Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

Η βαρύτερη αποσκευή

Όποτε πλησιάζει ο καιρός να ταξιδέψω για το νησί, με πιάνει. Το κρύβω όσο μπορώ, αλλά πρώτ’ απ’ όλα με προδίδει το σώμα μου. Ανεβάζω λίγο πίεση, τα δερματικά φουντώνουν … και καθώς οι μέρες για την αναχώρηση λιγοστεύουν σπεύδει να συνεργαστεί και η ρουφιάνα η ψυχή. Το σώμα ήδη έχει προαναγγείλει τη συνεργασία τους με αραιές αρρυθμίες, αυτές που όπως λένε οι καρδιολόγοι «δεν αξιολογούνται», τα φτερουγίσματα – τα νιώθουν κι οι ερωτευμένοι – αλλά για τους υποχόνδριους είναι αφορμή σεναρίων νοσηλείας. Μια ήπια κατάθλιψη, ένα συναίσθημα αποχωρισμού, μετά νεύρα με το παραμικρό, μια γενική αίσθηση αστοχίας.


Όταν πια φτάσει η ώρα της αναχώρησης από το σπίτι, όλο το ψυχοσωματόδραμα των προηγούμενων ωρών και ημερών συνοψίζεται στο άγχος για τις βαλίτσες.


– Τι τις θέλουμε τόσες βαλίτσες;
-Μα πάμε για τόσες μέρες, άλλοι φορτώνουν ολόκληρο αυτοκίνητο.
-Ναι αλλά εμείς δεν έχουμε αυτοκίνητο και μού ‘χουν πάει τα χέρια κάτω – ταξίδι το ταξίδι τα ρήμαξα τα χέρια μου.


Μόλις πατήσω το πόδι μου στο καράβι κι αφού βολέψω τις ρημάδες τις βαλίτσες όλα περνάνε. Με πλημυρίζει ένα συναίσθημα απαλλαγής. Συναίσθημα που κορυφώνεται καθώς πίνω τον καφέ μου στο κατάστρωμα της πρύμνης, χαζεύοντας τ’ απόνερα του καραβιού λες κι είναι οι έγνοιες μου.


Καθώς περνάμε το Βενέτικο πάμε για να πιάσουμε την Ουρά πάλι φτερουγίσματα, που τώρα  όμως δεν τα αξιολογώ ούτε εγώ. Αν είναι άνοιξη ξημέρωμα, οι μυρωδιές σε προϋπαντούν, αν είναι άλλη εποχή και μόνο το όνομα Μυροβόλος σου φέρνει παραισθήσεις.  


Στο λιμάνι θα περιμένει ο ξάδερφος ο Μήτσος με το τζιπ. Αυτή και μόνο η σκέψη προσδίδει στωικό τόνο στις βλαστήμιες της αποβίβασης - τί ταλαιπωρία κι αυτή με τις βαλίτσες, να βράσω τα καράβια τους, τα κάτεργα. Στην αποβάθρα αγκαλιές φιλιά και μόλις φορτώσουμε  μπω στ’ αμάξι και δέσω τη ζώνη μου, συνειδητοποιώ, αυτό που, αφού και στο χωριό καλά περάσω με τα γλέντια και τα ούζα και τις παρέες και την αγάπη των φίλων και των συγγενών, πάντα όμως ανάμεσα στις τύψεις, που εγώ κωλοβαράω ενώ άλλοι δουλεύουνε κι εγώ τώρα καλοπερνάω και που να πάρει η ευχή άλλοι σε δέκα μέρες γράφουν ένα κουαρτέτο κι εγώ δεν μπορώ να σταυρώσω νότα, να συγκεντρωθώ, να δημιουργήσω - σαν του Ραβέλ το Μπολερό, κρεσεντάρουν -  μα ούτε και  να περάσω ξέγνοιαστα μπορώ, άντε να περάσουν οι μέρες να τα μαζέψουμε να φύγουμε να γυρίσουμε στον Πειραιά, να κάτσω να συγκεντρωθώ να γράψω, άντε επιτέλους φεύγουμε πίσω, να πάρει ο διάολος τι στην ευχή θα κάνω με αυτές τις βαλίτσες, πιο ασήκωτες απ’ όταν τις φέρναμε, άντε και τις φορτώσαμε στο τζιπ, πάλι αγκαλιές φιλιά στο λιμάνι, και τις ανέβασα στο καράβι, το ταξίδι σαν υπόθετο, και τις κατέβασα και τις φόρτωσα στο ταξί και τις ξεφόρτωσα και τις ανέβασα στο σπίτι, ξανά και ξανά συνειδητοποιώ: η βαρύτερη αποσκευή μου είμαι εγώ.


στη Γ.

Κυριακή, Οκτωβρίου 03, 2010

άλλοτες όταν εκούρσευαν

CD δώρο
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ
Άλλοτες όταν εκούρσευαν
Ανασυνθέσεις κοσμικής μεταβυζαντινής
μουσικής 16ου και 17ου αιώνα
από αγιορείτικα χειρόγραφα
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ 2006

Ορχήστρα:
Αγγελίνα Τκάτσεβα: σαντούρι, Χάρης Λαμπράκης: νέι
Στρατής Ψαραδέλλης: λύρα πολίτικη, Γιώργος Χατζημιχελάκης: ούτι, πολίτικο λαούτο, ταμπουρά Νέστωρ Δρούγκας: κρουστά (μπεντίρ, ρεκ, ζαρπ, νταϊρέ, κουτάλια, ζύγια, κάσα)
Φωνές:
Σπυριδούλα Μπάκα, Γιάννης Αρβανίτης, Κώστας Γράμπας, Δημήτρης-Αριστόβουλος Μαστροσπύρος, Γιώργος Χατζημιχελάκης
Ηχοληψία: Σωτήρης Παπαδόπουλος,
studio Στέντωρ, Πετρούπολη.







συνοπτικά

Στην ανάρτηση αυτή, όσο το επιτρέπει ο χώρος, γίνεται μια προσπάθεια να δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες που θα βοηθήσουν τον ακροατή να προσεγγίσει ιστορικά, φιλολογικά και μουσικολογικά την εποχή των τραγουδιών της συλλογής. Για τους ερευνητές περιορίζομαι σε κάποιες πολύ γενικές αναφορές, που αφορούν κυρίως στην προσωπική μου ματιά στο θέμα. Παραπέμπω κάθε ενδιαφερόμενο στην βασική του θέματος βιβλιογραφία, απ’ όπου μπορεί να διεισδύσει βαθύτερα σε ό,τι τον ενδιαφέρει.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΖΑΡΑΚΗ:
«ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΑΠΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ»
Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΑΚΑΣ, ISBN 960-290-192-6
BERTRAND BOUVIER
«ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ»
Έκδοση ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ (Μέλπως Μερλιέ), Αθήνα 1960.

ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ


1. Θλίβει με τούτος ο καιρός, τραγούδι: Δ.Α. Μαστροσπύρος, 06΄.10΄΄
2. Τ’ αηδόνια της Ανατολής, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 07΄.19΄΄
3. Όλοι τα σίδερα βαστούν, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, 04΄.49΄΄
4. Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, χορωδία 06΄.15΄΄
5. Εις τα ψηλά παλάτια, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, 03΄.08΄΄
6. Όταν λαλήση ο πετεινός, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, 03΄.44΄΄
7. Όλα τα Δωδεκάνησα, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 04΄.37΄΄
8. Θωρείς τον τόν αμάραντο, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 05΄. 18΄΄
9. Άλλοτες όταν εκούρσευαν, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, 05΄.32
10. Άγριον πουλί μερώθου μου, τραγούδι:
Α.Δ.Μαστροσπύρος, Γ.Χατζημιχελάκης, Κ.Γράμπας, Γ.Αρβανίτης, 06΄.29΄΄
11. Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με τραγούδι: Σ.Μπάκα, 05΄.43΄΄
12. Εις σε ψηλά βουνά, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, Κ.Γράμπας, χορωδία, 06΄.08΄΄



Τα τραγούδια και οι στίχοι
Περιλαμβάνονται μόνον οι στίχοι που έχουν τραγουδηθεί και λίγα απαραίτητα ερμηνευτικά.

1.Θλίβει με τούτος ο καιρός (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Θλίβει με τούτος ο καιρός, λυπεί με ο χρόνος τούτος,
οι μήνες όλες πταίγουν με κι όλες οι εβδομάδες
και τι να γεν’ ο ταπεινός και τι να ποίσ’ ο ξένος.
Γυρεύω φίλον καρδιακόν να με παρηγορήση
και δεν ευρίσκω ΄δε τινάν, μα τι να γεν’ ο ξένος.
Επήρα στράτα της αυγής κι η στράτα οδηγεί με,
εις περιβόλι μ’ έβγαλεν μυριοφυτεμένον.
Κι εκ των δενδρών τον μυρισμόν κι από την ηδονήν των
Εκιλαδούσαν τα πουλιά κι όλος ανεκουφίστην.
Κι ένα πουλί καθέζετο κι εμένα παρηγόρα……..

ποίσ’: ποιήσω, ΄δε: ουδέ,

2.Τ’ αηδόνια της Ανατολής (Μ. Ιβήρων, χφ 1203 & Μ. Ξηροποτάμου, χφ 262)



Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης,
στου Φιλαδέλφου τον βουνόν, στου Φιλαδέλφου τ’ όρος
για συναχθήτε μιαν μεριάν να ποίσω περιβόλι
να κόψω μήλον της φιλιάς, κυδώνι της αγάπης,
δαμάσκηνον με το κλαδί, σταφύλι με το κλήμα.

Φιλάδελφος: δεν πρόκειται περί τοπωνυμίου, «φιλάδελφος» στην χιακή και κρητική διάλεκτο, αλλά και σε πολλά νησιά του αιγαίου ονομάζεται ο γυπαετός.

3.Όλοι τα σίδερα βαστούν (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Όλοι τα σίδερα βαστούν κι όλοι στην φυλακή είναι
κι ο ταπεινός ο Κωνσταντής δεν ημπορεί ‘πομένει,
γιατ’ είν’ τα σίδερα βαριά κι η φυλακή κλεισμένη.
- Χριστέ, να ‘ρράγη η φυλακή, να τσακιστούν οι θύρες,
να ‘πέφταν και τα σίδερα να έβγαινε ο καλός μου,
να έβγαινεν ο Κωνσταντής ο πολυαγαπημένος,
πόχω καιρόν να τον ιδώ, χρόνους να του μιλήσω.

4.Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς, κάλεσμα κάμνει αφέντης,
κι όλους τους άρχοντες καλεί κι όλον τ’ αρχοντολόγι.
Ήτον και πρωτοκαλεστής ο Διγενής Ακρίτης.
Εκάλεσεν ο Διγενής την Ευδοκιά στον γάμον:
«Έλα και συ κυρά Ευδοκιά, στου βασιλέως τον γάμον»……

5.Εις τα ψηλά παλάτια (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Εις τα ψηλά παλάτια,στα ‘μορφα βουνά
χήρας υιός σταβλίζει τρι’ άλογα γοργά
τον Μαύρον και τον Γρίβον και τον Πέπανον

6.Όταν λαλήση ο πετεινός (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Όταν λαλήση ο πετεινός κι οι εκκλησιές σημαίνουν
μάνα υιόν εστόλιζε να πα να μεταλάβη,
να μεταλάβη μια βολά, να μεταλάβη δύο,
να μεταλάβη τρεις βολές, να σώσει την ψυχή του.
Ομπρός υπάγ’ η μάνα του, ξοπίσω η αδερφή του
στη μέση υπάγει ο νιούτσικος σαν μήλο μαραμένο.

7. Όλα τα Δωδεκάνησα (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Μπαρμπαρόσα
Όλα τα δωδεκάνησα στέκουν αναπαμένα
κι η Πάρος η βαριόμοιρη στέκεται αποκλεισμένη.
Κι όσοι την ξεύρουν κλαίουν την κι όλοι τηνε λυπούνται,
Μα σαν την κλαίγ’ η Δέσποινα κανείς δεν τήνε κλαίγει:
«Πάρο, και τι σου ωργίστηκεν αυτός ο Παρπαρούσος;»
Δευτέρα μέρα πρόβαλε τα κάτεργα στην Πάρο,
άλλοι λέγουν Βενέτικα, άλλοι τ’ Ανδρέα Δόρια.

Παρπαρούσος: ο Τούρκος ναύαρχος Χαϊρεντίν, ο επιλεγόμενος «Μπαρμπαρόσα», λεηλάτησε την Πάρο στα 1537
Ανδρέα Δόρια: Andrea Doria,φημισμένος Γενουάτης τυχοδιώκτης, στην υπηρεσία του Ισπανού βασιλέα Καρόλου του Ε΄, πολεμούσε τους Τούρκους από το 1534.





8.Θωρείς τον τον αμάραντο (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



- Θωρείς τον τον αμάραντον πώς κρέμεται στο βράχο
και τρων τον τ’ άγρια πρόβατα κι αλησμονούν τ’ αρνιά τους;
Κι απ’ αυτόν έφαγα κι εγώ κι απαλησμόνησά σε.
- Ειπέ μου, πού έπιες το νερόν και πού έφας το βοτάνι;
- Στην Άρταν έπια το νερόν, στην Κύπρον το βοτάνι,
κι ανάμεσα στον Γαλατάν απαλησμόνησά σε.

9.Άλλοτες όταν εκούρσευαν (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



πρόσφυγες από κούρσεμα (από χειρόγραφο του 16ου αιώνα)
Άλλοτες, όταν εκούρσευαν οι Τούρκοι την ταπεινήν την Πόσναν
και του Πογδάνου τον υιόν επήρασιν οι Τούρκοι.
Την μάνα του στην ξενιτειάν γράφει γραφήν και στέλνει.

Πόσναν: Μπόσνα (Βοσνία).
Πογδάνου: Bogdan τουρκιστί ο Μολδαβός, το όνομα το έφεραν πολλοί ηγεμόνες της Μολδαβίας. Το «Π» εδώ είναι μάλλον ορθογραφικό για να αποδώσει ένα ελαφρύ μπ της τουρκικής. Η άλωση της Μπόσνας έγινε το 1463. Πρόσωπα που μπορεί να σχετίζονται με «του Πογδάνου τον υιόν» είναι, είτε ο Σιγισμούνδος, γιος του τελευταίου βασιλιά της Βοσνίας Στεφάνου Τομάσεβιτς είτε, δια του συμφυρμού, ο γιος του Πογδάνου του Β΄ Στέφανος ο Καλός, βασιλιάς της Μολδαβίας (1449-1451)



10. Άγριον πουλί μερώθου μου (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Άγριον πουλί, μερώθου μου και γένου μερωμένον,
ω χρυσόν, ω χρυσόν πουλί,
Πουλί, μηδέν φουμίζεσαι και δεν ψηλοκρατιέσαι,
μη δης, πουλί, τον θάνατον στου κυνηγού τα χέρια
και τα χρυσά σου τα πτερά οι κάμποι τα γεμίσουν.
Πουλί, κατέβα σε κλαδί και ‘σέβα ‘ς περιβόλι
Να σε ποτίζω κρύον νερόν, να σε ποτίζω μόσχον.

μερώθου: ημέρωσε,
φουμίζεσαι: φημίζεσαι,
‘σέβα ‘ς: μπες σε

11. Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Διώχνεις με, μάνα, διώχνεις με, κι εγώ πηγαίνει θέλω,
να κάμης χρόνο να με ιδής και δυο να με συντύχης,
να κάμης τρεις και τέσσερεις να κάτσης μετ’ εμένα.
«Μηνά ‘δετε, διαβάτες μου, τον υιόν μου εις τα ξένα;».
«Αν δήτε τη μανίτσα μου, μηδέν με μολογήτε».

12. Εις σε ψηλά βουνά (Μονής Ξηροποτάμου χφ 262)



Εις σε ψηλά βουνά, εις όρος χιονισμένον
Κάθεται ν-αϊτός στα χιόνια μαργωμένος
Και περικαλεί τον ήλιο ν’ ανατείλει.
«Ήλιε μου ανέτειλε να λειώσουσιν τα χιόνια,
πώς εμάργωσα δεν ημπορώ πετάξω.»

μαργωμένος: ξυλιασμένος, κοκκαλιασμένος απ’ το κρύο


Τα χειρόγραφα, ο γραφέας, η μουσική γραφή
γλέντι (από γραβούρα του 17ου αιώνα)
Στην παρούσα μουσική έκδοση έχουν περιληφθεί έντεκα από τα δεκατρία τραγούδια , του χειρογράφου 1203 της Μονής Ιβήρων, που έφερε στο φως ο φιλόλογος Σπυρίδων Λάμπρος το 1880, ενώ περιλαμβάνονται και δύο από τα τρία τραγούδια από το χειρόγραφο 262 της Μονής Ξηροποτάμου που εντόπισε, μελέτησε και καταλογογράφησε πρώτος ο μουσικολόγος Γρηγόριος Στάθης το 1975. Το τραγούδι 2 του cd «Τ’ αηδόνια της ανατολής» απαντάται και στις δύο συλλογές.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα χειρόγραφα των τραγουδιών του κώδικα της Μονής Ιβήρων, ο Σ. Λάμπρος τα ανακάλυψε όταν, περιεργαζόμενος ένα «Κρατηματάριο»* του 17ου αιώνα, το εξώφυλλο (στάχωμα) του βιβλίου «έσπασε» και αποκολλήθηκαν τα φύλλα χαρτιού που το αποτελούσαν. Τα φύλλα αυτά περιείχαν δεκατρία τραγούδια, μάλλον προχειρογραμμένα, και αυτός είναι και ο λόγος που ο γραφέας του «Κρατηματαρίου» τα χρησιμοποίησε για να φτιάξει εξώφυλλο.
Ο γραφέας του «Κρατηματαρίου» αυτοπαρουσιάζεται σημειώνοντας στο χειρόγραφο:
«το παρόν κρατηματάριον εγράφη δια χειρός εμού Αθανασίου του ευτελούς του και ιερομονάχου λίαν αμαθούς. Εκ πόλεως Θεσσαλονίκης το γένος αθηναίος. Το επίκλην Καπετάνος εκ της Μονής των Ιβήρων. Και οι αναγινώσκοντες αυτό εύχεσθε υπέρ εμού και μη καταράσθε δια το έχειν εν αυτώ ου μικρά σφάλματα».
Ο B.Bouvier θεωρεί ότι πίσω από αυτήν την ταπεινόφρονα αυτοπαρουσίαση κρύβεται ο μουσικολογιώτατος Αθανάσιος μοναχός, ή Αθανάσιος ιερομόναχος, ή Αθανάσιος Ιβηρίτης του οποίου συνθέσεις απαντώνται σε χειρόγραφες συλλογές του 18ου και 19ου αιώνα, αιώνες αναγνώρισης της συνθετικής του αξίας. Και κατά τον B.Bouvier, ο Αθανάσιος είναι και ο (κατα)γραφέας της συλλογής των 13 τραγουδιών.
Η συλλογή του Αθανασίου, είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή των στίχων, όπως συμβαίνει σε παλαιότερες συλλογές του 15ου και 16ου αιώνα, αλλά παραδίδει και το μουσικό κείμενο. Η ποικιλία ύφους των τραγουδιών τόσο σε περιεχόμενο, γλώσσα, μετρική, όσο και σε μουσική φόρμα προσδίδει στη συλλογή την αξία μιας ανθολογίας. Προσωπικά, δεν αποκλείω διόλου το ενδεχόμενο κάποια από τα τραγούδια αυτά να είναι αυθεντικές καταγραφές όπως π.χ. το τραγούδι 7 «Όλα τα δωδεκάνησα», ενώ κάποια άλλα, όπως το 1 «Θλίβει με τούτος ο καιρός» να είναι συνθέσεις του Αθανασίου πάνω σε δικούς του ή προϋπάρχοντες στίχους ή έστω μουσικές διασκευές παλαιοτέρων μελών. Ούτως ή άλλως, πιστεύω, ότι η μουσική σημειογραφία που χρησιμοποιεί ο Αθανάσιος, όντας σημειογραφία προορισμένη να υπηρετεί το εκκλησιαστικό μουσικό ύφος, θα πρέπει να έφερε τον Αθανάσιο πολλές φορές σε αμηχανία, καθώς προσπαθούσε με αυτήν να καταγράψει κοσμική μουσική, ή έστω μια μουσική που αφίσταται του εκκλησιαστικού ύφους. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι προσπαθώντας να αποδώσει τον ρυθμό «συνάζει» τα σημαδόφωνα, είτε με λιγοστά βασικά κόκκινα συνάγματα, είτε με την αντιστοίχιση τους σε συλλαβές, αξιοποιώντας παράλληλα την ρυθμική σημασία που μπορεί να προσδώσει η οριζόντια και κατακόρυφη κατανομή των σημαδιών πάνω από μία συλλαβή, γεγονός που εύστοχα εντοπίζει και η Δέσποινα Μαζαράκη. Υπ’ αυτήν την έννοια η μουσική σημειογραφία του Αθανασίου σε αυτή τη συλλογή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια απλουστευτικής προσαρμογής της παλαιότερης μουσικής σημειογραφίας του Κουκουζέλη στις ανάγκες του «εξωτερικού» (μη εκκλησιαστικού) μέλους. Και συνολικά μπορούμε να πούμε ότι οι αδυναμίες ή έστω οι δυνατότητες του σημειογραφικού συστήματος αυτού, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην όλη μουσική καταγραφή των μελών. Μοιάζει, δηλαδή, λιγότερο η σημειογραφία να προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις του μέλους και περισσότερο το μέλος στις δυνατότητες της σημειογραφίας.

*Κρατηματάριο: συλλογή εκτεταμένων περίτεχνων μελών που η μορφολογική ανάπτυξή τους βασίζεται σε οργανικές φόρμες

Το μουσικό ύφος της εποχής και η σύγχρονη αισθητική ματιά
χορός στην Πάρο (γκραβούρα του 17ου αιώνα)
Θεωρώ, ότι τα τραγούδια αυτά, πλην ίσως του «Όλα τα δωδεκάνησα» και του «Όταν λαλήσει ο πετεινός», που μοιάζουν περισσότερο ιδιωματικά, τα τραγούδια αυτά λοιπόν, έχουν μεγάλη εγγύτητα ύφους με το καλούμενο αραβοπερσικό. Ο όρος «αραβοπερσική μουσική», σημαίνει ό,τι και οι όροι «εξωτερικόν μέλος» ή «θύραθεν μουσική» για τους Βυζαντινούς, σχετιζόμενος όχι μόνον με την επίσημη λόγια κοσμική μουσική, αλλά και την λόγια οθωμανική ποίηση. Δεν θα πρέπει δε να μας παραπλανά ο όρος και να θεωρήσουμε ότι το ύφος αυτό είναι κάτι ξένο προς την ελληνική μουσική παράδοση. Είναι ένας όρος που αναφέρεται στο ύφος της επίσημης αυλικής μουσικής, μουσικού είδους παλαιάς καταγωγής, με βάσεις θεωρητικές στην αρχαιοελληνική μουσική, που έζησε παράλληλα με την εκκλησιαστική μουσική στην πολυεθνική εποχή του Βυζαντίου και κληροδοτήθηκε στην επίσης πολυεθνική μεταβυζαντινή Οθωμανική εποχή, καλλιεργούμενο από Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους, Πέρσες και Τούρκους μουσικούς, οι οποίοι ήσαν μεταξύ των σε έντονο ανταγωνισμό, όπως μαρτυρεί η σχετική ιστορική παράδοση - και σε ανταγωνισμό βρίσκονται οι διάφορες μουσικές πιάτσες όταν υπηρετούν κατά βάση το ίδιο είδος. Αυτό το είδος-ύφος που οι ομοεθνείς μας θεωρητικοί συγγραφείς του 18ου και 19ου αιώνα (Κύριλλος Μαρμαρηνός, Στέφανος Δομέστιχος, Παναγιώτης Κηλτζανίδης) ονομάζουν ταυτόχρονα «εξωτερικό μέλος» και «αραβοπερσική μουσική» είναι ουσιαστικά η επίσημη κοσμική μουσική. Αυτό το είδος μουσικής ακτινοβολεί και οι τοπικές δημοτικές παραδόσεις επηρεάζονται από αυτό. Θα πρέπει αυτήν την εποχή να μάθουμε να την βλέπουμε να μοιάζει περισσότερο με την δική μας, όπου έχουμε μια διεθνώς αποδεκτή «μαζική» μουσική κουλτούρα και τις ιδιαίτερες εθνικές μουσικές.
Με αυτή τη ματιά, ενορχήστρωσα τα κομμάτια, και σαφώς προσανατόλισα το ύφος του παιξίματος των οργάνων. Περιόρισα την ορχήστρα στα όργανα εποχής (σαντούρι, νέι, λύρα, ταμπουράδες, κρουστά), αλλά δεν αισθάνθηκα διόλου δεσμευμένος ως προς την κατακόρυφη μουσική δομή, καθώς και την ηχοχρωματική ποικιλία που μπορεί να γεννηθεί από διάφορες τεχνικές παιξίματος, ακόμα και αν αυτές δεν θεωρούνται υπό την στενή έννοια παραδοσιακές. Άλλωστε, δεν λείπουν τα τεκμήρια και οι πληροφορίες ότι ανάλογοι πειραματισμοί είχαν γίνει ήδη από την εποχή του 17ου αιώνα. Επίσης, η «ηχητική εικόνα» του δημοτικού μας τραγουδιού, την οποία γνωρίζουμε μέσα από τις ηχογραφήσεις του 20ου αιώνα, δεν πρέπει να θεωρείται πρότυπο αυθεντικότητας, διότι αντικατοπτρίζει τις επιλογές των μουσικών του 20ου αιώνα, δηλαδή μιαν αισθητική που κάτι διατήρησε από το παλιό και κάτι καινούργιο έφερε. Όταν, ενορατικά προσεγγίζουμε μιαν εποχή της οποίας δεν υπήρξαμε αυτήκοοι μάρτυρες, πιστεύω θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, ή τουλάχιστον να συμπεριφερθούμε σαν να είμαστε εμείς οι μουσικοί της. Σαν λόγιος μουσικός του 17ου αιώνα, θα γνώριζα το αραβοπερσικό ύφος, θα γνώριζα τις αρμονικές κατακτήσεις της δύσης, θα ήθελα να πειραματίζομαι με τον ήχο. Αυτό κάνω και τώρα. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσω την ετεροφωνία, καθώς και ανεξάρτητες συνηχητικές γραμμές, ακόμα και αρμονία, ενώ δεν φοβούμαι να χρησιμοποιήσω ηχοχρώματα π.χ. αρμονικών στα έγχορδα ή να «προετοιμάσω» το λαούτο και να παράγω από αυτό ήχους κρουστού. Κι αυτό γιατί δεν θεωρώ την εφευρετικότητα προνόμιο μιας εποχής. Όπως επίσης θεωρώ το γεγονός του ότι δεν υπήρξαμε αυτήκοοι της μουσικής του 16ου αιώνα, μας επιβάλλει, μάλλον παρά μας αποτρέπει, να την οραματιστούμε απροκατάληπτα.

Η ανασύνθεση των τραγουδιών
γενικά
Στην μουσική ερευνητική και ερμηνευτική προσέγγιση αυτών των τραγουδιών βασίστηκα κατά πολύ στην εργασία της Δέσποινας Μαζαράκη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις προθεωρίες Παπαδικής καθώς και το Θεωρητικό του Απόστολου Κωνστάλα μέσα και από την σχετική μελέτη του μουσικολόγου Γρηγορίου Στάθη. Επίσης σε ό,τι αφορά στην θεωρία των ήχων (την διάρθρωση των κλιμάκων τους, των γενών και των διαστημάτων) μελέτησα τα σχετικά θεωρητικά συγγράμματα του Κύριλλου Μαρμαρινού (18ος αι.) καθώς και όλα τα έντυπα θεωρητικά συγγράμματα του 19ου αιώνα. Επίσης έλαβα υπ’ όψιν μου τις σχετικά πρόσφατα εκδεδομένες μελέτες του O.Wright πάνω στη μουσική συλλογή του Καντεμίρογλου (18ος αι.). Τέλος σπουδαιότατη συμβολή στη διαμόρφωση μιας μετρικής αντίληψης για το μουσικό είδος αυτής της συλλογής, υπήρξαν οι δημοσιευμένες επιστημονικές ανακοινώσεις του φίλου μου Γιάννη Αρβανίτη, καθώς και οι συχνές άτυπες μουσικολογικές συζητήσεις και αναδιφήσεις μας μεταξύ καφέ και ούζου.

Οι ήχοι, τα γένη και τα διαστήματα
Διάτονο μαλακό. Τα τραγούδια της συλλογής, ως επί το πλείστον κινούνται στο διατονικό γένος πλην κάποιων εξαιρέσεων όπου το μέλος τους σε κάποιες καταληκτικές φράσεις ερωτοτροπεί με το χρώμα. Ο βασικός προβληματισμός μου ήταν στο ποιο θα είναι το τονικό ύψος του Μι-Βου (Σεγκιάχ) και των κάτω και άνω Σι-Ζω (Αρακ και Εβιτζ). Οι μελέτες του O.Wright, αλλά και οι δικές μου προσωπικές μελέτες με οδήγησαν να επιλέξω ένα τονικό ύψος που τόσο τα Μι όσο και τα Σι για το μαλακό διάτονο θα έπρεπε να είναι κατά ένα τέταρτο του τόνου χαμηλότερα από αυτά της Δυτικής Μουσικής, και οπωσδήποτε χαμηλότερα από τα θεωρητικώς προσδιορισμένα από τα σύγχρονα περί την Εκκλησιαστική μας Μουσική Θεωρητικά. Οι αποστάσεις δηλαδή των Μι και Σι από τους , αδιαμφισβήτητου ύψους, φθόγγους Πα- Ρε-Δουγκιάχ και Κε-Λα-Χουσεϊνί είναι πολύ κοντά στο διάστημα του ελάσσονος τόνου του Χρυσάνθου 11/12, (ο ελάσσων τόνος 11/12 είναι 0,91666666 του όλου της χορδής, ενώ ο ελάσσων 3/4 του μείζονος τόνου είναι 0,91700404). Επ’ αυτής της βάσεως, κουρδίσαμε στο σαντούρι όλα τα μι και σι χαμηλά και πάνω σε αυτό το κούρδισμα προσαρμόστηκαν τα «τυφλά» όργανα (λύρα, νέι, ούτι) καθώς και οι φωνές.
Διάτονο σκληρό. Για το σκληρό διάτονο διατηρήσαμε το λεγόμενο φυσικό δυτικό κούρδισμα, το βασισμένο στον μείζονα τόνο και τα ημιτόνια.
Χρώμα. Το βασικό τετράχορδο του χρωματικού γένους, όσον αφορά στην οργανική μουσική του «εξωτερικού μέλους», όταν το Μιd-Σεγκιάχ είναι τόσο χαμηλό, σύμφωνα και με τον Καντεμίρογλου και με τον Κύριλλο τον Μαρμαρηνό και τον Στέφανο Δομέστιχο, απαρτίζεται από τους φθόγγους:
Πα- Ρε-Δουγκιάχ, Βου-Μιd-Σεγκιάχ, Γα#-Φα#-Χιτζάζ, Δι-Σολ-Νεβά
Ως εκ τούτου ο φθόγγος Βου-Μιd-Σεγκιάχ είναι κοινός και στο μαλακό διάτονο και στο χρώμα.
Έλξεις. Τα τόσο χαμηλωμένα μι και σι καθιστούν, στην οργανική τουλάχιστον μουσική μη απαιτητές τις έλξεις των Δ΄ ήχων, ρε# προς μι και λα# προς σι, κάτι το οποίο επιβεβαιώνουμε και στα καταγεγραμμένα από τον Καντεμίρογλου οργανικά κομμάτια της εποχής. Η μόνη έλξη που εφαρμόζεται είναι αυτή του Ζω ύφεση (Σιb, Ατζέμ), όπου κρίνεται μουσικώς απαραίτητο και απαιτητό από την πορεία του μέλους και την θεωρία των ήχων.


Τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται και από τα ισχύοντα στην αραβική και περσική μουσική παράδοση και αιτιολογούνται για την εποχή του 16ου και 17ου αιώνα, αν δεχτούμε ότι το επίσημο ύφος της εξωεκκλησιαστικής μουσικής, της «εξωτερικής», στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι το λεγόμενο «αραβοπερσική μουσική».

Η ανασύνθεση του μέλους των τραγουδιών.
Όπως προείπα, βάση για την εργασία μου υπήρξε η εργασία της Δ.Μαζαράκη. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην ερμηνεία της παλαιάς γραφής σε σχέση με τα συγκεκριμένα τραγούδια, η θεώρησή της με βοήθησε ουσιαστικά. Μελετώντας τις ερμηνείες της και χωρίς να διαφωνώ με την ερμηνευτική της θεωρία, το γεγονός ότι θεωρεί τα τραγούδια αυτά ως «καθιστικά» εν παραλλήλω με μία μηχανιστική εφαρμογή των ερμηνευτικών οδηγιών των Προθεωριών και του Θεωρητικού του Κωνστάλα, θεωρώ ότι την οδηγεί σε μία ερμηνεία όπου ο ρυθμός, υπό την μορφολογική προοπτική, απουσιάζει, μιας και η παράθεση δισήμων τρισήμων κλπ, αν δεν δημιουργεί ρυθμικούς κύκλους, δεν δημιουργεί σφιχτή ρυθμική φόρμα, αλλά ελεύθερη. Βέβαια, η άποψή της είναι μία πολύ σεβαστή άποψη. Όμως στη δημοτική μας παράδοση πολλά τραγούδια θεωρούνται «καθιστικά», δεν χορεύονται, ωστόσο στηρίζονται σε απλά ή σύνθετα μέτρα ή και σε ρυθμικούς κύκλους. Εξ αυτού ορμώμενος δοκίμασα κάτι διαφορετικό, χωρίς να βιάσω διόλου τα όσα το παραδεδομένο από τον Αθανάσιο μουσικό κείμενο καταγράφει. Δεδομένου ότι τα μόνα αδιαμφισβήτητα είναι τα τονικά ύψη των σημαδοφώνων, δοκίμασα να εντάξω τα υπέρ μία συλλαβή συναγμένα σημαδόφωνα, καθώς και τα με κόκκινα και μαύρα συνάγματα συναγμένα, σε μία κυκλική ρυθμική προοπτική, θεωρώντας ρευστή την ρυθμική ερμηνεία τους όσο και την ερμηνεία του καταληκτικού σημαδιού του λεγόμενου αποδέρματος ή αποδόματος, ρευστή αλλά εκ των υστέρων αιτιολογούμενη, εφόσον το φορμαλιστικό αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό. Επίσης, το σπουδαίας σημασίας θέμα της χρονικής αγωγής, το οποίο δεν προσδιορίζεται από την σημειογραφία του Αθανασίου, καθώς και το θέμα της δυναμικής και της έκφρασης, διαμορφώθηκαν κατ΄ εκτίμησιν. Προς αυτήν την κατεύθυνση με όπλισε η ιδιότητα του συνθέτη. Επιθυμούσα ένα αποτέλεσμα το οποίο να με ικανοποιεί αισθητικά και το οποίο να αιτιολογείται αλλά και να αιτιολογεί τις ερμηνευτικές επιλογές και δυνατότητες που αφήνει η ασαφής ρυθμικά παλαιά σημειογραφία. Γνωρίζοντας λοιπόν ότι πολλοί μουσικολόγοι θα αντιμετωπίσουν με επιφυλακτικότητα την εργασία μου αυτή, δεν διατείνομαι ότι ερμήνευσα, ή κατά το προσφιλές «εξήγησα» τα τραγούδια της συλλογής, αλλά, μάλλον ως συνθέτης, τα ανασυνέθεσα, έτσι που να με ικανοποιούν ως δικές μου συνθέσεις.

Ευχαριστίες:
Πρώτιστα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης, Αντιδήμαρχο, κ. Νίκο Σακούτη, καθώς και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που αφειδώς και με ζήλο στήριξαν την παραγωγή αυτή.
Ευχαριστώ, τους συνεργάτες μου μουσικούς και τραγουδιστές για την προσφορά τους και ιδιαιτέρως την Αγγελίνα Τκάτσεβα-Σταθοπούλου και την Σπυριδούλα Μπάκα που αφιέρωσαν πολύ χρόνο σε δοκιμές, ώστε να διαμορφώσω μια πρώτη αισθητική εικόνα.
Τους φίλους μου Ανδρέα Ρούσση, Γιώργο Σεργάκη και Λάμπρο Φύκαρη που με τις συνακροάσεις των ηχογραφήσεων με ενθάρρυναν στις αισθητικές μου επιλογές.
Τέλος, ευχαριστώ τον ηχολήπτη μας Σωτήρη Παπαδόπουλο, που πέραν από την άψογη τεχνικώς εργασία του, μας ξεκούραζε με την ζεστή, ευγενική έως καρτερική στάση του στις δύσκολες ώρες των ηχογραφήσεων.


Γιώργος Χατζημιχελάκης

και μια κριτική παρουσίαση του Νίκου Α. Δοντά στην Καθημερινή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 13, 2010

¡Que viva México!

Ο Silezukuκ διάλεξε μερικά πλάνα από τα χιλιόμετρα γυρισμάτων που ο Αϊζενστάιν προόριζε να αποτελέσουν υλικό για την περίπου μιας ώρας ταινία του ¡Que viva México!. Καλύτερα να την είχε ονομάσει «Mexican Odyssey»….

Ο Silezukuk έφτιαξε με λιγότερο από 80 πλάνα (μερικά από αυτά επαναλαμβανόμενα) ένα μικρό ταινιάκι διάρκειας ούτε 5 λέπτων. Μου ζήτησε να του προσαρμόσω μια μουσική, αλλά ….. να μην κουραστώ. Εγώ πάλι θεώρησα ότι μου έδινε παραγγελία ο ίδιος ο Αϊζενστάιν. Οπότε προσπάθησα ό, τι καλύτερο μπορούσα.



Τα γυρίσματα του Αϊζενστάιν, όπως .... αναμένεται είναι «βουβά» - 1931 γαρ. Έτσι, προσπάθησα να ενοποιήσω σε μία μουσική φόρμα ως ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία ήχους περιβάλλοντος (δανεισμένους από σχετικές βιβλιοθήκες ήχων για σινεμά), μια λούπα - ένα μικρό απόσπασμα από ένα κομμάτι γιορτινό που έπαιζε μια μπάντα από την Oaxaca, ήχους κρουστών και ρυθμικά patterns για να επιτονίσω τη μπάντα και να «δέσω» το σύνολο του φιλμ, μερικές μακρόσυρτες συγχορδίες από συνθεσάϊζερ σε αντίθεση με μια συνεχώς μεταφερόμενη και σταδιακά αποκαλυπτόμενη νοηματικά φράση ενός πιάνου … όλα αυτά μαζί με την έμμονη καμπάνα που χτυπά καθώς τα πλάνα εναλλάσσονται.

Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2010

Η Παναγιά η Μαγαζιώτισσα




....... σε ομώνυμη  πάροδο της Απλωταριάς (εμπορικός δρόμος), Χίος. Πήρε το όνομά της με το μεγάλο σεισμό τού 1881 (τον "Χαλασμό") - όλα τα μαγαζιά τής Απλωταριάς έμειναν ανέπαφα. Τώρα, με το ΔΝΤ αναμένεται το θάμα της ....

Κυριακή, Ιουλίου 18, 2010

"Αυγούστου μοναρχήσαντος", μες στο κατακαλόκαιρο ....

Σέβεσαι το αυτοκρατορικόν διάταγμα και ξεκινάς ...
....εάν και εφόσον "το ΣΥΣΤΗΜΑ" δεν σε σταματήσει εξ αρχής μ' αυτό
 το χαριτωμένον ερυθρογράμματον αποτρεπτικόν ραβασάκι :

Αν όμως  "το ΣΥΣΤΗΜΑ" σού επιτρέψει να ξεκινήσεις, εσύ μην αφήσεις να σε κυριεύσουν ρίγη αισιοδοξίας. Συνήθως μετά την συμπλήρωση του πρώτου πεδίου,  "το ΣΥΣΤΗΜΑ" θα σε σταματήσει  με αυτό εδώ.....


Επανέρχεσαι υπομονετικά μέχρι να εκπνεύσει η διορία ..... Εν τω μεταξύ, για ένα ευχάριστο διάλειμμα,  μπορείς να καλείς το 1500 - ευγενέστατες, σχεδόν καρτερικές δεσποσύνες (διακρίνεις μια διάθεση αμυντική στην ομιλία τους - ποιος ξέρει πόση τηλεφωνική ανώνυμη αγανάκτηση/εκτόνωση εισπράττουν). Θα σε πληροφορήσουν αυτό που ήδη ξέρεις: "το σύστημα είναι προσωρινά εκτός". Κυρίως εκτός είναι ( "το ΣΥΣΤΗΜΑ"), αλλά υπάρχουν και χειρότερα συστήματα (θυμάμαι κάτι άθλια δισμετάβλητα που παίζαμε στο ΠΡΟ-ΠΟ κυνηγώντας το 11αρι).

Δεν απογοητεύεσαι.
 Έχεις ακόμα περιθώριο χρόνου...
Ωστόσο, έστω υποσυνείδητα,
δεν μπορείς να μη φοβάσαι
 ότι αύριο μεθαύριο μπορεί
 να σε προλάβει
η σφαγή των νηπίων ....

Σάββατο, Ιουλίου 17, 2010

Ιχθυόσκαλα Χίου

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010

Δευτέρα, Μαΐου 31, 2010

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

λουτρόν





Τρίτη, Μαΐου 18, 2010

-Την πολιτιστική σας ταυτότητα παρακαλώ.... Συλλαμβάνεστε.



Το ζήτημα που ονομάζεται «πολιτιστική ταυτότητα» έχει ως προσφιλές πεδίο μάχης την τέχνη της μουσικής.

Η λογοτεχνία για παράδειγμα, έχοντας ως προφανές και οριοθετημένο εκφραστικό εργαλείο τη γλώσσα του λογοτέχνη, αυτομάτως, με κριτήριο την εθνικότητα της γλώσσας, επιλύει το ζήτημα της εθνικής υπόστασής της. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ήδη από την εποχή των μεσαιωνικών ρομάντζων, η γλώσσα και όχι η φόρμα, όχι το λογοτεχνικό είδος, όχι το ύφος, είναι το κριτήριο για να προσμετρηθεί ένα ποίημα στην ελληνική παραγωγή. Ο Ερωτόκριτος, ως είδος και ως φόρμα, αλλά και δια του ύφους του, ενώ ανήκει στα μεσαιωνικά ρομάντζα της ιπποσύνης, διά της γλώσσας θεωρείται ελληνική ποίηση. Το ανάλογο ισχύει και για τα σονέτα. Το σονέτο είναι ένα ιταλικό είδος ποίησης (πρωτοεμφανίστηκε τον 13ο αιώνα, εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και επιβίωσε για αιώνες - στην φόρμα του γράφαν ποιητές ακόμα και της ρομαντικής εποχής). Αλλά ένα σονέτο στην ελληνική γλώσσα θεωρείται ελληνική ποίηση. Τόσο ελληνική όσο και ένα δημοτικό τραγούδι.

Με τη ζωγραφική πάλι, το ζήτημα δεν τίθεται καν. Η προσωπικότητα του Γκρέκο έχει ήδη από την εποχή της Αναγέννησης ακυρώσει κάθε δίλλημα στις νεοελληνικές συνειδήσεις έστω και εάν ο Κόντογλου προσπάθησε να ξαναθέσει το ζήτημα. Το ίδιο το ρεύμα της Αναγέννησης, άλλωστε, λόγω της ελληνοκεντρικότητάς του βρίσκεται στο απυρόβλητο, και ως προπάτορας θεωρούμενο των εικαστικών ρευμάτων που ακολουθούν έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, απαλλάσσει και αυτά από κάθε κατηγορία. Οπότε, η ζωγραφική του Λύτρα θεωρείται ελληνική, δημιουργώντας το κεκτημένο για κάθε έργο Έλληνα ζωγράφου ή εικαστικού να θεωρείται ελληνικό, χωρίς κανένα άλλο κριτήριο πλην της καταγωγής του ζωγράφου.

Με τον χορό τα πράγματα ακόμα πιο απλά. Υπάρχουν οι δημοτικοί, οι λαϊκοί, οι μοντέρνοι χοροί, και … ο χορός. Αλλά δεν νοιάζεται κανένας - δυστυχώς ο χορός δεν έχει αποκτήσει ακόμα την παρουσία που του αξίζει, παρότι υπάρχουν πολλοί αξιολογοι δημιουργοί.  Περίπου έτσι είναι τα πράγματα και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Μοιάζει να είναι σαφές στον καθένα ότι ελληνικό είναι ένα έργο αν προέρχεται από Έλληνες δημιουργούς, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, όπως συμβαίνει και με τις ελληνικές ομάδες μπάσκετ που μας γεμίζουν εθνική περηφάνια όταν παίζουν στο φάιναλ φορ. Μπορεί τα ζητήματα πολιτιστικής ταυτότητας να απασχολούν τους δημιουργούς, όχι όμως και το κοινό. Μόνον το κοινό της μουσικής έχει το προνόμιο να προβληματίζεται περί εθνικής ταυτότητας. Ιδού:

Αντιμετωπίζεται, άραγε, με τον ίδιο τρόπο μία όπερα όπως η Φλόρα Μιράμπιλις του Σπυρίδωνος Σαμάρα, η οποία μάλιστα έχει ιταλικό λιμπρέτο και έκανε καριέρα στην Σκάλα του Μιλάνου; Θεωρείται έργο που έχει τα ίδια διαπιστευτήρια ελληνικότητας με ένα τραγούδι του Βαμβακάρη;

Αφήνω, στην άκρη το ότι σε ένα τραγούδι του Βαμβακάρη μπορούμε να βρούμε βασικά μουσικά στοιχεία κοινά με την παράδοση της τουρκικής μουσικής – σας προκαταλαμβάνω μάλιστα, σπεύδοντας να πω ότι τόσο αυτό που ονομάζουμε [νέο]ελληνικό όσο και αυτό που ονομάζουμε τουρκικό, συνέζησαν και συνομίλησαν επί 400 χρόνια, και μάλιστα υπό άλλην ονομαστική σκέπη: ρωμαίικο και οθωμανικό.


Αν όμως τα ειδολογικά πλαίσια δεν είναι κριτήριο εθνικότητας για την λογοτεχνία, και τις άλλες τέχνες, πώς γίνεται και έχουμε τόσο σαφή άποψη και συνάμα σύγχιση (sic) περί της ελληνικότητας, ή της τουρκικότητας, ή της ιταλικότητας ενός μουσικού έργου. Νομίζω, ότι η οιαδήποτε κρίση περί αυτού εκπορεύεται από τις μετρήσεις οικειότητας που αυθόρμητα κάνει ο καθένας μας σε ένα έργο εκκινώντας από όσα βιωματικώς του έχουν ενσταλαχθεί μέσω των τραγουδιών που ακούει από μικρός. Ο αυτοματισμός ελληνικός στίχος = ελληνικό τραγούδι είναι το βασικό κριτήριο ταξινόμησης. Από κει και πέρα, η ρυθμολογία, η ηχητική, το ύφος, αντί να αποτελούν ειδοποιά στοιχεία, αποτελούν αδιάφορα παρελκόμενα.

Η Φλόρα Μιράμπιλις στα αφτιά του Έλληνα είναι ιταλική όπερα. Και το περίεργο δεν είναι αυτό. Το περίεργο είναι ότι ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στη συνείδηση του κοινού είναι ελληνικό έργο. Παρότι η ηχητική, το ύφος (όχι το ύψος) είναι παρόμοια. Λοιπόν; Τι είναι αυτό που μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα έτσι; Γιατί ο Μπετόβεν ή ο Βέρντι θεωρείται πολιτιστικός εισβολέας, όχι όμως και ο Τζιότο ή ο Πικάσο ή ο Γκαίτε, ή ο Πήτερ Στάιν. Και γιατί ο Ξενάκης, ο Σκαλκώτας, ο Μητρόπουλος, θεωρούνται σύμμαχοι του Μπετόβεν στην πολιτιστική του εισβολή;

Διότι και τα δάκρυα για την Κάλλας χύθηκαν όχι για τη φωνή της και γι αυτά που θεϊκά όπως τα τραγουδούσε δεν θα ξανακουστούν, αλλά για το μελό όπως παρουσιάστηκε του βίου της, και πρώτ’ απ’ όλα επειδή ήταν δικό μας κορίτσι. Ελληνίδα. Διότι δεν μας αρέσει ο Μπετόβεν. Μας αρέσει όταν τον ερμηνεύει ο Σγούρος.

Κακά τα ψέμματα. Το ελληνικό κοινό θρέφεται με τραγούδι. Και γι αυτό κάλλιστα μπορεί να μιλάει για ελληνικό ροκ, αλλά πάντα θα ακούει με δυσπιστία και θα αντιμετωπίζει ως ξενόφερτο ό, τι άλλο δεν συγκαταλέγεται στο είδος «τραγούδι». Τα όσα διαπραγματεύεται το τούρκικο φιλμάκι μας εκπροσωπούν πλήρως για το πώς αντιλαμβανόμαστε μουσικώς (αλλά και γενικώς) την έννοια πολιτιστική ταυτότητα και κατ’ επέκτασιν την έννοια πολιτιστική εισβολή. Και μάλιστα το ότι τα δόρατα του δημοτικού τραγουδιού - ευπρόσδεκτη η συμμαχία των türkü - κατανικούν τα τυφέκια των λακέδων του Μπετόβεν, είναι κάτι που εξακολουθεί να μας γεννά αισθήματα ικανοποίησης και περηφάνιας, και ας μη ζούμε στο 1974.

Ας πολεμήσουμε λοιπόν στερεοτύπως "τη λαίλαπα του ΔΝΤ" με τη Λέγκω του Μαρκόπουλου. Δοκιμασμένο όπλο. Μόνο που στρέφεται κατά του μυαλού μας.

Δευτέρα, Μαΐου 17, 2010

Των μαγκιόρων

Βάζω και ψάχνω διάφορες λέξεις, που μου ‘ρχονται, στο ψαχτήρι – αυτό πάνω αριστερά, που έχω – γκατζετάκι χρησιμότατον. Έτσι με αφορμή μια λέξη πάω σε όλα τα ποστ μου που την περιέχουν και περνώ την ώρα μου. Λοιπόν, δια του ψαχτηρίου διαπιστώνω πριν από λίγο, ότι δεν έχω γράψει ούτε σε ένα ποστ τη λέξη μάγκας στην ονομαστική ενικού, μόνο στην αιτιατική πληθυντικού: «βάρκα μου μπογιατισμένη, κάργα μάγκες φορτωμένη» σε ... στίχοι του Μπάτη. Αδικία. Αυτή τη λέξη έπρεπε να την έχω γράψει σε όλες τις πτώσεις και των δύο αριθμών.
Γι αυτό την κλίνω για να σιγουρέψω την παρουσία της στο ιστολόγιον τούτο. Τις ομόηχες πτώσεις για λόγους οικονομίας – καιροί που ζούμε – τις παραλείπω.

Ενικός: ο μάγκας / του, τον, ρε μάγκα. Πληθυντικός: οι, τους, ρε μάγκες / ….. των μάγκων δεν μου πάει καθόλου και δεν το έχω ακούσει εκτός από την περίπτωση που αφορά στο γνωστόν εξωτικόν φρούτο. Των μαγκών; Σιγά τη γραμματική γιατί θα κοψομεσιαστούμε…. άσε που σε λίγο θα μας βγει να λέμε «του μάγκου» κατά το «λοχίας». Η γενική πληθυντικού του μάγκα είναι «των μαγκιόρων».

Τον Γιώργο Μπάτη τον θυμάμαι παιδάκι όταν ήμουνα να τριγυρίζει με το μπαγλαμαδάκι του "σφουγγάρι" τα τραπεζάκια στα ζαχαροπλαστεία και στα ουζάδικα του Πασαλιμανιού, όπου σύχναζαν οι γονείς μου, όποτε ο πατέρας μου ξεμπάρκαρε. Φανός και Σπετσοπούλα τα πιο πολύκοσμα. Και όταν παίρνανε ούζο ήταν η καλύτερή μου διότι αυτοί πίνανε το ούζο και μου έδιναν το μεζέ. Με άφηναν να βάζω και το δαχτυλάκι μου στο ποτήρι τους και μετά να το γλείφω.

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2010

κουτσομπολιό ....

Το είδα με τα μάτια μου: Ο Φιντίας και ο Αριστογείτων βγαίνανε νωρίς χτες  το απόγευμα με διαφορά δύο λεπτών από μία πολυκατοικία στο Μετς με τα μαλλιά ανάκατα και αναψοκοκκινισμένοι ...

Εδώ ο Δάμων κι Φιντίας σε ένα ευτυχισμένο στιγμιότυπο,
προτού νέφη σκιάσουν τη σχέση τους.
Στα δεξιά ο Διονύσιος των Συρακουσσών.
Αυτό που βεβαίως αναρωτιέται κάποιος είναι: τώρα που πιάσαν τους γιατρούς θα πιάσουν και τους έφορους που τόσα χρόνια δεν πιάναν τους γιατρούς;

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

Συμμορία

Αυτά τα τέσσερα κυανόλευκα καράβια είναι ως συμμορία, πιθανώς επικίνδυνος, και πάνε όλα μαζί παρέα από φωτογραφία ενός λιμανιού ενός μπλογκ σε φωτογραφία άλλου λιμανιού άλλου μπλογκ. (θα τα δείτε σε μία από τις φωτογραφίες του ποστ στο οποίο σας στέλνω). Πρέπει κάποιος αρμόδιος - (? "αρμόδιος" δεν λέγεται αυτός που είναι αρμόδιος;) - να επιληφθεί._

Και προσθέτω, δύο μέρες μετά: "είναι συγκινητικό το πώς το ίδιο φωτογραφικό θέμα συγκινεί δύο "πσυχές" (που λέει και μια πσυχή, ο Γούφας).

εδώ η φωτογραφία του Γούφα ===> 


Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

Τρίτη, Μαΐου 04, 2010

Σουξέ απ' τον πρώτο στίχο (if music be the food of love)

Ένας καλός τίτλος κάνει μια μέτρια μουσική πετυχημένη!!!
Το καλό τραγούδι είναι ο πρώτος στίχος του....

Διαλέγω δύο "συμβολικές" εκτελέσεις ... Θα βρήτε πολλές άλλες στο youtube.



Κυριακή, Μαΐου 02, 2010

Οι μαγικές συνέπειες των αντικατοπτρισμών τής Ουτοπίας

«Αυτά που ζητάτε, τα παραπάνω από αυτά που έχετε, είναι Ουτοπία», μας έλεγαν χτες.

-Μα τι ζητάμε; Ούτε τα μισά των μισών από αυτά που έχουν οι άλλοι παραπάνω από μας.

Αυτοί δεν έδειξαν να θυμώνουν. Αντιθέτως άκουσαν τις διαμαρτυρίες μας με ένα χαμόγελο συμπάθειας. Πήραν ένα μπαλόνι, το φούσκωσαν, και κολακεύοντας κάθε αυταρέσκειά μας, το ντύσανε έτσι που να μοιάζει ίδια η Ουτοπία μας κι ακόμα ωραιότερη. Και την έβγαλαν στο μπαλκόνι να την δούμε και να την χειροκροτήσουμε.
Κάτι ξέρανε. Γιατί μόλις καθρεφτίστηκε στα μάτια μας, ως διά μαγείας εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω το είδωλό της ανεστραμμένο να ξεκολλάει απ' τον αμφιβληστροειδή μας, να ξεπροβάλλει απ' την κόρη μας και να παίρνει τη μορφή πραγματικότητας. Και …. παφφφφ ….., χάσαμε από αυτά που είχαμε τόσα, όσα ακριβώς γυρεύαμε να έχουμε παραπάνω.

Αλλα αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στο άλλο που μας λένε από σήμερα χασκογελώντας πίσω από δάκρυα:

«Μην κοιτάτε προς τα πίσω. Το χτες είναι … Ουτοπία, και τώρα πια ξέρετε, άμα καθρεφτιστεί στα μάτια σας τι θα συμβεί ...».

Σάββατο, Μαΐου 01, 2010

Οι σύντροφοι ένα βράδυ

(Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι o Μεχμέταγας
σε κρασοπουλειό πηγαίναν για να φαν να πιουν)

Αφού ‘χαμ’ ένα κάρο παξιμάδια
τι διάολο θέλαμε να φάμε τα χοντρά γελάδια
που λιάζονταν και ‘βόσκαν στην ακρογιαλιά;
Σκέτη κακοκεφαλιά.

Κάθε γελάδι ήταν σαν κάστρο
πόλεμος να το φας.
Το ‘τρωγες, έσκαγες και …. πας.
Μετά σου βάζαν και παράσημο: ένα άστρο.

Αλλ’ απ’ την πείνα το στομάχι ήταν στην πλάτη.
Σα φάγαμε καλά,
την πέσαμε στα μαλακά
ξένοιαστοι και χορτάτοι…

Έτσι την περνάμε όλοι
οι πασάδες στο ντουνιά
μ' αργιλέδες και τσιμπούκια
με σαντούρια και βιολιά.


παρακαλώ θερμώς τον Γιώργο Σεφέρη να μην μου κλέβει τις ιδέες

Καστροταφή

Το άωλον ερατίζω
και περινίβεται η βήνη μου
εις το βάλλος των ημενών.

Η αγχωνία ενός σμιχτρού βάγχου
που αναβλυχάται
προφημεύει
την έρχευσή των.

Και ήδη ναι
ο ορυνίζων στεύει
από του ολοφρυγμούς
του κόχλου:

-Οι Βάρδαλοι, οι Βάρδαλοι........

--------------------
1978

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

Όλα στο σφυρί.....

Πωλείται  αντί ενός  χρυσού, εις εξερχομένους του μεσαίωνος πελάτας,  διαίρεσις τόνου μείζονος εις δύο άνισα μέρη δια της Διδυμίας μεθόδου γινομένου επιμορίων λόγων,  ήτοι 8/9[=16/18]=16/17*17/18. Με την αγοράν αυτήν, ως δώρον παραλαμβάνετε και την Πυθαγόρειον διαίρεσιν αυτού εις λείμμα 243/256 και αποτομήν 2048/2187, (η αποστολή γίνεται με κούριερ / χρέωση 300 δισεκατομμύρια €). Και τα δύο αυτά προϊόντα μπορούν να σας βοηθήσουν στην εξέλιξιν της μουσικής σας.

(χωράφια δεν πουλάμε, το google μετερχόμεθα - τι είναι του ανθρώπου και όχι των εθνών κάνει σαν να μην  ξέρει κανείς)

Κι όσοι φιλόμουσοι δεν ήσασταν στην συναυλία αφιέρωμα στον Θόδωρο Αντωνίου που έκανε η Ορχήστρα των Χρωμάτων, πιστεύω, χάσατε.....

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

Μετακινήσεις περιττές

Να τ’ αρνηθούμε τα κορίτσια.
Ρώμα, Βενέτσια, Φλωρεντία.

Εδώ όταν έπρεπε
δεν μάθαμε οδήγηση
και τώρα
ταξίδια λέει με το ζόρι.

Προσέκο το σπουμάντε
το μπρούσκο πώς;

Δε λέω.
Να παν το δρόμο
για την κανέλα, το πιπέρι,
για το μετάξι έστω κι αν δεν τρώγεται
οι έμποροι.
Τι δουλειά έχω εγώ;

Και μάλιστα όχι προς ανατολάς.

Σάββατο, Απριλίου 17, 2010

Υποκελευστής στον Αβέρωφ (ή ύφος συντάξεως απολογητικής προς το ΔΝΤ)

Προπολεμικά. Μεσοπόλεμος λέγεται, αλλά όση είναι η σχέση διασημότητος μεταξύ Αχιλλέως και Νεοπτολέμου, άλλη τόση είναι η σχέση Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μεσοπολέμου, εξ ου και τον δεύτερο μπορείς να μην τον γράψεις με αρκτικό κεφαλαίο. Οπότε καλύτερα να λέμε «προπολεμικά».

Ο Περδικούρης είχε πάρει άδεια μιαν βδομαδούλα. Κληρωτός. Επέστρεψε μετά δύο μήνες και την ΕΔΕ διεξήγε ο παππούς μου.
-Τι να σας λέω τώρα κύριε υποκελευστά; κρασάκι, λατερνίτσα, δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις...

Η απολογία τού Περδικούρη κατέστη δι' εμέ παροιμιώδης απ' τους μορμύρους τού παππού μου που αξημέρωτα έχοντας ξυπνήσει για να φτιάξει την καθημερινή του σκορδαλιά, κοπανούσε με το ξύλινο γουδοχέρι τις σκελίδες μαζί με μπαγιάτικο ψωμί και λάδι μπόλικο– στο νερό έκανε οικονομία, διότι ως μανιάτης εγνώριζε την έλλειψή του, αλλά το λάδι όταν έπεφτε, έπεφτε άφθονο- και ως εκ καταγωγής εραστής τού οκτασυλλάβου, το εμοιρολογούσε:

Ηλία Δημαρόγκωνα
με το μεγάλο τ’ όνομα
Τ’ ήθες να πας στον Καρβουνά
για να θερίζεις γέννημα;
Η ώρα ήτανε εννιά
κι η εξουσία του μιλά:
……………
(δεν θυμούμαι το ενδιάμεσο, αλλά ο φυγόδικος Δημαρόγκωνας δεν παρεδόθη στο κάλεσμα της εξουσίας)
……………
Κι ο Καραγκούνης το σκυλί
διέταξε ο Ηλίας μου να σκοτωθεί.

Αυτό ήτο το μοιρολόγι τής αδελφής τού Δημαρόγκωνα, προσφιλέστατο στον παππού μου, όπως και το δίστιχο που ως συνέχειά του με το ίδιο παράφωνο μοτίβο τραγουδούσε παθητικώς, καθότι υπομηχανικός, σπουδάσας εις τον Προμηθέα:

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι-ι

Το οποίον «τιμόνι-ι» διά της παρατάσεως της ληγούσης εμβολίαζε στον επτασύλλαβον  ιδέαν οκτασυλλάβου . Και δώσ’ του το γουδί.

Δι’ αυτόν τον λόγον, ο παππούς μου, συνταξιούχος-συνοψίσας, όταν η σκορδαλιά ετελειούτο, έπαιρνε μια κόρα ψωμί, την άλειφε, ταίριαζε πάνω και μια παστή σαρδελίτσα, και αλεκτορικώς (στην ώρα του), με ελάχιστον μελαγχολίας, αναφωνούσε:

-Κρασάκι, λατερνίτσα δεν σού ‘κανε καρδιά να φύγεις…….

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

Τρία βρβρφρτθρούμπτθθθρρ (ο τιμονιέρης)

στους Λαμφύκ και Αντίπατρο

Τόνε θυμάμαι με κοντά χακί παντελόνια και ένα τιμόνι στο χέρι. Αν δεν ήταν τιμόνι θα ήταν κανένα λάστιχο από ποδήλατο με μικρές ρόδες. Κολοφών της δόξης του υπήρξε κάποτε ένα αυθεντικό, αυτοκινήτου κοκκάλινο, χρώματος καφέ με γκρίζα νερά. Λιγνός, αλλά με κάπως φαρδιά λεκάνη, σε παρέσυρε να τον βλέπεις ψηλό λόγω σωματότυπου. Πάντως το λίμιτ απ και το λίμιτ ντάουν του ύψους του εκυμαίνοντο μεταξύ 1,70 και 1,75. Κάτι όμως το μακρύ του πρόσωπο με τον ακόμα μακρύτερο προγναθισμό του – τραπεζοειδές σαγόνι – κάτι το σα να 'ναι τραβηγμένο μέτωπο, κυρτό όχι τόσο, όσο με ένα ευθύ γέρσιμο προς τα πίσω και τα μαλλιά του αχινός να προεκτείνουν το νοητό τόξο από το σαγόνι ως …. Ως πού;Ίσως ως εκεί που έφτανε το θαμπό, ίσα που ανέβλυζε από τα ξασπριμένα γαλάζια μάτια του, βλέμμα - τόσο περιορισμένο που έλεγες ότι δεν είχε καν όρια.

Έφερνε στο ψηλός κατά το ύφος. Και γύριζε τις γειτονιές, μεροκάματο. Του τρέχαν τα σάλια καθώς εμιμείτο τον ήχο του αυτοκινήτου (εαυτοκίνητο είναι μια κατάλληλη λέξη), βρβρφρτθρούμπτθθθρρ. Μύξες και σάλια. Χλωμός πάντοτε, αλλά ακάματος. Να 'χε και κάποιο δρομολόγιο; γιατί άλλες ώρες τον συναντούσες στο Χατζηκυριάκειο, άλλες στην πλατεία Σερφιώτου, άλλες στην Καρπάθου.... Έτρεχε, αν και γενικώς ήταν προσεκτικός οδηγός. Πιο νέος μπορεί να ήταν κάπως νευρικός, αλλά με το χρόνο οι κινήσεις του έγιναν έμπειρες και μετρημένες. Ιδίως στις στάσεις και στο παρκάρισμα με την όπισθεν. Τον έχω συναντήσει πάμπολλες φορές και όρθρου βαθέως και αργά το σούρουπο. Όχι πάντως μετά τις δέκα το βράδυ.

Αργότερα, στην ώριμη εφηβεία των τριάντα και – συνομήλικοι έδειχνε να είμαστε – φόρεσε κουστουμάκι. Η μάνα του πρέπει να τον πρόσεχε. Τον είχε καλοντυμένο και περιποιημένο. Καθώς μεγάλωνε το τιμόνι δεν το άφησε, πάντως. Είχε βρει ένα μικροσκοπικό πιο κομψό, ή ίσως του το είχαν δώσει κιόλας – πού να ξέρεις - ένα ξύλινο τιμονάκι διαμέτρου δεκαπέντε-είκοσι πόντων, ξεκολλημένο από κάποιο παροπλισμένο παιδικό αυτοκινητάκι. Και εξακολουθούσε τα δρομολόγιά του, παρότι με τον καιρό σοβάρευε. Σιγά-σιγά όλο και περιόριζε τα βρβρφρτθρούμπτθθθρρ μέχρι που τα ‘κοψε. Φόραγε (του φόραγε η μανούλα του;) και άφτερ-σέιβ. Πάνε και ... είκοσι χρόνια;

Απόψε πήγαινα στο γειτονικό κρασοπουλειό στη Φαβιέρου. Φαβιέρου και Χατζηκυριακού. Πήρα χύμα ένα κιλό καμπερνέ-μερλό από βαρέλι, κι άλλο ένα κιλό νουβό (βγάζουν στην Νεμέα νουβό..). 4€ το κιλό, μια και μιλάμε για δύσκολες μέρες. Πάνω από τις μισές ακριβές ετικέτες που έχω πιει δεν πιάνουν δυάρα μπροστά τους. Έχω κόψει το βραδινό [φαΐ]. Πίνω λίγο κρασί με μεζέ καρύδια. Σήμερα ήπια λίγο παραπάνω ακούγοντας παλιά δημοτικά. Τελευταίο άκουσα το «Τη μάνα μου την αγαπώ» του Ροδινού.

Σούρουπο καθώς κατηφόριζα για το κρασοπουλειό, περίπου όπως ψάχνεις για πίνακες του Βασίλη Σπεράντζα στις «Εικόνες» του Google και μέσω Σπεράντζας Βρανά πέφτεις πάνω στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, πήγα να εκλάβω αυτό το σουλούπι για μεθυσμένο, έτσι όπως ανέβαινε αργά την ανηφόρα και ξεκίναγε-στεκότανε, ξεκίναγε-στεκότανε. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολη ανηφόρα η Φαβιέρου από Χατζηκυριακού προς Σαλαμινομάχων. Έπαιζε στα χέρια του ένα κινητό. Μισόκλεισα τα βλέφαρα - νυχταλωπία. Κουστουμαρισμένος. Τα βήματα του λίγο σαν πάπιας από την πλατυποδία. Και σαν κουρασμένος. Άναψε το καντράν έτσι όπως πασπάτευε το κινητό του και η μνήμη μου ανέστρεψε το τόξο που εσχημάτιζε η ελαφρά κύρτωσή του. Διασταυρωθήκαμε, και μόλις που πέρασε στο πλάι μου, ανέσυρα από τα βάθη ένα βρβρφρτθρούμπτθθθρρ και έγινε η αναγνώριση.

«Την μάνα μου την αγαπώ, τι νοιάζεται για μένα,
μα όμως δεν την αγαπώ, όσο αγαπώ εσένα».

Σάββατο, Μαρτίου 20, 2010

Τι εστί συναναστρέφομαι:

:Είμαι ευθύς (άρα και μη ανεστραμμένος), και με το κλικ και τους συνδέσμους, και με το σχόλιο του ενός και σχολιάζοντας τον άλλον, όλοι μαζί ... τούμπα.
Το άλλο βέβαια είναι να μην το ευχαριστιέσαι όλο αυτό και να κρύβεσαι εις περιορισμένην μεν, κατά τα άλλα έκθεσιν δε, και να στοιχηματίζεις - κάποιες απ' τις πολλές φορές μάλιστα, ως εγωπαθής ρόκερ, που περιμένει από τη διαδοχή "τονική-δεσπόζουσα" να του βγάλει ήθος αναζήτησης το ντιστόρσιον της πεταλιέρας.

Εν είδει περιοχής Υπαπαντής,
με παστέλια και γαλακτομπούρεκα.

-Τον ηχολήπτη τον Κυριάκο, τον ξέρεις; ..... Αυτός κάνει "ΗΧΟ".

Σήμερα, πάλι θυμήθηκα τον παππού μου. Αύριο θα πάω πρωί-πρωί να πάρω μαύρο ψωμί και παστές σαρδέλες. Θα βγάλω από τρεις σαρδέλες το κοκκαλάκι σχίζοντάς τις στα δυο και θα τις βάλω στο λάδι, και κατά τις δέκα και μισή θα κόψω μια γκωνάρα απ' τη φρατζόλα, θα την σκίσω με το μαχαίρι στη μέση, θ' αλείψω λάδι την ψύχα και θα βάλω τις σαρδέλες μέσα, θα ζουμπήξω να ποτίσει και θα φάω σαν άνθρωπος.

Πέμπτη, Μαρτίου 18, 2010

ΑΝΑΜΟΝΗ .... μετά από ενάμιση χρόνο ...

... πέρασα να δω τι γίνεται η παλαιά μου σκήτη. Της έφερα κάτι για να την στολίσω, κάτι που περίμενα ενάμιση χρόνο (επίσης) για να πραγματοποιηθεί - μια καλή εκτέλεση και ηχογράφηση ενός έργου μου.

-Βίντεο, παρακαλώ ....

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)