που μας διαδέχθηκαν στην καλλιτεχνική ευθύνη της φετινής Τελετής.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

ΣΕΞ και ΚΑΤΣ


κέντρισμα της μνήμης μου από το Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ του Πετεφρή/αφιερούται.




Παλιότερα, κυκλοφορούσε στον Πειραιά φάτσα μεσήλικος, κοκκινοτρίχη, πυκνικού. Τον συναντούσες στον Ηλεκτρικό και στα λεωφορεία της διαδρομής Χατζηκυριάκειο-Φρεαττύς, που έχουν αφετηρία και τέρμα τον σταθμό του Ηλεκτρικού. Τον είχε ανθιστεί ο φίλος μου ο Λ., τον είχε "φακελώσει" και μου τον "σύστησε", ήδη θρυλούμενο, καθώς τον είχαμε -θέμα ζωντανό να σπαρταράει- στο κάθισμα απέναντί μας, σε μια διαδρομή Μοναστηράκι-Πειραιάς.

-Ο ψεύτης με τον μάρτυρά του. Φα 'τονε. Αυτός είναι ο "Σεξ και Κάτς", μου είπε στα μουλωχτά.


Ο τύπος βαστούσε στα χέρια του ενα τεφτέρι, το οποίο διεχειρίζετο σαν να κρατούσε κάποιες κλεφτές σημειώσεις. Θα μπορούσες να τον πάρεις και για ποιητή, αν δεν ήξερες να εκτιμάς τους βολβούς των ματιών - οι δικοί του ήταν υπερκινητικοί, με έντονο το στοιχείο της εμμονής μεν, αβαθείς δε.
Το ίρτζι του δεν το μυριζόσουν όσο κι αν παρατηρούσες τα γραφούμενά του. Ήταν γριφώδη: στις αριστερές σελίδες με μαύρο στυλό, στις δεξιές με κόκκινο. Να μια ματιά σε ένα του ανοιχτό δισέλιδο:
Δεξιά σελίδα: «Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 1976, 5 ΣΕΞ».
Αριστερή σελίδα: «Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 1976, 7 ΚΑΤΣ».

Ο φίλος μου ο Λ., καλή του ώρα τώρα που πετάει για Βραζιλία (αρχικαπετάνιος πια), αετός σ' αυτά και σε άλλα, μετά από τακτική παρατήρηση είχε δώσει την εξήγηση:
Ο τύπος κοζάριζε και προσπαθούσε να δεσμεύσει κάποιο βλέμμα. Αν το βλέμμα ήταν αντρικό, και αφού, μετά από επίμονο κοίταγμα, κατάφερνε τον "αντίπαλο" να το αποσύρει, τότε προσμετρούσε και σημείωνε στο τεφτέρι την νίκη του ως ΚΑΤΣ. Αν το βλέμμα ήταν γυναικείο, με ή χωρίς απόσυρση, σημείωνε την νίκη του ως ΣΕΞ. Και αποθησαύριζε, ταξινομώντας.

Ενώ από το '76 ως το '80, τον έβλεπα τακτικά, μετά τον έχασα. Τον ξανάδα μία και τελευταία φορά το '93. Αναλλοίωτος, αν εξαιρέσεις το λίγο γκριζάρισμα στα μαλλιά και το γεγονός ότι το τεφτέρι είχε γίνει φάιλο-φαξ με πλαστικοποιημένες τις σελίδες του. Πλεύριζε τις αντιπάλους υπάρξεις και μοστράριζε τις τροπαιοφόρες σελίδες, ως αυτοδιαφήμιση. Δεν σημείωνε τίποτα πια.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

ΑΤΙΜΗ ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑ ΜΕ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ....

Άθελα μου, πέστε το απωθημένη μνήμη, είχα δηλώσει, σε ένα από τα 5 που δεν γνωρίζετε για μένα μέσω του μπλογκ, ότι "δεν έχω παίξει ποτέ παιχνίδι στον υπολογιστή".
Είχα ξεχάσει τελείως τον Atari. Τον αγαπημένο μου Atari 2 Mega ST, που κάποτε ανήκε στον φίλο μου το Μάριο Μαυροειδή (δεκαετή ήδη, όπως λέμε "τριήμερος ανέστη"). Τον είχα αγοράσει 250.000 δρχ σε τιμή ευκαιρίας, διότι ο Μάριος ήθελε να αγοράσει Μάκιντος. Στον Atari αυτόν - για να μην τα ξαναγράφω - έπαιζα αυτό το μουσικό, ωστόσο παιχνίδι!. Δείτε στα σχόλια, παρακαλώ, το δέκατο σχόλιο. Ευχαριστώ. Και επειδή πρέπει εκ των προτέρων, αφενός να σας ανταμείψω, αφετέρου χρωστάω, όπως φαίνεται, μιαν αποκάλυψη, ιδού:

Κάποτε και για λίγο υπήρξα κατασκευαστής οργάνων (μουσικών - μην πανικοβάλεστε και μη μου ευχηθείτε "άντε, και δωρητής", διότι τα περισσότερα εξ αυτών τα είχα χαρίσει).

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΒΡΕΧΕΙ..........

Βρέχει,
πόσο μ΄ αρέσει όταν βρέχει
και τι μελαγχολία που έχει
σαν βρέχει….

Στίχοι από τραγουδάκι ελαφρόν της δεκαετίας του ’60. Μου το τραγούδαγε η μαμά μου στα πρώτα φθινοπωρινά ψιλόβροχα. Και επλημμύριζαν τ΄ αυτιά μου από την υγρασία της φωνής της - τώρα που το σκέφτομαι η μαμά μου ήτανε τότε εικοσπέντε χρονών και ο πατέρας μου ναυτικός. Είχα την αποκλειστικότητά της.
Και πώς να περιγράψεις αυτό το τραγουδάκι; Τη μελωδία του εννοώ, διότι το ηχόχρωμα του μέσα από τη φωνή της μαμάς μου έχει αποκλειστικά αυτοβιογραφικής αξίας αισθητικά στοιχεία.

Παμ παμ
Παραπαπάραμ πάραμ τάραμ
Παραπαπάραμ τάρα πάραμ
Παμ πάραμ.

Όταν σχεδόν στα δεκαεφτά παραθέριζα στον οικογενειακό πύργο μας στη Μάνη είχα πάρει μαζί μου και το ακκορντεόν. Και για να μην γεννηθεί φθόνος εκ της εφηβικής τύχης μου προς την τωρινή μου υπόσταση, αναφέρω ότι ο πύργος αυτός είναι από εικοσαετίας ερείπιο και ούτως ή άλλως δεν αποτελεί περιουσιακόν μου στοιχείο.Το δε ακκορντεόν το αντάλλαξα μετά δύο χρόνια του παραθερισμού στον οποίον αναφέρομαι, στου Ζοζέφ Τερζιβασιάν το μαγαζί, αντί ενός σαζιού, του οποίου η αξία ήταν-δεν ήταν το ένα δέκατο της αξίας του ακκορντεόν, δηλαδή πιάστηκα κορόιδο του ενθουσιασμού μου, και το οποίον σάζι, όμως, απετέλεσε την βάση μιας μετεφηβικής ματαιοδόξου μουσικής καριέρας.
Ένα κοριτσάκι, λοιπόν τότε στη Μάνη, η Βούλα, από τα Αυγουλιάνικα του Τροχάλακα, ένα απόγευμα εκεί που έπαιζα μου ζήτησε να παίξω ένα τραγούδι. «Σε παρακαλώ» και «σε παρακαλώ»….
-Μα, δεν το ξέρω! Άμα, όμως, το δω γραμμένο μπορώ να το παίξω.(Εννοούσα γραμμένο σε νότες). Την άλλη μέρα το Βουλί, μου ξεδίπλωσε με χαμόγελο ένα χαρτάκι, που με τα τακτικά κοριτσίστικα γραμματάκια της είχε γράψει:

«Μαρία με τα κίτρινα,
ποιόν αγαπάς καλύτερα,
ποιόν αγαπάς καλύτερα,
τον άντρα σου ή τον γείτονα….»

Τότε συνειδητοποίησα τον κίνδυνο που μπορεί να δημιουργήσουν οι παρανοήσεις των βάσεων ενός κλειστού συστήματος. Και ντράπηκα μέσα μου δυό φορές. Πρώτον γιατί το «Μαρία με τα κίτρινα» το ήξερα, αλλά απέφευγα να το παίξω γιατί το θεωρούσα μπας-κλας μπροστά στο «Ένα το χελιδόνι» και δεύτερον διότι εγώ απ' τον Πειραιά ήξερα μουσική, ενώ το Βουλάκι απ' τον Τροχάλακα όχι.
Μετά από δυό χρόνια για λογαριασμό των εκδόσεων Χατζηνικολή κατέγραψα σε παρτιτούρα την αρχή, τις πρώτες νότες της μελωδίας ενός ελαφρού τραγουδιού («Για την Αθήνα μας, την πιο όμορφη πόλη του κόσμου»), καθ' υπαγόρευσιν του σφυρίγματος ενός νεοέλληνός συγγραφέως υπό έκδοσιν των συγκεκριμμένων εκδόσεων. Ο συγγραφεύς του υπό έκδοσιν βιβλίου, για να ζωντανέψει ίσως την περιγραφή του, ήθελε σώνει και καλά να περιληφθεί η παρτιτούρα του τραγουδιού, το οποίο κάποιος ήρωας του βιβλίου του σφύριζε σε κάποια σελίδα. Ήμουν τόσο αυθάδης τότε, που όχι μόνον ζήτησα και πήρα ένα καλό ποσό για την εκδούλευση αυτή, αλλά επιπλέον θεώρησα ότι ο συγγραφέας αυτός την ιδέα του να υπάρχει παρτιτούρα ενός τραγουδιού στο βιβλίο του, την ξεσήκωσε από κάποιο ξένο βιβλίο, μάλλον αμερικάνικο.
Σήμερα τα πράγματα είναι απλούστερα. Με μία ADSL ρίχνεις το κειμενάκι των στίχων, βαράς και προς νταουνλόαντ το τραγουδάκι και είσαι μέσα στην εποχή σου. Αν είναι πρωτοβρόχια η εποχή ονομάζεται φθινόπωρο.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2005

ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ;;;;;

Συγκινητική συνάντηση. Δέκα μέτρα από την εξώπορτα του πατρικού μου. Εγώ φορτωμένος με κάτι σακούλες και παραμάσχαλα το τσαντάκι με τις πίπες. Αυτός, ένας μεσόκοπος, ψηλός, με ένα συμμετρικών χαρακτηριστικών πρόσωπο, οι ρυτίδες ομοιόμορφα κατανεμημένες, στις παραμονές μιας οριστικής κατίσχυσης, όμως το μαλλί ακόμα κορακίσιο. Ελαφρώς μελαχροινός. Επιδιόρθωνε τους υαλοκαθαριστήρες του αμαξιού του, καθώς με κάρφωσε με το βλέμμα του. Το αποτράβηξε αμέσως. Γιατί σχεδόν ενοχλήθηκα από την ένταση του και το ένιωσε. Όμως δεν έμοιαζε κακόβουλο το βλέμμα, σκέφτηκα, και καθώς ολοκληρωνόταν η διατύπωση αυτής της σκέψης, ένιωσα να απειλούμαι. Το βλέμμα, αυτό το βλέμμα το ινδιάνικο, ξανά με κέντριζε σαν βέλος. Το σώμα μου πήρε στάση αμυντική. Μια στάση που ωστόσο , δεν πήγαζε από μια προσωπική διαχείριση του φόβου μου. Ήταν σαν αυτό το βλέμμα να με διαχειριζόταν…… και μάλιστα με ένα τρόπο που μου ήταν γνωστός στα κατάβαθα των αναμνήσεών μου…. πόσες φορές…..
-Γεράσιμε, με πρόλαβε.
-Γιάννη;;;;;;;;
Ο Γιάννης με την μαγική τη ντρίπλα.
Ποτέ δεν είχα καταφέρει να τον κόψω. Ίσως, άντε, μια ή δυο φορές, μα ξανακέρδιζε τη μπάλλα και εν τέλει με ντριπλάριζε. Όμως, όποιος έκοβε τον Γιάννη, έστω κι αν μετά ξανάχανε τη μπάλλα, όταν το βράδυ θα έκανε απολογισμό της μέρας του, θα ‘χε να πει: έκοψα τον Γιάννη.
Παντρεύτηκε μικρός, έφυγε για την πατρίδα του, τα Κουφονήσια, έκανε τέσσερα παιδιά, χαθήκαμε για σχεδόν 30 χρόνια.
Η φάτσα του, όταν είμαστε μικροί, θυμάμαι μου έφερνε στον Τόντο. Τον καλό Ινδιάνο, τον σύντροφο του Λόου Ρέιντζερ. Κάθε Τρίτη 5.30 στην ΥΕΝΕΔ. Και λέω καλό, διότι τους Ινδιάνους, ως επί το πλείστον, τους εμπεδώναμε μέσω των γουέστερν ως κακούς. Ακόμα και η λέξη «ιθαγενείς» λόγω κινηματογραφικών συμφραζομένων σήμαινε «απολίτιστοι, εξ ορισμού εχθροί εξαφανιστέοι, πανούργοι αλλά με βέλη, ενώ εμείς οι εξελιγμένοι καλοί λευκοί εκ δυτικής Ευρώπης έχουμε σφαίρες». Μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει σε μια ταινία ένα πρωτόλειο πολυβόλο που είχε στην κατοχή του το ιππικό και θέρισε «χιλιάδες κομπάρσοι».
Δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά σε μία καμπή της προσωπικότητάς μου γύρω στα 13, αγόρασα στρατιωτάκια AIRFIX, ένα πακετάκι ινδιάνους και ένα πακετάκι καουμπόηδες. Στις μάχες που ακολούθησαν οι ινδιάνοι νικούσαν πάντα κατά κράτος.

-Ήμουνα στην προπόνηση, Γεράσιμε. Υπάρχει αισιοδοξία για αύριο.

Ένας ακόμη λόγος που ο Γιάννης μου ήταν αγαπητός: Εθνικάκιας κι αυτός, σαν κι εμένα. Καλά εγώ, όμως αυτός με τέτοια ντρίπλα εδικαιούτο να είναι ένας ματαιόδοξος Ολυμπιακός. Όμως, ως γνήσιο ταλέντο, είχε από μόνος του διαλέξει το κουσούρι του.

Οι ινδιάνοι, στην παρακμή τους, όταν πια οι μεγάλες μάχες χάνονταν η μια μετά την άλλη, κατέφυγαν στην μυθοπλασία. Μετά από κάθε χαμένη μάχη, μαζεύονταν και αφηγούνταν προσωπικές ανδραγαθίες οι οποίες πανηγυρίζονταν ως σημαντικότερα συμβάντα από την …..επουσιώδη τελική έκβαση της μάχης. Η μάχη γι αυτούς είχε κερδιθεί, όχι εκ του τελικού αποτελέσματος, αλλά στο 37’ στο 49’ και στο 56’, εκεί όπου ο Χατζηιωάνογλου ντριπλάρισε τον Γκαϊτατζή και ο Γκαϊτατζής έτρεχε ξοπίσω του και δεν τον προλάβαινε, γιατί ο Χατζηιωάνογλου δικαίως ωνομάσθη Τσαφ και αν δεν έπαιζε στον Εθνικό, αλλά στον Ολυμπιακό θα ήταν μόνιμος παίκτης της Εθνικής Ελλάδος.

Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι αύριον-σήμερον Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2005, ο Εθνικός Πειραιώς όπου σημειωτέον νυν αγωνίζεται στην Γ΄ Εθνική, στον αγώνα κυπέλλου με την ΑΕΚ, με τον Α΄ ή Β΄ τρόπο θα επικρατήσει.





Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2005

RIO Ή ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΩΝ ΓΑΜΩΝ (1)



Φέτος παντρέψαμε ουκ ολίγους. Από Ιούνιο τα προσκλητήρια αθροίζονταν στο γραμματοκιβώτιο, φύγαμε για Χίο αρχάς Ιουλίου και η μάνα μου -εντεταλμένη να ποτίζει τα λουλούδια μας και ως εκ τούτου να μας ενημερώνει γενικώς περί τα εν οίκω μας, άρα και περί του γραμματοκιβωτίου μας-"έχετε καινούργιο προσκλητήριο", μας έλεγε, κάθε τόσο απ' το τηλέφωνο. Υποχρεώσεις είναι αυτές, αν και εμείς φροντίσαμε να μην δημιουργήσουμε ανάλογες, παντρευτήκαμε, δόξα τω Θεώ-παιδιά δεν κάναμε, αλλά δόξα τω Θεώ οι άλλοι κάνουνε παιδιά, και μεις, όταν ο κύκλος συμπληρώνεται, λαμβάνουμε τα προσκλητήρια.
Παντρέψαμε πρώτους-πρώτους, Ιούλιο αρχές κάποιους χωριανούς. Μετά πάλι κάποιους άλλους τέλη Ιουλίου. Αυγουστο μέχρι δεκαπέντε μας έσωσε η νηστεία-γάμοι δεν γίνονται. Δεκαεννιά Αυγούστου πήγαμε σε ένα θαυμάσιο γάμο, σε περιβόλι, από ψηλά η θάλασσα στο βάθος, ο ήλιος να βασιλεύει απέναντί της, πίσω μας, πίσω απ' τα βουνά, πίσω απ' το πέτρινο σπίτι, όλα χαρούμενα ροζ και γαλάζια γκρι πορτοκαλιά να βυθίζονται στο σκούρο τους κι η νύχτα να μην προλαβαίνει να μιλήσει γιατί το φεγγάρι, ολόγιομο, ίδιος ο λατρεμένος έρωτας, πέτρα στο στερέωμα στρογγύλη λάμπουσα.Καλότυχοι να 'ναι.
Μετά οι μέρες πέρασαν φτερό. Μας περίμενε σαν απειλή ο Σεπτέμβρης της επιστροφής. Αλλά εμείς του τη φέραμε. Είχαμε γάμο, ανήμερα του Αγίου Φανουρίου στην Πάτρα, Αυγούστου είκοσι επτά. Καράβι από Χίο για Πειραιά εικοστέσσερις. Εικοσιέξι Πάτρα. Μείναμε σε ένα θαυμάσιο ξενοδοχείο, είκοσι βήματα η θάλασσα, φάτσα η ορεινή Ναυπακτία, δεξιά μας η γέφυρα Ρίου-Αντιρίου. Το σούρουπο, παραμονή του γάμου, καθισμένος στο μπαλκονάκι του ξενοδοχείου μελαγχόλησα. Κύτταζα την κατάφωτη γέφυρα και θυμήθηκα πριν από έξι χρόνια ένα ταξίδι με πούλμαν για Αγρίνιο. Θα παίζαμε με το συγκρότημα σε μια συναυλία εκεί. Περνώντας από Ρίο Αντίριο, μπηκαν μες στο καραβάκι κάτι παιδάκια, ρόμηδες, κλαρίνο-τουμπελέκι. Σφουγγάρι-ό,τι ψιλά έχεις δίνεις. Άθλια "Ιτιά", τρισάθλια "Παπαλάμπραινα". Κύτταζα τώρα, την κατάφωτη γαλάζια γέφυρα. Κάτι μεταξύ κιτς, υπέροχου, αναγκαίου και αδιάφορα επιθετικού. Και μελαγχόλησα: "τι άραγες να απέγιναν αυτά τα παιδάκια-ζυγιές;. Αυτά τα καραβάκια ήταν η προπαιδεία του δημοτικού τραγουδιού. Αύριο, μεθαύριο, αυτά τα πιτσιρίκια θα γινόντουσαν πανηγυρτζήδες στα χωριά του Βάλτου....". Το πρωί, πίνοντας τον καφέ μου στο μπαλκονάκι του ωραιοτάτου ξενοδοχείου, το οποίο σημειωτέον η μέλλουσα ξαδέρφη μας και νύφη μας είχε κλείσει σε ειδικά συμφέρουσα τιμή, καφές νεσκαφέ χτυπητό με νεράκι απ' το ψυγείο και ένα φακελάκι απ' αυτά που για ασφάλεια κουβαλάει μαζί της η γυναίκα μου, γιατί ομολογουμένως τα βαριέμαι τα ρουμ-σέρβις, κι ας με βαράει στο στομάχι ο κωλοφραπές, όμως εκείνο το πρωί δε με χτύπησε γιατί με χαρά μου διαπίστωσα ότι τα καραβάκια, ακμαία, έκαναν το δρομολόγιο Ρίου-Αντιρίου, Αντιρίου-Ρίου. Οι σχολές μουσικής προπαιδείας των χωριών του Βάλτου θάλλουν. Ζήτω το Υπουργείο Πολιτισμού!

Τετάρτη, Αυγούστου 17, 2005

Ο ΚΟΨΟΝΟΥΡΗΣ

Όλη τη χρονιά τη βγάζουνε σπανά. Το καλοκαίρι μπαϊράμι. Απ’ τον Οχτώβρη και μετά τα μαζεύουνε και φεύγουνε σιγά-σιγά κι οι συνταξιούχοι. Ξοπίσω μένουνε οι γάτες του καλοκαιριού. Ραμαζάνι. Να ναι καλά οι ψαράδες, τους πετάνε κανένα ψαράκι και τη βγάζουνε.
-«Ψύχρανε ο καιρός, άντε να πάμε να ξεχειμωνιάσουμε. Του χρόνου το Πάσχα πέφτει νωρίς, αλλά από τέλος Μάη και μετά πάλι εδώ θα ‘μαστε, πρώτα ο Θεός».
«Πρώτα ο Θεός», γιατί ο φόβος φυλάει τα έρημα, έρημοι κι εμείς, (οχτώ Νοέμβρη γράφει-προγράφει ο Ταξιάρχης) γιατί παλιά τα καλοκαίρια μοιάζαν ατελείωτα, παιδιά-διαόλοι, όλο σκανταλιές: ασυμμάζευτοι τα μεσημέρια, το βράδυ κρυφτό, αργότερα οι έρωτες, ο ύπνος εχθρός.
Τα γατιά τα καημένα οσμίζονται την άφιξη «αυτών που έχουν την τροφή». Πριν προλάβεις ν’ ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου -όλο το χρόνο κλειστό- μα τώρα «καλοκαίριασε και ξανάρθαμε, άντε και του χρόνου πρώτα ο Θεός», αυτά περιμένουν στην αυλή με σηκωμένη την ουρά. Αφού ταϊστούνε, γλείφονται, καθαρίζονται, γυαλίζονται και την αράζουν. Ξάφνου, ξυπνά το ένστικτο. Ένας τζίτζικας βολικός. Μεζές. Το γατί υπολογίζει. Τριγωνομετρία. Μαζεύεται, πετάγεται…. Ο τζίτζικας ημιθανής θα υποστεί την ταπείνωση του Έκτορος. Μετά θα φαγωθεί. Ξανά καθαριότητα. Πρώτα γλείψιμο στα ποδαράκια, μετά στο στήθος, σάλιωμα στα πόδια για να σαλιωθεί το πρόσωπο…., φροντίδα στα γεννητικά όργανα, τελευταία η ουρά, διότι αν δεν υπήρχε η ουρά, θα επρόκειτο για αυτοερωτική πράξη ενός γιόγκι.
Μέσα σ’ όλα αυτά κι ο «Κοψονούρης». Ένα απ’ τα τρία περσινά γατιά, μας τα ‘φερε μικρά-μερών η μάνα τους στον κήπο. Τα άλλα δυο κακάσχημα, με πεταχτά αυτιά, αυτός τρίχρωμος, κανελής, άσπρος και μαύρος. Νωθρός, τελικά διαπίστωσα ότι ήταν θηλυκός. Θηλυκός, τρόπος του λέγειν, διότι ο θηλυκός γάτος, είναι θηλυκιά γάτα, παρ’ όλες τις ονοματοθεσίες. Τα τρίχρωμα γατιά είναι κατά κανόνα θηλυκά, αλλά μου είχε διαφύγει. Ένα βράδυ εμφανίστηκε, μαδημένος, με την ουρά μισή. Τον αποχαιρέτησα πέρσι αρχές Σεπτέμβρη, πιστός ότι σύμφωνα με την δαρβινική θεωρία δεν πρόκειται να τον ξαναδώ.
Πρώτος-πρώτος ήρθε φέτος. Να κοσέρβες, να ψαράκια, να τυριά, γαλατάκι. Μέχρι γιαούρτι τρώει ο αθεόφοβος. Αλλά δεν κυνηγάει. Ολόκληρο Ιούλιο και ο Αύγουστος τελειώνει και κατάφερε να πιάσει μόνο ένα τζίτζικα. Πώς θα τη βγάλει το χειμώνα; Μάλλον όπως και πέρσι.



Δευτέρα, Απριλίου 18, 2005

ΓΙΑ ΤΗΝ ξ.

Είχα σχολάσει, αγαπητή μου ξ, από το μαγαζί και πήγαινα ποδαρόδρομο στην Ομόνοια να πάρω το 170, νυν 049, ΑΘΗΝΑ-ΠΕΙΡΑΙΑΣ. Αυτό το λεωφορείο είχε δρομολόγια όλη νύχτα, ενώ οι υπόλοιπες συγκοινωνίες σταμάταγαν ακριβώς τα μεσάνυχτα.

(Συγγνώμη για την μικρή διακοπή, αλλά έπρεπε να φορέσω τα γυαλιά μου, καθότι η πρεσβυωπία, ενισχυομένη κατά τον συνδυασμόν της με την χρήση των υπολογιστών, από εικοσαετίας, με έχει τσακίσει προσφάτως).
Πήγαινα λοιπόν προς στην Ομόνοια, έχοντας ξεκινήσει από την Ιπποκράτους. Δυό τσιγάρα δρόμος. Εκεί στο φανάρι της Πατησίων μού ‘ ρχεται η μυρωδιά από την «στοά των πειναλέων». Γύρος.
Ο γύρος τότε σπάνιζε. Κατά το ’72 με ’75 είχανε πιάσει κάποιους σουβλατζήδες που παρασκεύαζαν γύρο επικίνδυνο από γάτες, σκυλιά και σάπιο κρέας και ο γύρος είχε απαγορευτεί, ως μορφή (κρέατος ψητού). Αλλά στην Ομόνοια, εκείνη την εποχή-διότι λέμε “χρονιά” για πριν 5 χρόνια και “εποχή” για πριν 25- εκείνη την εποχή, λοιπόν, είχε αρχίσει δειλά-δειλά να επανεμφανίζεται, ως μορφή ο γύρος-χλαπάτσα (το αντίθετό του είναι το «ντονέρ»).
Θες από πείνα, θες επειδή όταν ήμουνα μικρός, οκτώ χρονώ, ο πατέρας μου μού είχε απαγορεύσει να φάω έξι σουβλάκια τυλιχτά μονοκοπανιά σε ένα γεύμα, όταν είχαμε πάει οικογενειακώς στην Πεύκη για σουβλάκια και εγώ όταν ήρθε το γκαρσόνι παράγγειλα «έξι» και ο πατέρας μου με αγριοκοίταξε και μου είπε «το πολύ τέσσερα», δεν ξέρω πάντως, μου μύρισε και είπα να πάω να φάω «μία γύρο». Σημειωτέον όταν στα δεκατέσσερά μου είχα σπάσει το πόδι μου, ο ορθοπεδικός* μου συνέστησε δίαιτα-γιατί όπου νά’ ναι θα έμπαινα στην εφηβεία και δεν έκανε να είμαι παχουλός που τα κορίτσια δε θα με θέλανε. Έκανα τη δίαιτα και αδυνάτισα, ψήλωσα κιόλας, 1.70** και 62 κιλά, καλό για την «εποχή» μου. Το ’81 εξακολουθούσα να είμαι 62 κιλά, σε αντίθεση με τώρα που είμαι 81 κιλά, αλλά πάντως κάποιο από όλα αυτά τα νούμερα που έχω αναφέρει ως τώρα το διατηρώ.
Παρήγγειλα τον «μία γύρο» και τον έτρωγα. Το μπουζούκι μου στην πλαϊνή καρέκλα.
Στο «βάθος κήπος» κάτι γομάρια, «τριανταεφτά κιλά παϊδάκια και οχτακόσιες μπύρες***». Την τύφλα τους είχανε και το μάτι άγριο σχεδόν «χέσε μέσα».
-Παίξε ρε παιδί κανα τραγουδάκι.
Εγώ, καλό παιδί, και φαγωμένο, πάντα με όρεξη για του πλησίον τις ορέξεις, καθότι φρικιό λίγο, ρεμπετάκι λίγο, λίγο απ’ όλα, και όλοι ίσοι είμαστε, «να το παίξω» είπα και από μέσα μου «να πάει στο διάολο».
Και πιο τραγούδι πιάνω; Γιατί, εν τη αφελεία μου, σχεδόν πέρσι μόλις κατάλαβα ότι αυτοί ήταν μπάτσοι, τότε. Παίζω λοιπόν το «τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα». Τελεία και εισαγωγικά:

«Τούτοι οι μπάτσοι που’ ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοιαν ώρα,
ήρθανε να μας ρεστάρουν και τα ζάρια να μας πάρουν,

κλπ…..κλπ….κλπ….

Μπάτσοι και χωροφυλάκοι μας καθίσατε στην πλάτη….»

Πολύ ωραία.
Με λυπήθηκαν και δε με σπάσανε στο ξύλο. Αλλά τέτοιο γυάλισμα στο μάτι, μόνο ο Ομέρ-Βρυώνης θα πρέπει να είχε λίγο πριν αποφασίσει το σούβλισμα του Αθανασίου Διάκου.
Ευτυχώς, αυτοί με απαλλάξανε.
(Είχανε ήδη αλλάξει οι «εποχές»).

*Απορώ, γιατί διάφορα φαρμακεία και ιατρεία γράφουν την λέξη ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΑ με «ΑΙ» δηλαδή ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΑ. Μου έλεγε ένα φίλος που έχει εμπόριο «ορθοπαιδικών», κατά τη γνώμη του, ότι η ορθογραφία της λέξης προέρχεται από τη λέξη «παιδί» και όχι από την λέξη «πέδη», διότι οι πρώτες ορθοπε(παι)δικές εφαρμογές γίνανε από γάλλους ορθοπε(παι)δικούς γιατρούς σε παιδιά. Εγώ λέω ότι απλώς είναι ανορθόγραφοι.
** Θεωρώ παράξενο, ότι ακόμα και τώρα εξακολουθώ να είμαι «ύψος 1,70», παρ’ όλες τις επιτυχείς προσπάθειές μου να γίνω 46 ετών από μόλις 16.
*** Ερωτώ: Γιατί η «μπύρα» αν και λέξη-δάνειο γράφεται το «μπύ» με «ύ» ενώ το Beer κανονικά στην ελληνική θα έπρεπε να αποδοθεί ως ΜΠΗΡΑ, διότι τα δύο “ee” λέει ο κανόνας (ο παλαιός) ως βραχέα, αποδίδονται με Η (μακρόν);
Και απαντώ:
Διότι ο ΖΥΘΟΣ είναι δισύλλαβος και γράφεται με Υ η πρώτη του συλλαβή. Και η ΜΠΥΡΑ είναι δισύλλαβη και σημαίνει: «ΖΥΘΟΣ».

Σάββατο, Απριλίου 09, 2005

ΓΚΕΛ-ΓΚΕΛ ΚΑ'Ι'ΚΣΗ

Παλιά, το ’81, είχα πιάσει δουλειά σε ρεμπετάδικο. Έπαιζα μουζούκι και τραγουδούσα. Τότε δύο-τρία υπήρχαν εκεί γύρω στην Ιπποκράτους. Εγώ έπαιζα, πιο πολύ Μάρκο, Μπάτη, Γιοβάν-Τσαούς. Και επειδή δεν μου άρεσαν τα «αισθηματικά» του ρεπερτορίου, απέφευγα τα «γκελ-γκελ καϊκσή» και τα συμπαραμαρτούντα οιμώζοντα. Αν τα ζητούσε κάποιος, καλυπτόμουν από το ότι «δεν δεχόμεθα παραγγελίες» και πιστός σε αυτόν τον κανόνα, για να προφυλάσσομαι, δεν δεχόμουν να παίξω επί παραγγελία ούτε το «βάρκα μου μπογιατισμένη» που μου άρεσε πολύ. Νευρίαζα, μάλιστα, όταν κάποια παρέα ψιλοκουβέντιαζε, και αντί να δυναμώνω τη φωνή και το παίξιμο, χαμήλωνα, χαμήλωνα, τόσο που το καταλάβαιναν και ησύχαζαν. Γιατί παίζαμε χωρίς μικρόφωνα, όχι λόγω κουλέρ λοκάλ, αλλά από φτώχεια του μαγαζιού. Στο τέλος του προγράμματος έλεγα και κανα-δυό αμανεδάκια. Δωδεκάμιση το πρόγραμμα λάβαινε τέλος, έχοντας αρχίσει στις δέκα, και με ημίωρον διάλειμμα στις έντεκα παρακαλώ. Μεροκάματο, ένα χιλιάρικο. Ο μισθός καθηγητή γυμνασίου τότε ήταν 11.000 δραχμές, σήμερα είναι 1000 ευρώ, πες λοιπόν ότι το μεροκάματο που έπαιρνα ήταν σημερινά 100 ευρώ. Καλά λεφτά για νεαρό.
Απέφευγα τα αισθηματικά λοιπόν και τι απέμενε; Τα χασικλήδικα. Δε φουμαίρνω, δε βαράω, απλώς είναι ωραία παιδικά τραγουδάκια και τα πάω. Είχε πέσει σύρμα λοιπόν, ότι στο Μ……..ι παίζουνε βαριά. Σουξέ μεγάλο είχε το «Ρε ‘ν’ από πίσω απ’ τη στρατώνα». Όμως αφουγκραζόμουν όλο και πιο πυκνά την απειλή μιας παραγγελιάς του «καϊκσή» και παράλληλα είχα αρχίσει να νιώθω μέσα μου το έμβρυο της ενδοτικότητας να δίνει της πρώτες χαριτωμένες του κλωτσίτσες.
«Θα τους κάνω το χατήρι και θα το παίξω το ρημάδι, να πάει στο διάολο. Αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω, θα το μελετήσω καλά και το βράδυ θα το παίξω».
Με τα πολλά μετά από εξάμηνη καριέρα, τα μάζεψα και έφυγα για να αφοσιωθώ στις μουσικές αναδιφήσεις μου. Έκανα που και που μεροκάματα και είχα την ησυχία μου. Όμως παρακολουθούσα τη «μουσική σκηνή» των ρεμπετάδικων και τα έβλεπα που λίγο-λίγο γίνονταν λαϊκάδηκα. Το «γκελ-γκέλ καϊκσή» θα πρέπει γύρω στο ‘85 να παιζόταν ταυτόχρονα σε 5 από τα 15 ρεμπετάδικα που είχαν εν τω μεταξύ ξεφυτρώσει. Και το ‘95 πια, που όλος ο κόσμος ήταν πάνω στα τραπέζια, αισθανόμουν πανευτυχής που τη γλίτωσα τόσο νωρίς και ανέξοδα.
Ταλφινέλ, αγαπητέ μου, μη τα πολυλογώ. Όταν είδα το μπλογκ μου «προτεινόμενο» και σε δικό σου, αλλά και σε παλιότερο δημοσίευμα του Νίκου Ξυδάκη-και ομολογώ ότι σας εκτιμώ αμφοτέρους-ομολογώ ότι κολακεύτηκα. Αλλά να, την ίδιαν ώρα διαβάζοντας το bereketis.com στην εφημερίδα, σα να άκουσα από τα παλιά ένα ψίθυρο: «Παίξε τον καϊκσή».

Σάββατο, Μαρτίου 12, 2005

Μαρτίου 12, του οσίου υμών πατρός Θεοφάνους του Ομολογητού του Γραπτού

Ο Θεοφάνης υπήρξε ομολογητής, εικονολάτρης. Τον ταλαιπώρησε ο Θεόφιλος ο αυτοκράτορας. Πέραν των διώξεων και της εξορίας, του χάραξαν στο μέτωπο με εγκαυστική το σημάδι του σταυρού, σημάδι ότι είναι εικονολάτρης και γι αυτό ονομάστηκε και γραπτός, δηλαδή ζωγραφισμένος, ειρωνικά αφού του ήρεσαν και αι εικόνες.
Αυτά θυμάμαι και δεν θυμάμαι πια αν είναι ακριβή, αλλά θυμάμαι να τα θυμάμαι κάθε Μαρτίου 12.
Πώς τα θυμάμαι:

Ο "Θεοφάνης ο Γραπτός",΄υπήρξε αντικείμενο πανεπιστημιακής εργασίας μου στο Β΄ έτος της Φιλοσοφικής, στο μάθημα της Βυζαντινής Φιλολογίας, ότε τα ζώα φωνήν είχον, το 1978. Για να μην παραβώ το νόμο περί προσωπικών δεδομένων δεν σας αποκαλύπτω τον καθηγητή της έδρας, άλλωστε εγώ είχα να κάνω με τον ωραιοπαθή βοηθό του, του οποίου το όνομα μού ήταν άγνωστο και τότε-μάλλον δεν μου φαινόταν χρήσιμο να το συγκρατώ. Η εργασία μου απερρίφθη, ως μη επιστημονική και μεταξύ μας χέστηκα. Το μόνο που θα κέρδιζα ήταν μέσω αυτής της εργασίας να μου επιτρεπόταν να συμμετάσχω στη εξεταστική του Ιουνίου. Το έδωσα το μάθημα στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου και το πέρασα.

Αντιθέτως συγκρατώ ακόμα το όνομα μιας "θεωρητικοτάτης" συμφοιτητρίας μου, της Ε. Αυτή με συνάντησε τυχαία μετά από χρόνια.
-Τι κάνεις, που βρίσκεσαι κλπ.
-Τι κάνεις, που βρίσκεσαι κλπ.

Τελείωνε τη σχολή και ήδη είχε προετοιμάσει τις άκρες για διδακτορικό στη Γαλλία. Της έλειπε μόνο μια διπλωματική εργασία στην Βυζαντινή φιλολογία, για να πάρει το πτυχίο της.
-Και τί θέμα έχεις βρε Ε.;
-Για τον Θεοφάνη τον Γραπτό.
-Α, κι εγώ το είχα αυτό το θέμα στο Β΄ έτος, εργασία προκριματική, αλλά ατύχησα.
-Μπορείς να μου το δώσεις, θα με βοηθήσει γιατί πνίγομαι ξέρεις, ετοιμάζομαι και για το εξωτερικό.

Αποβλέπων σε δευτέρα συνάντηση, άνευ όμως άλλης προσδοκίας, της παρέδωσα το πρωτότυπο χειρόγραφό μου (sic), γιατί ούτε για φωτοτυπίες δεν ήθελα να ξοδέψω. Τριάντα σελίδες εργασία γραμμένες με τα χεράκια μου με πέννα, σε τεράστιες κόλλες κομμένες από ένα μεγάλων διαστάσεων βιβλιόδετο τετράδιο (πάλι sic), απ' αυτά που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου για να κρατάει το ημερολόγιο καταστρώματος, όταν ήταν καπετάνιος.

Πήρε την εργασία, με την υπόσχεσή ότι θα μου την επιστρέψει και βεβαίως εγώ ήξερα ότι δεν επρόκειτο να ξαναδώ ούτε την Ε., ούτε την εργασία μου.

Κατέθεσε, όπως πληροφορήθηκα από κουτσομπόλα παλιά συμφοιτήτρια και τότε εκκολαπτομένη βοηθό, κατέθεσε, λοιπόν την εργασία αυτούσια, το χειρόγραφό μου το ίδιο. Και φυσικά έγινε αποδεκτή από τον ωραιοπαθή λέκτορα πλέον, και πήγε στη Γαλλία, και διδακτορικό πήρε, και την ξανασυνάντησα μετά από χρόνια πάλι τυχαία. Κι όποτε τυχαία συναντιόμαστε, εδώ το 'χω αλλά δεν της το λέω.
Γιατί αν της το πω, αυτό που θέλω να της πω, να "της την πω" καλύτερα, τί θα έχω να θυμάμαι όταν έρχεται η Μαρτίου 12;

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)