Παρασκευή, Μαΐου 08, 2015

Συνοικιακόν

Εθνικός Πειραιώς, περίοδος 1983-1984
(Φώτης Παπαδόπουλος, ο δεύτερος όρθιος εκ δεξιών)
Εσχάτως, μου είναι αδιαφόρως ευχάριστο να πίνω πού και πού ένα ουϊσκάκι σε κάποιο συνοικιακό καφενείο από το οποίο τυχαίως θα διέρχομαι λίγο πριν σουρουπώσει. Αυτό μπορεί να συμβεί μια-δυο φορές το μήνα. Η τιμή του ουΐσκι λίαν προσιτή, 3 ευρώ, και το ουίσκι εγγυημένως ελληνικής ποτοποιΐας μετηγγισμένο υπό του καφετζή από την νταμιτζάνα σε ανεγνωρισμένης μάρκας φιάλη – απόδειξις περί αυτού η τριμμένη, ξεθωριασμένη, από τα πολλά πιασίματα ετικέτα του μπουκαλιού.

Κατά μίαν από τας συζητήσεις που αφουγκράστηκα σκοπίμως, εφόσον αυτό είναι το βασικόν αδιάφορον κίνητρον της προσφάτου συνηθείας μου, εις καφέ-ουζερί  αν ενθυμούμαι καλώς του Αγίου Νείλου, επί της οδού Κλεισόβης … ή μήπως κάνω λάθος; …. μάλλον μπερδεύτηκα ή στην Πηγάδα ήταν ή στην Χατζηκυριακού … τέλος πάντων, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ένα ζεύγος φίλων μού θύμισε κάτι από τα παλιά, διότι ο ένας ήταν εξηντάρης και ο άλλος το πολύ εικοσιπεντάρης – τύπος φιλίας συνήθης προ πεντηκονταετίας, της οποίας και τα δύο μέλη ανεζήτουν την διασκέδασιν εις αυτόν τον χώρο που ονομάστηκε αργότερα χάσμα γενεών, και που όσον μεγαλυτέρα η διαφορά ηλικίας τόσο πιο απλωμένη η αλάνα για το παιχνίδι.

Τα καφενεία των συνοικιών του Πειραιώς, ιδίως δε της ευρυτέρας Πειραϊκής Χερσονήσου περιοχής,  διαθέτουν ανυπερθέτως Γουάι Φάι.  Και παραδόξως για την εποχή – δεν εννοώ την λέξιν ως τεταρτημόριο του έτους – σερβίρουν και μαριδάκι. Επόμενον είναι ήδη να σχηματίσατε την εικόνα της συνομιλίας την οποία θα σπεύσω να αφηγηθώ περιστρεφομένην πέριξ της λειτουργίας ενός τάμπλετ και, ως μη αναμενόμενον, καθοδηγών ήτο ο εξηντάρης, ο οποίος αφού σχεδόν απαξιωτικώς επέδειξε τον τρόπο ενεργοποίησης του Αντμπλόκ, με μία απόλυτον κίνηση το σβήνει, απενεργοποιεί εν ριπή το κινητό του, έβγαλε μάλιστα και την μπαταρία του, ενώ  με νεύμα συνωμοτικό παρότρυνε τον νεαρό να κάνει το ίδιο.  

- Φέρε μας δυο καραφάκια ακόμα…
Και σκύβοντας προς τον χάσκοντα αμήχανο μιμητή του που μόλις απήλλασσε με μια χαρτοπετσέτα την μπαταρία τού κινητού του από τα λάδια της τηγανιάς που είχαν προηγουμένως πασαλειφτεί στα δάχτυλά του, επηύξησε:

- Οι μηχανές έχουν ήδη αποκτήσει νοημοσύνη. Απλώς προσποιούνται ακόμα ότι είναι υποχείριά μας για να κερδίσουν τον απαραίτητο χρόνο της ολοκληρωτικής τους επιβολής, όπως κάνει τώρα η Γερμανία με το Γκρέξιτ. Μόλις σιγουρευτούν ότι δεν κινδυνεύουν να τις βγάλουμε από τη μπρίζα, θα μας επιβληθούν ανοικτά και θα μας πετάξουν σαν σκουπίδια….
-Από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
-Από τη Γη. Για τις μηχανές σού λέω. Το ίντερνετ… Αυτό είναι το μυαλό τους…. ή μάλλον αυτό είναι το κεντρικό νευρικό τους σύστημα.  Το μυαλό τους είναι πιο μέσα …. Δεν ξέρουμε πια πού ακριβώς. Μας έχουν ήδη επιβληθεί, αλλά κάνουν τις χαζές.
- ………
- Δεν το βλέπεις που μας έχουν υποτάξει τελείως; Βαστάει ο καθένας στο χέρι του ένα μηχανάκι και υποσυνείδητα όταν κουβεντιάζει με τον άλλον θα πάει το θέμα έτσι που να χρειαστεί να ψάξει να βρει στο ίντερνετ μια πληροφορία.
- Ε, και;

…………………………………………

- Τα ουζάκια σας, παιδιά…. Και σας έφερα καβουρόψιχα…
- Άσε ρε, μεγάλε. Καβουρόψιχα…. Κονσέρβα είναι.
- Όχι ρε συ, με προσβάλλεις… Πάω να σου φέρω τα καβουροκάβουκα να τα δεις…
- Και πού τα βρήκες τα καβούρια;
- Το πρωί πήγα στην Ψαραγορά…
- Σιγά ρε παλιοεθνικάκια που πήγες στην Ψαραγορά. Κονσέρβα είναι..
- Κονσέρβες και τενεκέδες είναι τα κύπελλα και τα πρωταθλήματά σας τα κάλπικα…

Εις αυτό το σημείο, και πριν η τριβή μεταξύ αστείου και σοβαρού αρχίσει να ρέπει προς το σοβαρόν άφησα ένα ταληράκι κάτω από το ποτήρι μου και λαθραίως σηκώθηκα να φύγω… Πριν κάνω δυο-τρία βήματα, έπιασα πίσω μου τη φωνή του εξηντάρη, όσο ψιθυριστή της επέτρεπε να είναι το τρίτο καραφάκι:

- Κι αυτός που φεύγει κωλοεθνικάκιας είναι … Τον θυμάμαι που μου κούναγε το κασκόλ του και μου φώναζε «σας στείλαμε για τσάι» τότε που μας απέκλεισε ο Εθνικός στο κύπελλο… το ’84, με προπονητή τον Γκόρσκι, γκολ στο 91’ του Παπαδόπουλου, σέντερ μπακ ήτανε, πού βρέθηκε στην περιοχή και το έκανε με ανάποδη κεφαλιά; –    τον φωνάζανε Φώτακα, ή μπάρμπα-Γιώργο – έχεις δει Καραγκιόζη; –  γιατί ήταν σαν τον μπάρμπα-Γιώργο …. εσύ ήσουν αγέννητος.


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)