Σάββατο, Αυγούστου 29, 2015

Σύψωμος

Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932)
Οι εν Χίω εργάτες στα χωράφια χωρίζονταν κατά το παρελθόν  σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη κατηγορία οι εργάτες απλώς καλούμενοι, ήσαν αυτοί που προσέφεραν την εργασία τους, και στην αμοιβή τους συμπεριλαμβανόταν αυτονοήτως και το φαγητό τους. Οι δανεικοί, δευτέρα κατηγορία,  δεν αμείβονταν – η εργασία τους ανταπεδίδετο με εργασία: θα έρθω εγώ στο χωράφι σου να βοηθήσω για μια βδομάδα και μετά θα έρθεις εσύ στο δικό μου για μια βδομάδα να με βοηθήσεις. Ο προσωρινός "εργοδότης" είχε την υποχρέωση να παρέχει και το φαγητό στον δανεικό. Κλάδος των δανεικών  ήσαν οι συζευγάδες: δυό συγχωριανοί που καθένας τους διέθετε ένα βόδι, οπότε και συνεταιρίζονταν στο όργωμα των χωραφιών τους, καθότι το άροτρο το σέρνουν δύο βόδια.  Οι σύψωμοι, τρίτη κατηγορία,  ήσαν εργάτες που συμφωνούσαν με τον εργοδότη τους στην αμοιβή τους να μην συμπεριλαμβάνεται φαγητό - πήγαιναν στη δουλειά με το δικό τους φαΐ, με το ψωμί τους, σύψωμοι. Ο όρος σύψωμος σταδιακώς στην κοινωνική ζωή κατήντησε να σημαίνει νηστικός ή ακέραστος. Για παράδειγμα αν κάποιοι πήγαιναν μιαν επίσκεψη και ο οικοδεσπότης δεν τους κέρναγε, τότε αυτοί θα διέδιδαν: μας είχεν τόσες ώρες σύψωμους.

Αυτά ως συμβολή εξηγήσεως για το επώνυμο του ποιητού Λάμπρου Πορφύρα  εκ Καρδαμύλων Χίου, όστις κατά κόσμον ονομαζόταν Δημήτριος Σύψωμος, κατά τα άλλα εύπορος, παρότι ταβερνόβιος καθημερινός φίλος των φτωχών ψαράδων του Πειραιά. 




Πιὲ στοῦ γιαλοῦ τὴ σκοτεινὴ ταβέρνα τὸ κρασί σου,
σὲ μι᾿ ἄκρη, τώρα π᾿ ἀρχίσαν ξανὰ τὰ πρωτοβρόχια,
πιέ το μὲ ναῦτες καὶ σκυφτοὺς ψαράδες ἀντικρύ σου,
μ᾿ ἀνθρώπους ποὺ βασάνισε κι ἡ θάλασσα κι ἡ φτώχεια.

απόσπασμα από τις Φωνές της Θάλασσας - άλλα ποιήματά του εδώ


Σημειώσεις: 
α) Οι Αλβανοί εν Χίω μετανάστες των τελευταίων δεκαετιών, αρχικώς, εργαζόμενοι στα χωράφια ή σε οικοδομικές εργασίες, φιλανθρωπικώς αρχικώς (και ανομολογήτως κατόπιν) ταΐζονταν  από το αφεντικό. Συν τω χρόνω και καθώς τακτοποιήθηκαν κοινωνικώς, πλέον, μετά το πέρας της καθημερινής εργασίας, δεν τους περιμένει και δεν περιμένουν κι αυτοί φαγητό από τον εργοδότη τους - αν και, φωτεινή εξαίρεσις, η κουμπάρα μας η Βαγγελία επιμένει ακόμα και τώρα να τους προσφέρει φαγητό μετά τη δουλειά. 
β) Οι γλωσσικές πληροφορίες από τον εξάδελφο Βαγγέλη Δ., 72ετών, εκ νεότητος μετανάστη στην Αμερική,  διαφυλάξαντα την γλώσσα και το τοπικό χιακό ιδίωμα, προ πενταετίας επαναπατρισθέντα. 

2 σχόλια:

Ariel είπε...

Δεν γνώριζα την σημασία του σύψωμος και μου άρεσε η ανάρτηση και το ύφος της. Τα ποιήματα του τρυφερού Πορφύρα- κυρίως το "Στερνό το παραμύθι" και το "Lacrimae rerum"- με συντρόφεψαν τα τελευταία χρόνια που έχασα αρκετούς δικούς μου ανθρώπους.Και σήμερα μετά από την απώλεια ενός αγαπημένου φίλου ανέτρεξα σ' αυτά και η σχετική ανάρτηση ήταν ένα έναυσμα για να μιλήσω γι'αυτό. Ευχαριστώ, Γεράσιμε.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Να 'σαι καλά Ariel, ευχαριστώ για την επίσκεψη.

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)