Σάββατο, Δεκεμβρίου 30, 2006

ΜΗΝ ΤΑΞΕΙΣ Σ' ΑΓΙΟ ΚΕΡΙ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΙΔΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Το υπησχημένον μουσικό δωράκι σας περιμένει στο άκουσον άκουσον

Θνητοί, καλή χρονιά.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΟΤΕούλη μου ήμαρτον

ΟΤΕούλη μου σε παρεξήγησα. Βιάστηκα να σε κατηγορήσω και να τώρα δες με γονυπετή μπροστά σου να απολογούμαι και να ζητώ συγγνώμη. Μπορει να μου κοψες την ADSL για 24 ώρες, αλλά με αντάμειψες με μία αναβάθμιση της ADSL σύνδεσής μου από 768 σε 1mb. Και θα μου στείλεις λέει δωρεάν σπίτι με κούριερ ένα ασύρματο μόντεμ σε μία εβδομάδα από τώρα. Κι εγώ ΟΤΕούλη μου που παρολίγον θα σε απατούσα με την TELLAS. Τι γαΐδούρια λοιπόν που είμαστε εμείς οι πελάτες! Αμέσως να λακίσουμε από τη σχέση με την πρώτη μικροαφορμή. Δηλαδή σε τι μου έφταιξες; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΩ ΣΕ ΤΙ ΜΟΥ ΕΦΤΑΙΞΕΣ. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΕ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ ΜΟΥ ΚΟΒΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΟΥΔΕΙΣ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΛΑΚΙΣΩ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙΣ ΔΩΡΑΚΙΑ. ΑΣΕ ΠΟΥ ΟΥΔΕΙΣ ΜΟΥ ΕΓΓΥΑΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΚΑΤΙ ΠΑΡΟΜΟΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΜΗΝΑ.........μα τι λέω, αφού τά ξανάπα και στην προηγούμενη δημοσίευση.

ΚΑΛΟΜΑΘΕ Η ΓΡΙΑ ΣΤΑ ΣΥΚΑ, Ε; ΧΕ ΧΕ, ΧΕ.......(σαρδόνιον)

Αγαπητοί φίλοι,
όσοι εξ υμών διαθέτετε υπερταχεία ADSL και νοσταλγήσατε την καρβουνιάρα PSTN, σας πληροφορώ ότι ο ΟΤΕ αναλαμβάνει απροειδοποίητα να σας χαρίσει αυτό το νοσταλγικό ταξίδι. Εν ολίγοις, χθές ένας νεαρός υπάλληλος μου τηλεφώνησε στο κινητό και με πληροφόρησε ότι το συμβόλαιο CONNEX που είχα, διακόπτεται, λόγω προβλήματος στην γραμμή ADSL και ότι όταν το πρόβλημα αποκατασταθεί, το πότε δεν το γνωρίζουν, για να τους συγχωρήσω, ώστε να συνεχιστεί το ειδύλλιό μας, μου κάνουν δωράκι μια χαμηλότερη χρέωση, καθώς και μία δωροεπιταγή 50€. Βεβαίως, έχοντας το μονοπώλειο των γραμμών, φροντίζει ο ΟΤΕ, παραλλήλως, να κωλυσιεργεί τους άλλους providers, έτσι ώστε, αν εγώ τώρα θελήσω να εγκαταλείψω άσπλαχνα τον ΟΤΕ και να τα φτιάξω π.χ με την TELLAS, θα έχω ADSL, με τις χρονοβόρες διαδικασίες, σε ενάμιση μήνα περίπου και αν.
Δεν έχω πρόθεση ούτε για γκρίζα διαφήμιση, ούτε για δυσφήμιση. Ούτε εμμέσως θέλω να ταχθώ με αυτούς που είναι υπέρ της ιδιωτικοποιήσεως του ΟΤΕ. Ούτε είμαι μανιακός του internet, ώστε σε μία κρίση συνδρόμου στέρησης να παραληρώ. Όμως δεν μπορώ να μην αγανακτήσω. Μακάρι να πουληθούν όλοι και όλα και να ξανααγοραστούν και να ξαναπουληθούν. Ή και να μην πουληθούν ποτέ και να μείνουν όπως είναι. Έχω πειστεί, με έχουν πείσει από κοινού η κρατική και η ιδιωτική μηχανή ότι είναι καφενεία χωρίς τραπέζια και καρέκλες, αλλά με εξασφαλισμένους πελάτες παρ' όλα ταύτα. Πελάτες όλους τους κατ' ευφημισμόν πολίτες, που για να την βγάλουμε καθαρή, προσαρμοζόμαστε, ωραιοποιούμε καταστάσεις, προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας με μεράκι, συνηθίζουμε, αρχίζουμε να λέμε "βρε, σαν καλά πάνε τα πράγματα" μέχρι που αναλαμβάνει ο δαίμων του "ελληνικείου"(sic): "Εντάξει παιδιά, τελείωσε το διάλειμμα, τα κεφάλια μέσα".
Και για να μπω στον επίλογο, ακολουθώντας την συμβουλή ενός καθηγητή μου στην έκθεση, "να μην κρίνεις μόνον αρνητικά, φρόντιζε πάντα να συνοδεύουν τον επίλογό σου στοιχεία θετικής αντιπροσφοράς", έχω να προτείνω στους ομοιοπαθείς μου (και μην μας ονειδίσετε όσοι την έχετε γλιτώσει μέχρι τώρα), έχω να προτείνω λοιπόν μία λύση: ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΤΕ, όσο είστε νέοι.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ,
κρίμα σας είχα ωραίο δωράκι για το άκουσουν άκουσον,
αλλά ποιος κάνει upload 120MB με PSTN.

Βλέπετε, καλόμαθε η γριά στα σύκα...................

Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)

μέρος τρίτον και τέλος

Απόκρηες. Με τον συχωρεμένο το θείο μου τον Σπύρο έχουμε αγοράσει τις μάνες και τα χαρτιά για τον αετό. Η καθαρά Δευτέρα είναι σε δυο βδομάδες. Είναι ευτυχής κι εγώ μαζί του, που «όλα φέτος τα έχουμε κάνει εγκαίρως». Άλλες χρονιές τελευταία στιγμή τρέχαμε να ψάχνουμε πότε καλούμπα, πότε χαρτιά για την ουρά. «Φέτος είναι όλα στην εντέλεια». Αυτό με γέμιζε χαρά και θλίψη. Ήμουν ήδη εικοσιοκτώ χρονώ και παρ’ όλα αυτά ήμουν σε κάποια θέματα, θέματα με την έννοια της περιοχής, θέσει μαθητευόμενος. Άλλος είχε το πρόσταγμα. Διότι στην Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν πολλά ήσαν τα θέματα, θέμα Θράκης, θέμα Ελλάδος, ξέρετε. Όμως η κεντρική εξουσία ήτο στην Βασιλεύουσα. Όταν ήταν να φτιάξω έναν αετό, μόνος μου-τελείως μόνος μου, το φχαριστιόμουν. Αλλά όταν φτιάχναμε τον αετό με τον θείο μου, υπέφερα. Ένιωθα να είμαι ένα από τα αντικείμενα-θέματα της απόλαυσής του. Να φτιάχνεται ο αετός, αλλά αυτός να ορίζει το μέγεθος, την κοψιά, άλλοτε ρόμβος, άλλοτες εξάγωνο, άλλοτες αστεράκι. Να σχεδιάζει, να συναρμολογεί κι εγώ βοηθός. Και «πρόσεξε, να πάρει ο διάολος, το κόβεις στραβά». 1987. «Τι μου λες τώρα;» να σκέφτομαι. Και εννοούσα κάτι άσχετο μεν, θεμελιώδες όμως για την όλη ψυχοστατική μου της εποχής εκείνης. «Σε ένα χρόνο θα φύγω φαντάρος. Να χέσω και τους αετούς και όλα». Και η συλλογιστική αυτή δεν είχε θεματική αιτία, αφορμή, ρε παιδί μου. Επρόκειτο μάλλον για φόρμα παραλλαγών σε ένα θέμα. Κι ακόμα χειρότερα: για καλούπι εκφράσεως, για μονομανή συνταγή. Η έκφραση, εν είδει μάντρα ήτο: «Σε ένα χρόνο φεύγω φαντάρος. Να χέσω…………..και όλα». Τη θέση των αποσιωπητικών θα μπορούσε να καταλάβει οιαδήποτε έννοια, πράξις και πράγμα. Π.χ. «πορτοκαλάδα» φρεσκοστυμμένη από τα χεράκια της μάνας μου,……. δεν νομίζω να χρειάζεται άλλο παράδειγμα. «Φέτος λοιπόν τις απόκρηες, είμαστε πανέτοιμοι. Όλα είναι στην εντέλεια και έγκαιρα». Τι απαντώ;
« Να χέσω………κλπ, κλπ».
Μια βδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα του ’87, ο καιρός τα χαλάει. Μαζεύει. Χιόνια στα ορεινά, χιόνια στα πεδινά, χιόνια και στον Πειραιά, που σπάνια το στρώνει. Τρεις μέρες το χιόνι τούφες. Ασπρίσανε οι βάρκες. Κάνει να ξελαμπικάρει και από την Κυριακή της τελευταίας αποκρηάς πάλι χιόνι. Τζάμπα πήγε ο χαρταετός. Χιόνι μια βδομάδα. «Σιβηρία, Σιβηρία», φώναζε ο παππούς μου, καθώς έμπαινε στην κουζίνα, μόλις που είχε ξεμυτίσει για δυό δρασκελιές στην αυλή και επέστρεφε τρεμάμενος από τα κρύο, κραδαίνοντας ως τρόπαιον ένα σκόρδο. «Άντε παππούλη καλά Χριστούγεννα, μας τα χρώσταγε τα χιόνια ο τρελόκαιρος. Άμα κάνεις σκορδαλιά θέλω κι εγώ. Πάω ν’ αγοράσω κρασί από του Κόσκου». «Πρόσεχε μη φας καμμιά γλίστρα». Κι η μάνα μου μπάκινγ βόκαλς: «Βάλε κασκόλ και γάντια».

Τη Φιλιώ τη βρήκαν ξεραμένη απ’ το κρύο στο παγκάκι της. Δεν άντεξε έξι μέρες στην παγωνιά. Πάει η Φιλιώ η καψερή. Εδώ κι ένα χρόνο περνώντας απ’ την πλατεία Πηγάδας την έβλεπα να κάθεται στο τσιμεντένιο παγκάκι στην άκρη δεξιά, κι αριστερά της να κείτεται ή συγκομιδή του βίου της. Κάτι τσάντες βρωμερές με ρούχα που ζέχναν, τρύπιες κουβέρτες, κι από κάτω, ως βάσις, ένα τρισάθλιο στρώμα. Πριν καταλήξει στο παγκάκι, έμενε σε ένα ημιυπόγειο ιδιοκτησία της εκκλησίας του Αγίου Νείλου. Αλλά δεν συμμορφωνόταν. Της το είχαν πει ρητά. Να ξεχάσει την παλιά ζωή. Ο Χριστός αγάπησε την Μαγδαληνή. Δεν έχει σημασία τι ήταν πρώτα. Από δω και πέρα όμως, να σκεφτεί τα γεράματά της και ο Θεός είναι μεγάλος. Δια των εκπροσώπων του, εννοείται. Σιγά μην η Φιλιώ μασήσει. Τι κι αν ήταν πλέον εβδομήντα και. Αυτή κουλάντρισε τη ζωή της από τα δώδεκα. «Είμαι πουτάνα από τα δώδεκα» τραύλιζε μετά το τρίτο Κουρτάκη. «Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Άμα ήθελα θα έτρωγα τώρα με χρυσά κουτάλια. Αλλά τά ‘χω χεσμένα όλα. Τη γλεντούσα τη Φιλιώ. Μέσα….., μέσα σ’ όλα. Και στα μαύρα και στις πρέζες και στα χαρτιά και στα μπαρμπούτια. Και τώρα μη νομίζεις, Στέφο μου. Τον έχω τον τρόπο. Βρήκα κάτι νόστιμα παιδάκια και τα έχω μαντρωμένα εκεί στο υπόγειο και μου τα φέρνουνε κανονικά. Το ένα είναι εγχειρισμένη. Προχτές κάτι μαλάκες ήρθανε και μου τα πλακώσανε στο ξύλο. Μου φέρανε οι γείτονες την αστυνομία, τημπαναγία τους. Και ξέρεις ποιος ήταν ο αρχιμαντράχαλος που μου τα έδειρε; Ο γιος αυτουνού του χτίστη, του πώς τον λένε. Γιος του, ανεψιός του είναι; Που τον έχω δει εγώ στη Συγγρού να ‘ναι ντυμένη με ζαρτιέρες μες στο ρουζ και στο κραγιό και να ψωνίζεται, η σκρόφα. Και ήρθε να μου κάνει τον άντρα. Η τρύπα.».
Άθελά μου τα άκουσα αυτά στην ταβέρνα του Μυτάκια. Ήταν καλοκαίρι. Καθόμασταν έξω στο πεζοδρόμιο με το Ξενοφάκι και σουρώναμε, στη φτήνια με κάτι ψευτοψαράκια, φετούλα και σαλάτα. Η Φιλιώ με τον Στέφο, που δήλωνε «είμαι και η πρώτη χασίκλα του Περαία, Φιλίτσα, γεια μας», κάθονταν μέσα στο μαγαζί. Τα πίνανε ξεροσφύρι. «Γεια σαν λεβεντόμαγκα».

Το ’89 παντρεύτηκα. Ήθελα δυο μήνες να απολυθώ από φαντάρος. Μου έδωσαν και άδεια γάμου και κόντρα άδεια στα Χριστούγεννα. «Το παιδί έχει οικογένεια» είπε ο διοικητής στους άλλους φαντάρους που έπηξα. Ψόφιο το κρύο του ’89. Δεν χιόνισε. Το είχαμε δει από το καλοκαίρι ότι δε θα χιονίσει. Η συχωρεμένη η πεθερά μου, ανάμεσα σε άλλα σοφά που με δίδαξε, μ΄ έμαθε να βλέπω και τα μηνολόγια. Τα μηνολόγια τα κοιτάς από δεκατρείς Αυγούστου, πρώτη με το παλιό. Δεκατρείς είναι ο Αύγουστος που τρέχει. Δεκατέσσερις ο Σεπτέμβρης και πάει λέγοντας μέχρι τις εικοστέσσερις που είναι ο ερχόμενος Ιούλιος. Ανάλογα με τον καιρό του πρωινού της κάθε μέρας προτυπώνεται ο καιρός του κάθε μήνα που θα ακολουθήσει. Για τον Δεκέμβρη του ’89 είχαμε δει το κρύο μαλακό. Το ίδιο και για τον Γενάρη. «Δεν θα έρθει χειμώνας. Μια κι έξω καλοκαίρι, γιε μου θα πάει».
Νιόπαντρος εγώ, να ψάχνω αφορμές για τσίπουρα, κι αιτίες για ζεστασιά κάτω από τα στρωσίδια. Ας το πούμε οικογενειακή θαλπωρή. «Άμα χιονίσει, φίλε μου, θα κάνεις φασολάδα κι εγώ θα φτιάξω λουκάνικο στο τηγάνι, θα ανοίξουμε και κρασάκι….», έλεγα στη γυναίκα μου. Δεν χιόνισε. «Μας τη χάλασε, όμως, από ντεκόρ, ρε γαμώτο. Δεκέμβρης και είναι σαν Οχτώβρης. Τι Χριστούγεννα να καταλάβεις άμα δεν κρυώσει, δε λέω να χιονίσει, αλλά να κάνει λίγο το ψοφάκι του».
Το καλοκαίρι του ’90 στις 18 Αυγούστου ήτανε συννεφιά, μετά γρήγορα καθάρισε. Χιόνισε Γενάρη του ’91. Βγαίναμε από ένα ρεμπετάδικο. Είχαμε πάει μεγάλη παρέα. Εγώ έγινα ντίρλα κάποια στιγμή. Είχα πιει πολύ. Με βγάλανε έξω με συνεφέρανε, συνήλθα, πάλι μέσα, απόπιαμε και τα μαζέψαμε να φύγουμε. Μόλις ξεμυτίσαμε το χιόνι έπεφτε πυκνό. Το ένιωσα σαν προσωπική λύτρωση από τα κρίματά μου, σχεδόν μια μπουκάλα ουίσκι νηστικός. Μες στη θολούρα έφτιαξα προτάσεις: « Τα μηνολόγια, το’ πα, βγήκανε. Ο καιρός είμαι ‘γω. Και να χέσω τις φιλοσοφίες. Απολυθήκαμε. Απολυθήκαμε θείο…..». Κακήν κακώς τσουβαλιαστήκαμε στο αμάξι του Μηνά και μετά φόβου Θεού επιστρέφαμε. Εγώ, στα δυο λεπτά ξεράθηκα. Όταν ένιωσα ελαφρά χαστουκάκια στο μάγουλό μου είχαμε φτάσει στην Πηγάδα. Ξανασχημάτισα πρόταση: «Ρε, Πηγάδα με χιόνι. Γειά σου ρε Φιλιώ αθάνατη». «Τι λες παιδάκι μου;» μου είπε η γυναίκα μου. «Δεν τη βλέπεις, ρε φίλε; Εκεί στο παγκάκι. Τη Φιλιώ, που σού ‘λεγα. Δεν την πιάνει τίποτα, κοίτα κι εσύ ρε Μηνά». «Παραληρείς», μου είπε η γυναίκα μου. «Κάνε τώρα κουράγιο ν’ ανέβουμε σπίτι μας, καληνύχτα παιδιά».
Το μεσημέρι όταν συνήλθα, σηκώθηκα απ’ το κρεββάτι και πήγα τρικλίζοντας μέχρι τη μπαλκονόπορτα. Χθεσινοβράδυνος. Τράβηξα το παντζούρι να δω τον καιρό. Έριχνε ένα ψωραλέο χιονάκι. «Σκατά χιόνι. Τα ‘βγαλα πάλι τα μηνολόγια».

Αν και όλα έχουν εμμέσως δηλωθεί, σε αυτήν την ιστορία, οφείλω να συμπληρώσω τα εξής:
Εφόσον, γλίτωσα από το τζιπ της ΕΣΑ, πιθανότατα ως αθάνατος, και εφόσον προβλέπω τον καιρό, πιθανότατα μάλιστα τον καθορίζω, για λόγους προσωπικών ηθικών αρχών, μην ελπίζετε για χιόνι φέτος.




ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
(ένα άστεγο κομμάτι σας περιμένει στο άκουσον άκουσον)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)


Μέρος δεύτερον
Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε το καλοκαίρι του 1978. Ο συχωρεμένος ο θείος μου ο Σπύρος, αδελφός της μάνας μου, έχτιζε μια πολυκατοικία ακριβώς απέναντι από το πατρικό μου. Για την ισορροπία του αφηγήματος οφείλω να σας καταστήσω γνωστό, ότι ο θείος μου ο Σπύρος είχε περάσει στην Φυσικομαθηματική το 1963, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά ως φοιτητής και τα παράτησε για να ασχοληθεί με την εργολαβία οικοδομών. Χρυσή εποχή για την ανοικοδόμηση οι αρχές της δεκαετίας του ’70. Φτιάχτηκε. Και τώρα καλοκαίρι του ’78 με μια καλή εργολαβία, τρία συνεχόμενα οικόπεδα, υψώνει εξαόροφη οικοδομή και οριστικώς μου κλείνει τόσο την θέα προς τον Υμηττό, την θέα της ανατολής του ήλιου από το θρυλικό καμαράκι της ταράτσας του πατρικού μου που το είχα ως αναγνωστήριο, όσο και την θέα από το εν λόγω καμαράκι προς το μπαλκόνι της πρώτης μου κοπέλας. Ακόμα και τώρα που κοντεύω τα πενήντα, όταν περνώ κάτω απ’ το μπαλκόνι της, το κεφάλι μου στρέφει αυτομάτως και ρίχνω μιαν κλεφτή ματιά. Σε μιαν ίσως πιο στενή κοινωνία αυτό θα ήταν παρατηρημένο και σημειωμένο και θα είχα ίσως και παρατσούκλι. Αδίκως, όμως, θα το έφερα, γιατί η ανάμνησή της είναι πλέον τόσο θαμπή….
Πίσω στο ’78. Καλοκαίρι του ’78, μάλλον Ιούλιος. Δουλεύω στην οικοδομή του θείου μου, απέναντι απ’ το πατρικό μου. Το μεροκάματο δεν το είχα ανάγκη. Όχι δηλαδή ότι δεν χαιρόμουν να έχω φράγκα από τη δούλεψή μου και να ξοδεύω, όμως το μεροκαματάκι του ανειδίκευτου που έπαιρνα, τριακόσιες τριάντα δραχμές, επ’ ουδενί δεν έλειπε από τον συνολικό προϋπολογισμό του σπιτιού μας. Η είσοδός μου στην αγορά εργασίας ήταν εθελουσία. Βλέπετε μετά την «Ιλιάδα για παιδιά», διάβασα σχεδόν όλο τον Ιούλιο Βερν, κατόπιν Καζαντζάκη και διαφόρους άλλους ξένους και έλληνες λογοτέχνες, φιλοσοφία, Σοπενχάουερ, Νίτσε, αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και τραγικούς, ολίγον υπαρξιστές και … Μαρξ. Εθήτευσα και στην ΚΝΕ, για λίγους μήνες. Όλο αυτό το αχταρμαδάκι, σε συνδυασμό με τις βαθύτατες χριστιανικές μου πεποιθήσεις οδηγούσαν τη συνείδησή μου να επιλέγει το γιαπί ως υψίστην ηθικήν πραγμάτωσιν.
Ως εκ τούτου, ντάλα ο ήλιος, επανέρχομαι οριστικώς στο καλοκαίρι του ’78, φορτώνομαι ένα σακί τσιμέντο να το ανεβάσω από τις σκάλες στην ταράτσα. Έξι σκάλες και μία για την ταράτσα εφτά. Θα ρίχναμε πρέκια για το καμαράκι του ασανσέρ. Το σακί πενήντα κιλά, κάθε σκάλα έβαζε πάνω μου κούραση άλλα δέκα. Είχα αναλάβει αυτόν τον άθλο με την ενδόμυχη ελπίδα πως σε κάποια στροφή της σκάλας μέσα από τον τσιμεντένιο σκελετό θα διείσδυε η ματιά της πρώτης μου κοπέλας. Εκεί στην τρίτη σκάλα, που είχα αρχίσει να βλαστημάω ακούω κάτι πνιγμένα υστερικά χαχανητά. Το κεφάλι μου με κόπο στράφηκε και είδε θέαμα το οποίον μου εφάνη, ότι επακριβώς ορίζει το σημείον όπου κείται ο αρμονικός μέσος μεταξύ της ευθύμου προκλήσεως και της μορφικής εκζητήσεως. Τρία λεπτά κορμάκια, ημίγυμνα, με μικρό στήθος, να λιάζονται. Φουμέρνανε επιδεικτικά, αλλά κερώσανε μόλις συνάντησαν το αποσβολωμένο βλέμμα μου. Ψέματα. Κερώσανε τα χέρια τους που κρατούσαν το τσιγάρο και σαν δήθεν ξαφνιασμένα πουλάκια σε κλουβί σταμάτησαν απότομα το φλύαρο κελάηδημα. Τα μάτια τους, όμως, εξακολουθούσαν να είναι περιπαικτικά, να μπιρμπιλίζουν και μετά από δυο στιγμές, δυο στιγμές αμοιβαίας εξοικείωσης, ξέπνιξαν το γέλιο και ξανάρχισαν να τιτιβίζουν και να κινούν τα χέρια τους όχι σα να κρατούν τσιγάρο, αλλά πινέλο ζωγραφικής. Κι εγώ, μετουσίωσα το απρόοπτο σε κουράγιο και πήρα το δρόμο για την τέταρτη σκάλα. «Τραβεστάκια, τραβεστάκια είναι», σκέφτηκα. «Τρία τραβεστάκια που κάνουν ηλιοθεραπεία. Τι στο διάολο; Πού βρεθήκανε στη γειτονιά μας; Εδώ μένουνε; Εδώ θα μένουνε από δω και μπρος; Έτσι μικρά είναι τα βυζιά των τραβεστί;».
Συνεχίζεται………..

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΙΟΝΙΖΕΙ……

(μια σχεδόν χριστουγεννιάτικη ιστορία)


Μέρος πρώτον

Καλοκαίρι 1970, απόφοιτος έκτης δημοτικού. Η Πεύκη Αμαρουσίου ήταν ακόμη θέρετρο. Μετά από οικογενειακό συμβούλιο, ενοικιάστηκε για δύο μήνες ένα σπιτάκι στην Πεύκη, πάνω στο δρομάκι που κατέβαινε από το άλσος και που ενδιαμέσως παρεμβαλλόταν η κεντρική λεωφόρος. Εκεί η οικογένεια θα παραθέριζε, προς μεγάλη μου λύπη, γιατί εγώ προτιμούσα να μείνω στη γειτονιά μας στον Πειραιά, να πηγαίνω για μπάνιο το πρωί στην Πειραϊκή με το τσούρμο, να αλωνίζω τα γνωστά μου μέρη, να παίζω μπάλα στις αλάνες και να πηγαίνω κάθε βράδυ να βλέπω Καραγκιόζη στην πλατεία Πηγάδας. Είχα ξανά παραθερίσει στην Πεύκη, πιο παλιά, τριώ χρονώ για τρεις ημέρες, τότε που ο συχωρεμένος ο θείος μου ο Σπύρος, αδελφός της μάνας μου, διάβαζε για να δώσει στην Φυσικομαθηματική. Του είχανε νοικιάσει ένα σπιτάκι εκεί, για να έχει λέει την ησυχία του να διαβάζει, αλλά συχνά τον επισκεπτόταν όλο το σόι τάχα για να τον ανεφοδιάσει, στην ουσία όμως για να μυρίσει το μαρουσιώτικο αεράκι. Εν είδει παρελκομένου κι εγώ, το μωρό. Μιαν εξ αυτών των ημερών με είχε τσιμπήσει, μάλιστα, μία σφήκα ακριβώς πίσω απ’ το γόνατο, στην κλείδωση και ούρλιαζα θυμάμαι, μέχρι που μια γειτόνισσα έφερε και μου έβαλαν αμμωνία. Μούδιασα. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η λέξη αμμωνία παράγεται εκ του Άμμωνος. Πάντως, εξ αυτού του συμβάντος κατέστην επιφυλακτικός τόσο για την Πεύκη, ειδικώς, όσο και για τον θεσμό των διακοπών γενικότερα. Ωστόσο, τα χρόνια περνούν και πέρασαν και όπως προείπα βρέθηκα ξανά να παραθερίζω στην Πεύκη, αν και η καρδιά μου ήταν στην θάλασσα της Πειραϊκής, στα μπάνια.
«Χρειάζεσαι τον αέρα του πεύκου».
«Γιατί ρε μαμά να μην κάτσουμε όπως κάθε καλοκαίρι στον Πειραιά και να με πηγαίνεις για μπάνιο στην Πειραϊκή;»
«Είσαι στην ανάπτυξή σου, χρειάζεσαι τον αέρα της εξοχής».
Σαχλαμάρες, το ήξερα. Ναι μεν έπρεπε να πάω έξοχή, επειδή το να πηγαίνουν όσοι μπορούσαν εξοχή είχε αρχίσει τότε να γίνεται της μόδας, όμως όχι και να τρώω την κοροϊδία. Τάχα μου το Μαρουσάκι εξοχή. Εξοχή είναι να πηγαίνεις σε νησί ή να πηγαίνεις στο χωριό σου. Απλώς βόλευε το Μαρούσι. Ένα βήμα από τον Πειραιά, κοντά στο σπίτι της αδερφής της γιαγιάς μου, να πηγαινοέρχονται τα σόγια, και ένα βήμα από τον Άγιο Παντελεήμονα που το είχανε τάμα οικογενειακώς να πηγαίνουνε και να ανάβουνε κεριά.
Όμως εγώ χωριό δεν είχα, το ήξερα. Γέννημα θρέμμα πειραιώτης. Μόνο κάτι θολές αναφορές καταγωγής από την Κρήτη και τη Μάνη. Και καλά να τα πάθω που, επειδή εν τω μεταξύ ο παππούς μου με κάτι λεφτουδάκια είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι στην Πεύκη, θεωρούσα ότι μπορώ, εφόσον θα υπηρετούσα το θέμα, να γράφω στις εκθέσεις μου, «πατρίδα μου είναι το Μαρούσι». Πάνω σε αυτό πάτησε η μάνα μου και με έφερε εδώ στην εξορία για διακοπές και άφησα και το καημένο το Ξενοφάκι, τον φίλο μου, να παίζει για δυό μήνες καλοκαιριάτικα μόνο του στη γειτονιά μας.
Ήμουν, όμως τουλάχιστον, μέλλων γυμνασιόπαις. Αυτές οι εκφράσεις, «γυμνασιόπαις», «ακαδημαϊκός πολίτης» «και καλός πολίτης», «σιδεροκέφαλος», «και καλούς απογόνους» σταδιακώς θεώρησα ότι μπορούν να συνοψιστούν εν μέτρω σε μία και μόνη: «καλή ανάρρωση».
Μέλλων γυμνασιόπαις, όμως, και επειδή τότε στο γυμνάσιο μπαίναμε κατόπιν εξετάσεων, τις οποίες είχον ήδη διεξέλθει επιτυχώς, επόμενο ήτο να φέρνω βόλτα στον ουρανίσκο του εγώ μου μιαν, έστω ελαφρώς σωταρισμένη, έπαρση. Η οποία βαθμιαίως, σε συνδυασμό με την εκ του πευκοδάσους υπεροξυγόνωση, μου ενστάλαξαν την προοπτική μιας προσωπικής αθανασίας. Πρακτικώς αυτό σήμαινε ότι δεν πολυάκουγα την μάνα μου, ψιλοέδερνα τα αδερφάκια μου, διάβαζα ευθαρσώς τα απαγορευμένα από τον πατέρα μου Μικυ-Μάους, Σεραφίνο και Μπλεκ, φροντίζοντας ωστόσο να τα καταχωνιάζω κάτω από το στρώμα μου για τις δύο μέρες της εβδομάδας που μας επισκεφτόταν, όταν το καράβι που δούλευε έπιανε Πειραιά, γενικώς να πούμε έρεπα στην αταξία . Προσέτι δε, η ανάγνωση ενός παιδικού βιβλίου, επάθλου για την επιτυχία μου, με τον τίτλο «Στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα» σε συνδυασμό με επανειλημμένες αναγνώσεις του «Ιλιάδα για Παιδιά», μου ενστάλαξαν την διαυγέστατη εικόνα ότι μπορώ να κατεβαίνω με το ποδηλατάκι μου με φόρα την κατηφόρα από το άλσος προς τη λεωφόρο χωρίς να χρειάζεται να ελέγξω το δρόμο, διότι αθάνατος ίσον και άτρωτος. Έκλεινα τα μάτια μου, λοιπόν, και αναβοώντας με οίστρο «Αχιλλεύς» περνούσα καρσί τη λεωφόρο μες στη ζούρλα και έπειτα πατώντας φρένο, παρκάριζα με κώλο το ποδηλατάκι, έτσι που η μπροστινή του ρόδα να αγγίζει ελαφρά τον κορμό ενός γέρικου πεύκου, που έθαλλε μπροστά απ’ την εξώπορτα της καλοκαιρινής προσωρινής μας διαμονής. Μέχρι που κάποια μέρα, μόλις που είχα παρκάρει το ποδηλατάκι και είχα ανοίξει τα μάτια μου, δυό φαντάροι Εσατζήδες με πλάκωναν στις σφαλιάρες. Με έδερναν αλύπητα, αλλά εγώ τους έβλεπα που ήταν χεσμένοι πάνω τους, τις έτρωγα και από μέσα μου γέλαγα. «Ρε, κωλόπαιδο θα σε κάναμε λιώμα με το τζιπ. Θα μας είχες στείλει φυλακή, ρε» και δώσ’ του σφαλιάρες. «Γιατί ρε δεν κοιτάς πριν περάσεις τη λεωφόρο και τρέχεις σαν τρελός, να μας κάψεις; Σε δυο μήνες απολυόμαστε». Τι να τους έλεγα και τι να απαντούσα; Να τους έλεγα ότι ο νικητής στον Μαραθώνιο στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες ήτανε ο κατά κάποιο τρόπο συμπατριώτης μου Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης; Να τους έλεγα ότι από εκεί που κάνω μπάνιο στην Πειραϊκή, όταν δεν παραθερίζω με το ζόρι στην Πεύκη, βλέπω την ιστορική Σαλαμίνα. Ή, να τους έλεγα ότι ο Αχιλλεύς πεθαίνει μόνο αν τον πετύχεις με βέλος στην φτέρνα.



Συνεχίζεται………..

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

Προς..........

Όταν κατακλύζεσαι από συναισθήματα μη γράφεις ιστορίες. Διότι θα γράφεις και θα κατακλύζεσαι, θα κατακλύζεσαι και θα γράφεις. Καλύτερα να γράψεις τα κάλαντα, να αποθέσεις τους στίχους τους στο κείμενό σου και να εναποθέσεις στη δύναμή τους το αποτέλεσμα της προθυμίας σου για «έργο»:

«Καλή ‘σπερα καλή σ’ αυγή,
καλή σ’ εσπέρα αφέντη,
καλή σ’ εσπέρα αν κάθεσαι,
καλή σ’ αυγή αν κοιμάσαι,
καλά σου ξημερώματα,
αν κάθεσαι κι αφκράσαι».


Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΠΡΩΙ

ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΧΕΙΛΑ«βρε συ Γιάννη Αχειλά
γέμισέ μας το λουλά».

Ανεξήγητο πρωί,
Με μαρμελάδες, παξιμάδια, γαλατάκι,
Αιφνίδιο παρ’ όλα αυτά,
Γιατί μας επιτέθηκαν οι λοκατζήδες.
Κι αν ήταν Τούρκοι κι είχαν κι άλογα,
Παρασκευή θα ήτανε,
Παρασκευή με τα καπνά,
Παρασκευή με πίττες.
Την άλλη μέρα το πρωί
Τρέχαμε στα τραγούδια.
«Σα φουμάρω ναργιλέ,
Λέω,
Στην αγάπη μου μανέ,
Μα εκείνη δε μ’ ακούει,
………………………….»

Έτσι εκμεταλλεύτηκα
Και άλλες αναμνήσεις.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ_ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ_ΠΟΛΙΤΙΚΑΤο τραγούδι «ο Γιάννης Χασικλής, ή Αχειλάς» ήτανε σύνθεση του Ιωάννη Δραγάτση, ή Ογδοντάκη. Μεγάλος βιολιστής του ρεμπέτικου. Είχα γνωρίσει τον γιο του. Στου Γιάγκου την ταβέρνα, στον Άγιο Νείλο. Μπεκρόβιος. Μεταξύ άλλων ήταν και παρατηρητής αγώνων, γυμνασίαρχος σε αγώνες β΄ εθνικής, (ο παλαιού τύπου τέταρτος διαιτητής), ωραιότατος μπεκρής, με όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου, μουστάκι θάλλον, αλλά το μάτι λίγο θολό, ωστόσο πλήρες φιλικότητος.
Για να μην μπερδευόμαστε, όλα αυτά τα περί το ποδόσφαιρο ήτανε ο γιος του. Ο κανονικός Ογδοντάκης ήτανε βιολιστής, είπαμε.
Κι ο γιος του, του Ογδοντάκη, μου έλεγε: «μόλις ο πατέρας μου πήρε σύνταξη, έβαλε το βιολί στη θήκη και έβαλε τη θήκη πάνω από μια ψηλή ντουλάπα που είχαμε. Δεν το ξανάπιασε ποτέ. Τόσο το είχε σιχαθεί». Και συμπλήρωνε: «Εγώ βιολί δεν έμαθα. Με είχε βάλει για να μάθω, αλλά δεν μάθαινα».
Απορώ δε, περί του πώς οι τότε μουσικοί κατάφερναν και έπαιρναν σύνταξη. Πριν την ένταξη στην ΕΟΚ….. μου φαίνεται παραμυθένιο. Χέστα θα μου πεις. Τα χέζω.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

ΑΚΟΥΣΟΝ ΑΚΟΥΣΟΝ (ανοίξαμε και σας περιμένουμε)

Ένα νεόδμητον μπλογκ το άκουσον άκουσον, το οποίον δεσπόζει στα links αριστερά, θα φιλοξενεί από τούδε και εξής τις μουσικές προσφορές μου.
Τα άρθρα-δημοσιεύσεις θα εμπλουτίζονται συν τω χρόνω, με στοιχεία για τα έργα, σημειώσεις παρτιτούρες κλπ. Το κρατημοκατάβασμα θα συνεχίσει να σας απασχολεί με κείμενα. Ευχαριστώ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΝΑ ΜΗΝ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΣΤΕ

Να μην διαμαρτύρεστε. Να μην διαμαρτύρεστε για τίποτα. Να μην είστε όλο διαμαρτυρίες και διαμαρτυρίες. Είσαστε ευτυχείς και να μην διαμαρτύρεστε. Εμένα, ένας θείος μου, ο Παύλος, πολύ παλιά στην Αμερική, είχε πλακώσει στο ξύλο κάποιους που είχαν πάει να τον ληστέψουνε στην γέφυρα του Σαν Φρατζίσκο, αλλά αυτός ο θείος μου ήτανε μποξέρ στην κατηγορία πετεινού. Είχε κάτι γροθιές τεράστιες και στο τριχωτό του χέρι, λίγο πιο πάνω απ’ τον καρπό, ένα τατουάζ με δύο μποξέρ.

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006

Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα κι εγώ.

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY,
εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.


Σημειώνει ο θεματοθέτης Χοιροβοσκός:
ακηδία, λαγνεία, βουλιμία, λύπη*, αλαζονεία, οργή, φιλαργυρία, κενοδοξία.

*η λύπη είναι το αμάρτημα που χωρίζει τον ανατολικό από τον δυτικό κανόνα παραβατολογίας.

Ο θείος μου ο Γιάννης, ο αδερφός του πατέρα μου, ήταν ναυτικός και ομορφάντρας. Δεν απέκτησε τέκνα. Ο πατέρας μου, ναυτικός κι αυτός, ο καημένος, είχε εμένανε πρώτα και μετά γεννήθηκαν και τα δίδυμα, κορίτσι κι αγόρι, από διαφορετικά ωάρια. Τα αδερφάκια μου, που μικρά αυτά, μικρός κι εγώ, τα τρέλαινα στους τσίμπους. Ο αδερφός μου άντεχε περισσότερο, η αδερφή μου τσίναγε. Τρία παιδιά, κι ο πατέρας μου τα έβγαζε πέρα. Από μικρό παιδί, ο πατέρας μου στα βάσανα. Ο παππούς μου, που έχω το όνομά του, αυτοκτόνησε, στο κραχ του ’36. Ήταν ο παππούς μου μακεδονομάχος. «Τότενες, παιδάκι μου, ούλος ο αθός τση Κρήτης, επολέμησε για την Ελλάδα.», θα έπρεπε να έλεγε η γιαγιά μου, αν εκτιμούσε τον παππού μου, τον άντρα της. Η γιαγιά μου ήτανε Σμυρνιά. Πήγε στην Κρήτη με τις ανταλλαγές. «Είμαι βέρα Σμυρνιά. Εμείς, τζιέρι μου, τις παγκανότες, τις φροκαλούσαμε με την φροκαλιά», όπερ μεθερμηνευόμενον: «Είμαι, βέρα (αυτό είναι ιταλικό και δεν υποχρεούμαι να το μεταφράσω) Σμυρνιά. Εμείς, σπλάχνο μου, τις χρυσές τις λίρες, τις σκουπίζαμε με τη σκούπα». Ουδόλως εκτιμούσε τον παππού μου η γιαγιά μου. Μια φορά της πήγε ψάρια για να μαγειρέψει και επειδή δεν ήτανε μπαρμπούνια, του τα πέταξε στο δρόμο, απ’ ότι ξέρω. Ο παππούς μου, εκτός που ήτανε στα νιάτα του πριν παντρευτεί οπλαρχηγός, άτακτος των σωμάτων του Κωνσταντίνου Μάνου, υπήρξε και ολυμπιονίκης. Ολυμπιονίκης σε αυτούς τους αγώνες που έγιναν στην Ελλάδα μετά από την πρώτη Ολυμπιάδα του 1896. Βλέπετε, η ήδη ξεχασμένη ιδέα της μόνιμης τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων στην γενέτειρά τους δεν ήταν του Καραμανλή θείου, ήταν πολύ παλιότερη και κατά κάποιον τρόπο δοκιμασμένη. Ήταν, λοιπόν, ολυμπιονίκης στην σκοποβολή ο παππούς, σκοποβολή με περίστροφο. Με αυτό αυτοκτόνησε. Φιλότιμος άνθρωπος, ξέπεσε, αυτοκτόνησε. Ήταν έμπορος. Τρία παιδιά ορφανά πίσω του. Ο πατέρας μου ορφανοτροφείο. Η μεγαλύτερη αδερφή σε συγγενείς στον Ανω Αγριλέ Χανίων. Ο Γιαννάκης με τη μάνα, τη χήρα, τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ξαναπαντρεύτηκε. Ήταν πολύ ωραία γυναίκα. Σμυρνιά, πρασινομάτα, πήρα τα μάτια της και το ταλέντο να στραβοπατώ και να παίρνω σβάρνα από χαλιά στρωμένα μέχρι ποτήρια. Ήταν λιγουλάκι άγαρμπη. Ο δεύτερος άντρας της ήξερε για ένα παιδί, όταν παντρέυτηκαν. Το Γιαννάκη. Μ’ αυτόν ζούσε η χήρα, φραγκοραφτού, έραβε αντρικά παντελόνια για να ζήσει. Όμως ο δεύτερος άντρας της, ο Θωμάς, όπως τον έλεγαν, την αγάπησε και αγάπησε και τα παιδιά της. Πρώτον τον Γιαννάκη, μετά την θειά μου, την κόρη. «Θωμά, υπάρχει κι ένα κορίτσι, αλλά μη σκοτίζεσαι, είναι στο χωριό με τ’ αδέρφια του συχωρεμένου». Ο Θωμάς ήταν από τον Αμβρακικό. Και άνθρωπος καλός. «Κρίμα κορίτσι να ζει ξενοδουλεύτρα. Πες της να έρθει μαζί μας». Πολύ αργότερα η γιαγιά μου του ξαναμολόγησε: «είναι και ένα αγοράκι ακόμα, δώδεκα χρονώ, στο ορφανοτροφείο, αλλά καλά είναι εκεί, μόνο που και που να το νοιαζόμαστε». Ο αγαθός Θωμάς είπε: «αγοράκι, δώδεκα χρονώ, μοναχούλι του; Θα πάω να το πάρω.». Και πήγε και το έφερε στην οικογένεια κι αυτό.
Μη σας κουράζω άλλο. Κακή τύχη είχε κι ο Θωμάς. Πνίγηκε. Είχε καΐκια, ψαράδικα. Τον πήρε η θάλασσα σε ένα ψάρεμα. Μπουρίνι ξαφνικό, ήταν στην κουπαστή κρεμασμένος και χάθηκε.
Ο θείος μου ο Γιάννης, ομορφάντρας, το’ παμε. Όποτε ξεμπάρκαινε, έμενε στης γιαγιάς μου. Καπετάνιος. Κι ο πατέρας μου καπετάνιος, αλλά στην ακτοπλοΐα. Ο θείος μου στα φορτηγά και σε γκαζάδικα. Πολλά λεφτά. Όταν ξεμπάρκαινε με πήγαινε παντού. Στα λούνα παρκ, σε κινηματογράφους, σε κέντρα. Πιτσιρίκι εγώ, ασχόλιαστο, ούτε πέντε χρονώ. Χαρά Θεού, όλο βολτίτσες, νοίκιαζε και αυτοκίνητο ο θείος μου ο Γιάννης, συνήθως άσπρο. Πάντα μαζί μας ήταν και κάποια φιλεναδίτσα του. Και παρόλο που θέλω να κρατήσω την μνήμη των αισθημάτων αυτής της εποχής, της παιδικής, και να φέρω ξανά μπροστά μου την εικόνα αυτής της ψηλής, με τα γεμάτα χείλια και τα μάτια τα μισοκοιμισμένα, που τώρα καταλαβαίνω ότι πρέπει να τα πω ναζιάρικα, γλαρωμένα….. Με τα πόδια τα ωραία και το κούνημα. Θυμάμαι και χάνω τα λόγια που θέλω να πω. Τα καταλάβαινα όλα αυτά, παιδάκι ήμουνα, αλλά όχι χαζό. Με έπαιρνε μαζί του για ξεκάρφωμα. Γιατί ήμουνα ωραίο παχουλό παιδάκι, το ιδανικό παιδάκι της εποχής του ’60. Έτρωγα πάντα ορεξάτο και ξανάτρωγα άμα μου έδιναν να ξαναφάω, έλεγα και τις εξυπναδίτσες μου και γέλαγαν οι φιλενάδες του θείου μου. Είχα και το συνήθειο, άμα έβρισκα ευκαιρία να τις τσιμπάω. Στο μπράτσο, άμα ήταν καθιστές, ή στη γάμπα άμα ήταν όρθιες. Όπου έφτανα. Αλλά, τώρα πια μου είναι ξεκάθαρο. Ο θείος μου ο Γιάννης με έπαιρνε μαζί του για να ξεκαρφώνονται οι φιλεναδίτσες του.
Ποσώς με νοιάζει. Και τότε ποσώς με ένοιαζε. Και για όλα όσα μου συμβαίνουν, ποσώς στο βάθος με νοιάζει. Έχω καλή τεχνική για να κάνω τους άλλους να με συμπαθούν. Λυπούμαι ίσως, αλλά ποσώς με νοιάζει.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006

ΑΣΚΗΤΙΚΗ

"Παιδάκι μου, βρήκα αυτό το βιβλίο στη βιβλιοθήκη και έχει μιαν αφιέρωση για κάποια Κατερίνα και σκέφτηκα μην το βρεί η γυναίκα σου και έχουμε παρεξηγήσεις.....".

Η αφιέρωση έλεγε τα εξής: "Για τα παλληκάρια του 296, για την ανάμνηση της φιλίας μας και για την αιώνια επιδιωκόμενη Κατερίνα, με αγάπη Λάμπρος".

Η μάνα μου φοβήθηκε. Τη γυναίκα μου δεν τη λένε Κατερίνα. Ωστόσο έχω φίλο Λάμπρο. Σημειωτέον το βιβλίο αυτό κοσμεί την εγκαταλελειμένη βιβλιοθήκη του πατρικού μου σπιτιού το οποίο εγκατέλειψα προ δεκαοκταετίας νυμφευθείς. Σ'αυτό το βιβλιοθηκάκι βρίσκονται παρατημένα διάφορα βιβλία δικά μου, του αδερφού μου, παλιά παιδικά....
Η μάνα μου διακατέχεται, κατατρύχεται μάλλον από μανία καταδιώξεως. Φοβαται τις αστραπές και ιδίως τις βροντές, δεν απομακρύνεται από τη γειτονιά μας και γενικώς επιδιώκει να παραμένει στο σπίτι, κάτι που βρίσκω κι εγώ πολύ σωστό να γίνεται διότι επιπλέον εγώ έχω και να μελετήσω μουσική, παρτιτούρες, θεωρητικά συγγράμματα, να σκεφτώ μουσική, να παίξω μουσική, να γράψω μουσική, γιατί μέχρι τα είκοσι εφτά μου ραινόμουνα. Φοβήθηκε, λοιπόν, η μάνα μου, μήπως το βιβλίο αυτό έπεφτε τυχαία στα χέρια της γυναίκας μου, διαβαζε την αφέρωση και ζήλευε αναδρομικά. Αγνά μυαλά, πρώιμων εποχών, μεταξύ αυτών το μυαλό της μάνας μου.
"Δεν είναι δικό μου, ρε μαμά το βιβλίο αυτό, δεν είχα ποτέ κάποια Κατερίνα και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μόνο ένας Λάμπρος. Και στο κάτω-κάτω υπηρέτησα εγώ στο 296;".
Η αδερφή μου που πέρναγε εκείνη την στιγμή, πηγαίνοντας για το σουπερμάρκετ, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
"Ρε μαμά, ένας μόνο Λάμπρος υπάρχει;"

Αργότερα, θυμήθηκα ότι ο αδερφός μου υπηρέτησε στο 296 της Μυτιλήνης. Κάποτε μου μιλούσε για κάποια Κατερίνα. Και τώρα που τα θυμάμαι καλύτερα την είχα γνωρίσει. Προς το νταρντανέ, διατηρώντας ισχυρή επαφή με την κομψότητα.

Ως μυστήριο του κειμένου παραμένει το βιβλίο. Ιδού, λοιπόν. Πρόκειται για την Ασκητική του Καζαντζάκη. Πολυδωρισμένο βιβλίο, μικρό, άρα φτηνό, κομψό για δωράκι μεταξύ φίλων, ταίριαζε σε χειρονομίες αλληλοκατανόησης. Το έχω ως δώρο δυο-τρεις φορές, το είχα αγοράσει και από μόνος μου. Τι άραγε να λέει;

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ


Γιώργος Χατζημιχελάκης
ΣΑΤΥΡΟΙ ΚΑΙ ΒΑΚΧΑΙ (2004)
χορόδραμα


Computer music, με στοιχεία κολάζ.
Το κομμάτι αυτό γράφτηκε φιλικά για μια χορογραφία της μεγάλης χορογράφου Μαρίας Μ.Χορς για τις μαθήτριες και τους μαθητές της στο τότε Β΄ έτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Η χορογραφία παρουσιάστηκε στις ετήσιες εξετάσεις των μαθητών τον Ιούνιο του 2004 στο Θέατρο της Σχολής, στην Πειραιώς. Η μουσική παίχτηκε από ένα κασετόφωνο. Κι όμως τα συναισθήματα όλων μας ήταν «επιδαύρια». Την αγαπώ την Μαρία, «την κυρία μας» που λέμε οι κοντινοί της όλοι.

Τσίμπελ (ρώσικο σαντούρι) παίζει η σπουδαία σολίστ Αγγελίνα Τκάτσεβα-Σταθοπούλου

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΝΑΞΟΣ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ

Από αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος επιδεικνύει την ανάγκη του να μην εμπιστεύεται τον εαυτό του, άρα και να μην αρκείται σε αυτόν ως χορηγόν συναισθηματικής πληρότητος, αλλά να αναθέτει σε εξωυποκειμενικές, είτε όντως υπάρξεις, είτε «οντοποιημένες» ανυπαρξίες, την έναντι ανταλλάγματος παροχήν συναισθηματικής ασφαλείας. Πχ «Σου παίρνω σκουλαρίκια, δείχνε μου αγάπη για τρεις ώρες», ή αν μεγαλώνουν οι δουλειές «σου θυσιάζω την ερωτική μου ζωή βάλε με στον Παράδεισο». Εγώ , προχθές, το έκανα ως εξής:
Πάω στη Γιούρομπανκ και αγοράζω προπληρωμένη πιστωτική κάρτα. Μπαίνω στην NAXOS, την γνωστή εταιρεία παραγωγής CD, και έναντι 19,25 € ανοίγω μπρος μου τον ορίζοντα να ακούω όλες τις εκδόσεις της επί ένα έτος. Άκουγα, λοιπόν, ως νέος προσήλυτος, Σαββάτο βράδυ, το ψώνιο, μία-μία τις σικουέντσες του Μπέριο. Πανευτυχής για την σχεδόν δωρεάν απόκτηση αυτού του θείου προνομίου, διότι 19,25 € είναι ούτε 15 φορές πουρμπουάρ στο παιδί που φέρνει τα σουβλάκια , λέω μέσα μου: «Ας πάω να κάνω ένα μπανάκι σαββατιάτικο και συνεχίζω μετά, όσο πάει, χαλαρός-χαλαρός και εύοσμος». Και επειδή μεγάλωσα μέσα σε σπίτι με παππού απ’ τη Μάνη, που μου είχε ενσταλάξει την οικολογική οικονομία που σου διδάσκει η ίδια η στέρνα, ήτοι: «Γιωργάκη, το νερό λίγο-λίγο, βρέξου, κλείσε τη βρύση, σαπουνίσου και μετά ξεβγάλσου πάλε λίγο-λίγο. Δεν χρειάζεται η βρύση να είναι τέρμα ανοιχτή. Πάει τόσο νερό τσάμπα και βερεσέ.», είπα να κλείσω τον υπολογιστή για όσο θα μπανιαριζόμουν. Γιατί ρευστόν είναι και ο ηλεκτρισμός. Γιατί να πηγαίνει τσάμπα και βερεσέ. Κατά συνέπειαν διεκόπη και η σύνδεση με το ίντερνετ και τη NAXOS. Επ’ ολίγον. Έτσι νόμιζα. Διότι, όταν φρέσκος-φρέσκος επανέκαμψα και επανασυνδέθηκα στον ιστό και ξαναμπήκα με αδηφάγο διάθεση στην NAXOS, τρώω κατάμουτρα το εξής μέσατζ:
«The maximum number of simultaneous connections of your subscription has been reached. Please email Customer.Service@Naxos.com for assistance.».
Βρε ξανά και ξανά, βρε άντε βάλε και ξαναβάλε μέιλ και πάσγουορντ, τίποτα. Τριγύριζα και νιαούριζα σαν γατί της εξοχής έξω απ’ την εξώπορτα παραθεριστών αναχωρησάντων για την πόλη της δουλειάς των. Νιαούριζα, γιατί μόλις πριν μιαν ώρα είχα ταϊστεί, πού στο διάολο πάνε κάθε που έρχεται φθινόπωρο;
Τι να κάνω τώρα; Πώς να το εκλάβω αυτό; Και καλά. Ο Θεός έχει κάθε δικαίωμα να μας φέρεται αψυχολόγητα, άλλωστε ένα κεράκι τι κάνει; Πενήντα λεπτά; Ένα, άντε δύο ευρώ, αν υπάρχει και λόγος, (εσωτερικός του ανάπτοντος); Πέντε επειδή ήταν μεγάλη γιορτή; Δέκα, επειδή, άντε μια φορά το χρόνο πάμε στο πανηγύρι του χωριού μας; Εδώ μιλάμε για ολόκληρα 19,25 €. Και μάλιστα μέσω προπληρωμένης πιστωτικής κάρτας. Που σημαίνει ότι έχουμε στηθεί και μια ώρα στην τράπεζα για να την εκδώσουμε. Και που μόνη αυτή η διαδικασία εκδόσεώς της είναι μία μορφή εκπεφρασμένης λατρείας προς τον αποδέκτη της υφ’ ημών μελλοντικής χρήσεως της, επί τω προκειμένω της NAXOS, αλλά εν παραλλήλω και έκφρασις λατρείας και αποδοχής και γιατί όχι πράξη τελεστικού χαρακτήρος υποταγής σε ένα σύστημα που αξίζει την εμπιστοσύνη μας, διότι, ναι, μας παρέχει αυτά που υπόσχεται και μάλιστα χωρίς να το έχουμε εμείς βάλει να μας τα υποσχεθεί με ψυχοπαθολογικές διαδικασίες προβολών, αναστολών κλπ κλπ.
Ρε κερατάδες, με 19,25 € θα είχα εξαγοράσει τουλάχιστον για δέκα φορές το ευχαριστώ του κομιστή σουβλακιών. Γιατί μου την χαλάσατε έτσι σαββατιάτικο; Υπάρχει Θεός;

............................................................
Μετά δύο μέρες η NAXOS μου διευκρίνησε ότι όταν έχω κάνει log-in πρέπει απαραιτήτως να κάνω log-out. Ας πρόσεχα. Ποτέ τελικά δεν φταίει...... ο Θεός.

Σας υπενθυμίζω ότι σε προηγούμενες καταχωρήσεις μου, προσφέρεται δωρεάν μουσική.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

Μουσική Προσφορά

άκουσον 7,46 Mb

Γιώργος Χατζημιχελάκης
ΝΕΫ
για άλτο φλάουτο σόλο (1994)

σολίστ: Beata Iwona Glinka
ηχογράφηση από συναυλία στο Ωδείο Φ.ΝΑΚΑΣ (χειμώνας του 2000)

Το κομμάτι "ΝΕΫ" έχει συμπεριληφθεί στο προσωπικό διπλό CD της σολίστ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006

ΔΙΑΙΤΑ.....

Απεφάσισα να γίνω ο άντρας- πόθος. Ή έστω ο άντρας-ορτανσία, ο άντρας-μαντζουράνα. Δίαιτα. Και θα σας πω τι σημαίνει δίαιτα. Όχι αυτά που σας λένε οι ειδικοί. Δίαιτα είναι να μην τρως τίποτα. Μπορείτε να μην τρώτε; Τότε, μπορείτε και να μην τρώτε σαν γουρούνια.
Ποτέ δεν ήμουν παχύς. Ήμουν πάντα στα κιλά μου. Απλώς διαφορετικός κατά περιόδους. 0 έως 14 χρονώ, χοντρουλό, με διάλειμμα το διάστημα τρεισήμισι με τριώ και οκτώ μηνώ που πέρασα πνευμονία. Απ΄ την κοιλιά της μάνας μου βγήκα τέσσερα. Θύμα των κατοχικών συμπλεγμάτων, εταϊζόμουν κάθε απόγευμα με ένα κεσέ γιαούρτι πρόβειο ολόπαχο που μέσα του κολυμπούσαν πέντε κουταλιές ζάχαρη. Τροφαντό παιδάκι και νοήμον, διότι είχα περίσσευμα ζακχάρεως, Δεκατέσσερα έσπασα το πόδι μου και ο ορθοπαιδικός (σημειώνω ότι ο ορθογράφος του word μου διορθώνει την γραφή ορθοπαιδικός σε ορθοπεδικός, με την οποία γραφή «ορθοπεδικός» συμφωνώ τελικώς, διότι ριζικόν της λέξεως είναι η πέδη και όχι το παιδί και να μας αφήσουν τις μπούρδες περί αντιδανείων με την γαλλική και περί πρώτης εφαρμογής της ορθοπεδικής σε παιδάκια, διότι θα γράψω το χημεία «χυμεία» και θα πιω ενδιαμέσως και μια πορτοκαλάδα).

Ξεσούρωσα προς το παρόν, αλλά συνεχίζω να πίνω, όπως πράττει κάθε δόκιμος συγγραφέας.

Ο ορθοπεδικός, λοιπόν, καθώς μου γύψωνε το πόδι μου είπε:
«Γιωργάκι, πόσο χρονώ είσαι;» και απάντησα άμεσα και στερεότυπα:
«Δεκατεσσάρων, αλλά δείχνω μικρότερος».
Ήμουνα πίσω στην ανάπτυξη και αυτό που ακόμα και η μητέρα μου το κόλαζε με προσποιητές ενθαρρύνσεις, εγώ το είχα ανάγει σε προτέρημα. Σχεδόν εννοούσα: «σας ξεγέλασα».
«Θα σου δώσω μία δίαιτα, γιατί όπου να ΄ναι θα πρέπει να αρέσεις και στα κορίτσια. Θα τρως μπριζολίτσα με χόρτα. Ούτε ψωμιά, ούτε γλυκά». Είπεν ο ορθοπεδικός.
Είναι απίστευτο το πόσο μπορεί ένας άνθρωπος με ακτινοβολία να σε πείσει, ακόμα και όταν είσαι ο παχουλός Γιωργάκις. Διότι τα κορίτσια ήταν για μένα τότε ένας συγκεχυμένος στόχος, ενώ το αναμενόμενο «μπράβο Γιωργάκι» του ορθοπεδικού, μου φαινόταν σαν υπερκοινωνικοσχολικοοικογενειακός ύψιστος έπαινος. Να βράσω το δεκαεφτά στα μαθηματικά και το υπεσχημένο ρολογάκι, αλλά και το επιδοκιμαστικό χαμόγελο του εκκλησιάσματος, όταν παίρνω το αντίδωρο και κάνω τον σταυρό μου φορώντας κουστουμάκι. Θέλω το μπράβο του γιατρού. Καθηλωμένος στο κρεββάτι, με τη φαγούρα του γύψου να μου τρώει το πόδι…. και τα λίγα μουλάρια μας….. και την άλλη μέρα ήρθαν οι Αρτινοί…. και μετά φωτοβολίδες και «ένα το χελιδόνι», αλλά αυτά έγιναν ένα χρόνο αργότερα, με τη μεταπολίτευση. Εγώ Σεπτέμβρη του ‘73 έσπασα το πόδι μου, ανήμερα του Αγίου Ευσταθίου, (ίνα εκπληρωθεί το ρηθέν υπό του προφήτου: «Εύξεινος Πόντος»). Και αδυνάτισα. Έγινα κομψό. Μετά γράφτηκα και στον Πορφύρα στο μπάσκετ και έφτιαξα σώμα. Ψήλωσα κιόλας. Πήγα ένα εξηνταοκτώ. Καλό ύψος για πλέι-μέικερ, τότε, αλλά δεν ήμουν καλό πλέι-μέικερ. Ήμουνα κόμπλας. Νόμιζα ότι αν αθλούμαι, αν κάνω όλες τις ασκήσεις, αν δεν χάνω προπόνηση, θα γίνω σαν τον Μιχάλη τον Βρανό πού ήταν αλητόφατσα, αλλά είχε ντρίπλα και καλή πάσα. Μετά, για κακή μου τύχη ήρθαν και τα κορίτσια. Τα είχα ξεχάσει με την ανάρρωση και την προπόνηση. Λόγω έλλειψης συναίσθησης, ή μάλλον λόγω κεκτημένης ταχύτητας επί το θετικόν, είχα τεραστίαν επιτυχίαν στα κορίτσια. Διότι, εν τω μεταξύ είχα βρει ότι σημασία έχει η ευλυγισία, όχι η ντρίπλα. Πήρα μπουζουκάκι και τραγούδαγα.
Τα ενδιάμεσα, τα μέχρι σήμερα τα παραλείπω. Σημειώνω, απλώς ότι μέχρι τα δεκαεννιά πήρα και δύο πόντους και είμαι ένα εβδομήντα. Όσο και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Άλλα, τώρα, είμαι ογδόντα δύο κιλά. Πρέπει να κάνω δίαιτα. Και δίαιτα είναι να μην τρως τίποτα. Αυστηρά.

Πίνετε ελεύθερα……

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

Μουσική Προσφορά

Ας πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο δίνω συνέχεια στο προηγούμενο άρθρο. Ας πούμε και ότι εγκαινιάζω την ADSL εποχή μου. Ας πούμε ότι έμμεσα απαντώ και στον φίλο που πρότεινε να μετατρέψω την παρτιτούρα του "Πέτρου" για την "αλλαγή της εποχής" σε MIDI FILE για να είναι πρόσφορη να ακουστεί.


Γιώργος Χατζημιχελάκης
1ο κουαρτέττο εγχόρδων (1995)
Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο
(Γιώργος Δεμερτζής βιολί Ι, Δημήτρης Χανδράκης βιολί ΙΙ, Πάρης Αναστασιάδης βιόλα, Απόστολος Χανδράκης τσέλο)

η συλλογή GREEK STRINGS QUARTETS, κυκλοφορεί από την AGORA

Ηχογράφηση της τελικής πρόβας

άκουσον 32,3Mb

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ο Πέτρος αλλάζει την εποχή

Βρίσκομαι σε μέρος που δεν διαθέτω τα τεχνολογικά μέσα για να έγραφα αυτή τη μουσική φράση σε παρασημαντική για λόγους οπτικοαισθητικούς,(θα την έγραφα χειρόγραφο και κατόπιν θα το σκανάριζα, αλλά δεν έχω μαζί μου σκάνερ). Γράφω λοιπόν στο πεντάγραμμο και κατ' εμέ η ουσία η μουσική δεν χάνεται. Κατά το ύφος του Πέτρου Μπερεκέτη. Η ρυθμική αγωγή είναι "τέταρτο στο 60". Δεν πρόκειται για πλήρες μουσικό κομμάτι, απλώς για μία εναρκτήρια φράση. Θα μπορούσε από αυτήν να φτιαχτεί μια φόρμα διάρκειας 20 λεπτών. Ας πούμε ότι επιφυλάσσομαι, αλλά και ποίο το νόημα. Δεν ασχολούμαι με μουσικό μοντελισμό.
Σε ήχο βαρύ, εναρμονίου γένους, εκ του Γα(=ντο, όπως και ο Χρύσανθος ορίζει στο Μέγα Θεωρητικόν του).





Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΒΡΕΧΕΙ..........

Βρέχει,
πόσο μ΄ αρέσει όταν βρέχει
και τι μελαγχολία που έχει
σαν βρέχει….

Στίχοι από τραγουδάκι ελαφρόν της δεκαετίας του ’60. Μου το τραγούδαγε η μαμά μου στα πρώτα φθινοπωρινά ψιλόβροχα. Και επλημμύριζαν τ΄ αυτιά μου από την υγρασία της φωνής της - τώρα που το σκέφτομαι η μαμά μου ήτανε τότε εικοσπέντε χρονών και ο πατέρας μου ναυτικός. Είχα την αποκλειστικότητά της.
Και πώς να περιγράψεις αυτό το τραγουδάκι; Τη μελωδία του εννοώ, διότι το ηχόχρωμα του μέσα από τη φωνή της μαμάς μου έχει αποκλειστικά αυτοβιογραφικής αξίας αισθητικά στοιχεία.

Παμ παμ
Παραπαπάραμ πάραμ τάραμ
Παραπαπάραμ τάρα πάραμ
Παμ πάραμ.

Όταν σχεδόν στα δεκαεφτά παραθέριζα στον οικογενειακό πύργο μας στη Μάνη είχα πάρει μαζί μου και το ακκορντεόν. Και για να μην γεννηθεί φθόνος εκ της εφηβικής τύχης μου προς την τωρινή μου υπόσταση, αναφέρω ότι ο πύργος αυτός είναι από εικοσαετίας ερείπιο και ούτως ή άλλως δεν αποτελεί περιουσιακόν μου στοιχείο.Το δε ακκορντεόν το αντάλλαξα μετά δύο χρόνια του παραθερισμού στον οποίον αναφέρομαι, στου Ζοζέφ Τερζιβασιάν το μαγαζί, αντί ενός σαζιού, του οποίου η αξία ήταν-δεν ήταν το ένα δέκατο της αξίας του ακκορντεόν, δηλαδή πιάστηκα κορόιδο του ενθουσιασμού μου, και το οποίον σάζι, όμως, απετέλεσε την βάση μιας μετεφηβικής ματαιοδόξου μουσικής καριέρας.
Ένα κοριτσάκι, λοιπόν τότε στη Μάνη, η Βούλα, από τα Αυγουλιάνικα του Τροχάλακα, ένα απόγευμα εκεί που έπαιζα μου ζήτησε να παίξω ένα τραγούδι. «Σε παρακαλώ» και «σε παρακαλώ»….
-Μα, δεν το ξέρω! Άμα, όμως, το δω γραμμένο μπορώ να το παίξω.(Εννοούσα γραμμένο σε νότες). Την άλλη μέρα το Βουλί, μου ξεδίπλωσε με χαμόγελο ένα χαρτάκι, που με τα τακτικά κοριτσίστικα γραμματάκια της είχε γράψει:

«Μαρία με τα κίτρινα,
ποιόν αγαπάς καλύτερα,
ποιόν αγαπάς καλύτερα,
τον άντρα σου ή τον γείτονα….»

Τότε συνειδητοποίησα τον κίνδυνο που μπορεί να δημιουργήσουν οι παρανοήσεις των βάσεων ενός κλειστού συστήματος. Και ντράπηκα μέσα μου δυό φορές. Πρώτον γιατί το «Μαρία με τα κίτρινα» το ήξερα, αλλά απέφευγα να το παίξω γιατί το θεωρούσα μπας-κλας μπροστά στο «Ένα το χελιδόνι» και δεύτερον διότι εγώ απ' τον Πειραιά ήξερα μουσική, ενώ το Βουλάκι απ' τον Τροχάλακα όχι.
Μετά από δυό χρόνια για λογαριασμό των εκδόσεων Χατζηνικολή κατέγραψα σε παρτιτούρα την αρχή, τις πρώτες νότες της μελωδίας ενός ελαφρού τραγουδιού («Για την Αθήνα μας, την πιο όμορφη πόλη του κόσμου»), καθ' υπαγόρευσιν του σφυρίγματος ενός νεοέλληνός συγγραφέως υπό έκδοσιν των συγκεκριμμένων εκδόσεων. Ο συγγραφεύς του υπό έκδοσιν βιβλίου, για να ζωντανέψει ίσως την περιγραφή του, ήθελε σώνει και καλά να περιληφθεί η παρτιτούρα του τραγουδιού, το οποίο κάποιος ήρωας του βιβλίου του σφύριζε σε κάποια σελίδα. Ήμουν τόσο αυθάδης τότε, που όχι μόνον ζήτησα και πήρα ένα καλό ποσό για την εκδούλευση αυτή, αλλά επιπλέον θεώρησα ότι ο συγγραφέας αυτός την ιδέα του να υπάρχει παρτιτούρα ενός τραγουδιού στο βιβλίο του, την ξεσήκωσε από κάποιο ξένο βιβλίο, μάλλον αμερικάνικο.
Σήμερα τα πράγματα είναι απλούστερα. Με μία ADSL ρίχνεις το κειμενάκι των στίχων, βαράς και προς νταουνλόαντ το τραγουδάκι και είσαι μέσα στην εποχή σου. Αν είναι πρωτοβρόχια η εποχή ονομάζεται φθινόπωρο.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2006

Ο ΦΟΝΙΑΣ

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY, εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.

«Πεινούσαμε στης γης την πλάτη….»

Αποφασίζω να μαγειρέψω με ερωτική πάντα διάθεση. Μάλλον με έχει σταμπάρει η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου του Φρόυντ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ». Δεκαπεντούτης, αντικρίζοντας το βιβλίο να κρέμεται σε περίπτερο του σταθμού Ομονοίας τον εξέλαβον ως αξίωμα τον τίτλο του βιβλίου αυτού, σε βαθμό μάλιστα τέτοιον ώστε να θεωρήσω απολύτως περιττήν την ανάγνωσή του.

Μεσημέρι. Δυο κούπες ρύζι. Στο μικρό καζάνι λάδι να τσιρίζει. Ψιλοκόβουμε κρεμμύδι και το ρίχνουμε στο καζανάκι να τσιγαριστεί. Μόλις ροδίσει πρέπει να ρίξουμε το ρύζι. Ξέρουμε τι να κάνουμε από δω και πέρα, γιατί τη συνταγή την είδαμε στην τηλεόραση, αλλά ο δαίμων του σεφ που μας διακατέχει με αγωνία με σπρώχνει στο ψυγείο. Ρόκα. Μαδάω τα καλά κλωνάρια, ψιλοκόβω τα υπολείμματα. Ευτυχώς δεν έριξα ακόμα το ρύζι στο τσουκάλι. Τα υπολείμματα, λοιπόν, της ρόκας στο τσουκαλάκι, μαζί με το κρεμμύδι, λίγο λαδάκι, διότι κακώς τα είχαμε υπολογίσει στην αρχή και …. όλα τσιρίζουν και μυρίζουν. Μετά από πέντε λεπτά ρίχνω και το ρύζι (ρίζο-γκάλο). Τα φύλλα τα μαδημένα της ρόκας, τα καλά φύλλα, τα έχω να περιμένουνε σε ένα πιάτο πλάι-πλάι. Τα υλικά στο τσουκάλι το ήπιανε το λάδι. Ροδίσανε. Ρίχνω κρασί. Πίνουνε και το κρασί. Ρίχνω νερό, λίγο. Πίνουν το νερό. Ξαναρίχνω. Το ξαναπίνουν. Εν τω μεταξύ να σας πω ότι από την αρχή της διαδικασίας δεν έχω σταματήσει να ανακατεύω για να μην κολλήσουν τα υλικά στο τσουκάλι. Ξαναρίχνω νερό – έχει περάσει κοντά ένα εικοσάλεπτο – πριν το πιει το τσουκάλι το νερό, ρίχνω παρμεζάνα τριμμένη και μυρωδικά, βασιλικό, λίγο πιπερόριζα, πιπέρια και αλάτι, διότι το ρύζι θέλει αλάτι. Κύβο κνορ αν δεν σας είπα ότι έριξα, έριξα στην αρχή, στο πρώτο νερό. Κατεβάζω και τα αφήνω να δέσουν. Σερβίρω και ρίχνω από πάνω τα μαδημένα γερά φύλλα ρόκας. Κι από πάνω λίγο λάδι παρθένο και λίγο ξύδι μπαλσάμικο. Έτοιμος να φάω.
Και επειδή ο άγιος Αυγουστίνος κατέκρινε εαυτόν για την εκ τροφής απόλαυσιν, χάριν τουλάχιστον μιας εντίμου ισοπαλίας εμού με τον Αυγουστίνο, αλλά και για να υπηρετήσω το θέμα μας, θα αναφέρω ότι διάχυτες ήταν οι εξής σκέψεις μου υπό μορφήν ερωτημάτων αυτομάτως απαντουμένων, κατά την παρασκευήν του γεύματός μου:
-«Τι σχέση έχω εγώ με μένα χθες, προχθές, πέρσι και πρόπερσι; Τότε που σκέφτηκα να βάλω και ρόκα στο φαΐ, τι σχέση είχα με αυτόν που απλώς αντέγραφε μια συνταγή; Και ακόμα χειρότερα, τι σχέση έχω με αυτόν που συνέχεια απαρνιέμαι και ευχαρίστως τον σκοτώνω κάθε προηγούμενη στιγμή, εκλαμβάνοντας μάλιστα τον φόνο του ως βελτίωσή μου; Ζω διαρκώς παρέα με έναν θυσιαζόμενο χάριν του «μετά». Και ενώ αυτός είναι παρελθόν, έχω την αίσθηση ότι σχεδόν ζούμε μαζί, όπως καταχρηστικά δεχόμαστε ότι οι ακτίνες του ήλιου είναι παράλληλες. Και…. εν τέλει συνειδητοποιώ ότι, όταν τρώω, στην ουσία συντρώγω με ένα νεκρό»

Λέω και το φλυτζάνι άμα λάχει. Ο Φονιάς……..

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 09, 2006

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΛΑΜΠΥΡΙΖΕΙ

Τη λέξη «λαμπυρίζει» δεν την ήξερα όταν την αισθάνθηκα. Όμως αυτή η λέξη έβγαινε μέσα από τις αστραποβολές τις θάλασσας, όπως την αντίκριζα μικρούλης. Αυτό για κάποιους γλωσσολόγους είναι αδύνατον να συμβεί. Διότι, «τα όρια της σκέψης μου είναι τα όρια της γλώσσας μου». Συμφωνώ απολύτως, από μιαν διάθεση καθαρώς προσωπική, κατά την οποίαν το δίκιο το έχει αυτός που το διατυπώνει πειστικά, ιδία δε από θέσεως. Και αντιτάσσομαι στον εαυτό μου, ο οποίος μετά από 42 χρόνια πίστεψε προς στιγμήν, ότι, αυτό που αντιλήφθηκε κάποτε, είχε εν στιγμή τη λέξη του.
Η μάνα μου, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος με πήγαινε για το πρώτο μπάνιο. Διότι μπάνιο δεν επιτρεπόταν να κάνεις μέχρι την Πεντηκοστή. Και τα μπάνια σταματάνε απαραιτήτως του Σταυρού, κατά τη μάνα μου. Πηγαίναμε με το λεωφορείο μέχρι το ρολόι στο Πασαλιμάνι και από κει συνεχίζαμε με το τρόλεϋ για Καστέλλα. Τελικός προορισμός ο «Παρασκευάς», μια παραλία που έκοβες το εισιτηριάκι σου δυό δραχμές και έμπαινες. Απέναντι από το νησάκι του Κουμουνδούρου. Παραδίπλα υπήρχε και άλλη παραλία, αλλά έπρεπε να σκοτωθείς για να κατέβεις και ο Παρασκευάς είχε και καμπίνες να ξεντυθείς. Μόλις κατέβαινα από το τρόλεϋ, άκουγα τα ουρλιαχτά χαράς των παιδιών που ήδη κολυμπούσαν. Και με αγωνία περίμενα να φτάσουμε στο χείλος του γκρεμού πριν από την ξύλινη σκάλα του Παρασκευά για να το δω με τα μάτια μου ότι εξακολουθεί η θάλασσα να στέλνει αυτά τα φωτάκια. Να λαμπυρίζει, (τι ωραία λέξη, κρίμα που τότε μόνο την αισθανόμουν, αλλά δεν την ήξερα). Πίστευα ότι η θάλασσα βγάζει από μόνη της αυτά τα φωτάκια για να μας καλωσορίσει εμάς τους κολυμπητές και να μας πει: «πέρασε η Πεντηκοστή, ελάτε να κολυμπήσετε». Και ήμουν επίσης βέβαιος, ότι μετά από τις 14 Σεπτεμβρίου, η θάλασσα σταμάταγε να βγάζει αυτά τα φωτάκια – απλώς δεν ήμουν εκεί για να το επιβεβαιώσω.

Πολύ αργότερα, έμαθα ότι το φως εκπηγάζει από τον ήλιο, ανακλάται, διαθλάται και ο ίσκιος μας δεν είναι δικός μας. Δεν τον βγάζουμε εμείς σαν γκριζόμαυρη φιγούρα που φιλοδοξεί να μας μοιάσει πάνω στο χώμα.

Και οι φωτογραφίες….. Τι είναι οι φωτογραφίες;
Οι φωτογραφίες, είναι άμα ο πατέρας σου είναι ναυτικός, να σε βγάλουνε φωτογραφία και να του τη στείλουνε να δει το παιδί του.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ: η εν τη φωτογραφία παραλία είναι κάτω από του Καλαμπάκα την Ταβέρνα, στο πλάι του βραχίονα της Σχολής Δοκίμων στην Πειραϊκή (αρχή της παραλίας, μπρος στη σημερινή ταβέρνα ΝΗΣΙ). Την λέγαμε την παραλία Βοτσαλάκια, γιατί όλη η υπόλοιπη Πειραϊκή ήταν βράχια, με εξαίρεση την μικρούλα αμμουδιά στου Σκαφάκη.
Προσέχτε στην φωτογραφία την κυρία που κολυμπάει φορώντας μαντήλα άσπρη. Δεν είχε μαγιό. Είχε πέσει στην θάλασσα με το μεσοφόρι, πράγμα συνηθισμένο για τις ηλικιωμένες γυναίκες της εποχής αυτής. Ήταν η θεία μου η Κούλα, αδερφή του παππού μου. 1965. Ζει ακόμα, είναι του 1912. Τότε ήταν 53 ετών. Ακριβώς 6 χρόνια μεγαλύτερη από μένα σήμερα. Σχεδόν γριά για μένα τότε.

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY, εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.

Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2006

(ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟΝ) Με τη δύση του ηλίου

Και επιτέλους, οι σχεδόν νομίζοντες εαυτούς συγγραφείς, πού το νόημα να σχολιάζουν ο ένας τον άλλον;


ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ

Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

"Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες"
θα γράψουν οι εφημερίδες.

"Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου"
και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου.

Την ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω στην πάλη.

Αλλά με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Βασιλείου".

Εκεί θα βρίσκω όλους τού άλλους
τους λογίους και τους διδασκάλους.

Τα λόγια μου θα ΄χουν ουσία,
η σιωπή μου σημασία.

θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν, και θα 'ναι η καρδιά μου
σα ρόδο που επάτησα χάμου.


Κ.Γ.Καρυωτάκης
για την πρωτοτυπία

Εκλαΐκευσις

Χτυπάει το τηλέφωνο της γραμματείας ενός πολύ κεντρικού ωδείου των Αθηνών:
-Παρακαλώ….
- Γεια σου Αζώρ.
-Πλάκα μου κάνετε, κύριε;
-Έλα τώρα. Η γραμματέας του διευθυντή δεν είσαι;
-Με ειρωνεύεστε, κύριε;
-Όχι, μωρέ κούκλα μου. Χιούμορ κάνω. Η γραμματέας του διευθυντή δεν είσαι;
-Δεν κατάλαβα πού κολλάει το Αζώρ;
-Η γραμματέας του δεν είσαι κούκλα μου;
-Μισό λεπτό να σας δώσω τον ίδιο.

Σπανίως παίρνω κριτική θέση για τους χαρακτήρες των κειμένων μου. Αλλά αυτός ο τύπος είναι γουρούνι. Γιατι ξέρω κάτι περισσότερο από σας, αγαπητοί μου φίλοι αναγνώσται. Πρόκειται για τον ιδιοκτήτη του κτιρίου του προαναφερθέντος ωδείου, ο οποίος ήταν δέκα χρόνια μετανάστης στον Καναδά. Και επειδή στον Καναδά του φέρονταν σαν σε γουρούνι, είτε επειδή ο ίδιος θα ήθελε να το πιστεύει, είτε αντικειμενικώς, περιπτώσεις των οποίων την βάσιν του δικαίου των ουδόλως μπορούμε να διακριβώσουμε, θεώρησε το καθήκι, ότι στην χώρα του την ίδια μια απλή βιοπαλαίστρια υπάλληλος του ωδείου το οποίον λειτουργεί εις ιδιόκτητόν του κτίριον, θα έπρεπε να υφίσταται το συμπλεγματικόν του χιούμορ, διότι δεν αρκείται, πιθανώς, εις τους μετανάστας εν τη χώρα ταύτη, ο συμπλεγματικός υβριστής, ο θεωρών εαυτόν χιουμορίστα, ενώ είναι ρατσιστής, καθότι, ενώ οι άλλοι απλώς άνθρωποι, γουρούνι αυτός.

-«Άκου φίλε: Η κοπέλα είναι φίλη του φίλου μου του Σταμάτη. Και σε λίγες μέρες έρχονται στη γειτονιά μου να μείνουνε και σε ένα χρόνο θα παντρευτούνε. Άμα σε βρω μπροστά μου θα σε κάνω λιώμα». Θα του έλεγα αν τον είχα μπροστά μου στο τηλέφωνο.

Εκείνο, επίσης, που δεν μπορώ να χωνέψω είναι οι αναλύσεις περί μουσικής φόρμας που θα βοηθούσαν στην φιλική προσέγγιση του κλασσικισμού, ή του νεοκλασσικισμού, ή του μοντερνισμού, ή του μπαρόκ ή της αναγέννησης, ή του μεταμοντερνισμού, ή ειδικότερα του δωδεκαφθογγισμού, ή, ή, ή, ,,,,,,,,,,,.
Κουφοί είμαστε;

Τρίτη, Ιουνίου 06, 2006

Η ΕΠΙΖΗΛΟΣ ΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΕΝΤΕΡ-ΦΟΡ

«Πλασάρεται στην θέση του σέντερ-φορ, κεφαλιά και , αγαπητοί μου ακροαταί, ο Γκαϊτατζής πετυχαίνει το τρίτο τέρμα των ερυθρολεύκων».

Αυτοί οι απόηχοι της ξύλινης φωνής τού πάλαι ποτέ διαλάμψαντος ραδιοφωνικού εκφωνητού Βασίλη Γεωργίου, μου φέρνουν καταθλιπτικά συναισθήματα. Σούρουπο, Κυριακής, κι όμως μόλις λίγες ώρες μετά το σαββατιάτικο απόγευμα, οπωσδήποτε περισσότερες από εικοσιτέσσερις, που όμως δεν έφτασαν για να γράψω τα μαθήματά μου. Και τώρα πρέπει να ξεκινήσω αντιγραφή, μετά αριθμητική, να διαβάσω γεωγραφία, φυσική ιστορία. Ευτυχώς θρησκευτικά και ιστορία τα αρπάω από την παράδοση. Χτες τι ωραία απέκρουση που έκανα! Ο Φώντας είχε φύγει από την άμυνα και βγήκε μπροστά, μου έκανε ένα σουτ τετατέτ με το κουτουπιέ και μπλονζάρισα και το έβγαλα κόρνερ. Τους χειρότερους, αυτούς που δεν έχουνε ντρίπλα, τους βάζουμε άμυνα. Οι ντελικάτοι παίζουνε κέντρο. Αυτοί που κάνουν αυτοθυσίες παίζουνε τερματοφύλακες. Σέντερ-φορ παίζουνε τα ταλέντα που μυρίζονται το γκολ πριν τέσσερις πάσες.
Αυτή τη σπαρίλα του Κυριακάτικού απογεύματος, τόσα χρόνια και δεν μπορώ να την ξεπεράσω. Δεν ξέρω αν σχέσεις αγάπης ή μίσους με οδήγησαν στο να εξαρτήσω για κάποια χρόνια την επιβίωσή μου από την εκπαίδευση, μπορώ όμως να πω ότι όποιο από τα δύο αυτά αντιδιαμετρικά συναισθήματα θα ήθελε να ισχυρίζεται ότι καθόρισε αυτήν την επαγγελματική μου επιλογή, σε καμία περίπτωση δεν με γνωρίζει καλά. Αυτό που ουσιαστικά προσπάθησα να πετύχω είναι από τερματοφύλακας να βρεθώ στη θέση του σέντερ-φορ. Να απαλλαγώ από το ποτήριον της θυσίας-αυτοθυσίας και να είμαι ο εκτελεστής. Να φοβούνται εμένα τα παιδάκια τα αδιάβαστα. Και να απολαύσω επιτέλους το κυριακάτικο σούρουπο.
Ωστόσο, ισχύουν τα εξής:
Α) Ουδείς πλασαριζόμενος ευκαιριακά στην θέση του σέντερ-φορ θα αποκτήσει ποτέ αίγλη σέντερ-φορ, παρά μόνο στα γεράματα θα θυμάται κάποια γκολ που έβαλε.
Β) Το σέντερ-φορ γεννιέται δεν γίνεται.
Γ) Ο τερματοφύλακας αντιλαμβάνεται πάντα πότε πραγματικά κινδυνεύει και τις περισσότερες φορές έχει όλα τα δίκια να ρίξει την ευθύνη στους αμυντικούς του. Και απολαμβάνει να αποκρούει το σουτ του σέντερ-φορ, κι όχι κάποιου που επεισοδιακώς πλασαρίστηκε σε αυτήν την θέση.
Δ) Ο αμυντικός που πλασάρεται στη θέση του σεντερ-φορ, αν δεν επιστρέψει εγκαίρως στη θέση του, θέτει σε κίνδυνο την ομάδα του και κινδυνεύει να εξευτελιστεί.
Ε) Πέντε η ώρα που βραδυάζει.

ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΟΣ ΜΟΥ

ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ Α ΜΕΙΖΟΝ

Α! κύριε , κύριε Μαλακάση,
ποιός θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο,
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσει κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

για την εξ ανάγκης μεταφορά στο μονοτονικό: Γεράσιμος Μπερεκέτης

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΙΙ ΣΤΟΝ ΒΙΖΥΗΝΟ

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY, εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.

«Αγαπήσω σε Κύριε η ισχύς μου. Κύριος στερέωμά μου και ρύσις μου».

Το ΄92 στάθμισα τα πράγματα. Τρεις χρονιές συναπτές ωρομίσθιος καθηγητής ταμπουρά στο Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης, απεφάσισα να αποκατασταθώ. Διότι το ωρομίσθιον ολίγον και την καταβολήν άτακτον. Αλλά το βάσανο το μεγάλο ήταν η διαδρομή Πειραιάς – Παλλήνη. Δύο συγκοινωνίες και ένας συνάδελφος με αμάξι πήγαινε, ένας συνάδελφος με αμάξι και δυο συγκοινωνίες έλα. Απεφάσισα λοιπόν να συμμετάσχω στον πανελλήνιο διαγωνισμό καθηγητών μουσικής, για να γίνω και ΄γω μόνιμος να δω χαΐρι.
Η ζωή μου εν περιλήψει μέχρι τότε είχε μιαν εξωτερική πυκνή σχηματικώς εικόνα με πάγχρωμες εκλάμψεις εσωτερικής αραίωσης. Κοινώς, χωρίς προσπάθεια, ακολουθώντας τις προεκτάσεις των τριχών της χωρίστρας που κάθε μέρα μου επεμελείτο η μαννούλα μου πριν πάω στο σχολείο, ή αλλιώς πετραδάκι – πετραδάκι επιτελών το ψηφιδωτό το προσχεδιασμένο, συσσώρευσα τα εχέγγυα ενός φερέλπιδος, ομοιάζοντος του Ιουστινιανού, όπου στο βάθος της ψυχής του επιθυμούσε πλάι του την Θεοδώρα. Άριστα στο δημοτικό, Ιωνίδειος Πρότυπος σχολή μετά με καλούς βαθμούς…..
Αλλά όλα αυτά μέχρι την τετάρτη γυμνασίου.
Πρώτη με έκτη δημοτικού, ως εγγονός υπομηχανικού της ΔΕΗ:
-Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;
-Ηλεκτρολόγος μηχανολόγος.
Πρώτη με τρίτη γυμνασίου:
-Τι σκέφτεσαι να ακολουθήσεις;
-Θα πάω πρακτικό. Για Πολυτεχνείο.
Το καλοκαίρι περιέθαλπτε την φυσικήν τάση των τριχών της κεφαλής μου, ήτοι, να βγαίνουν οι μπροστινές προς κάτω, οι κεντρικές προς τ΄ αριστερά πάνω, οι πλαϊνές μπροστά, οι πίσω κεντρικές προς τα μπροστά, ενώ οι κοντά στο σβέρκο καθημερινώς να προσαρμόζονται αναλόγως του πως κοιμήθηκα. Τα στρατιωτάκια τα πλαστικά τα έβαζα πάνω σε μικρούς σωρούς από κεφαλάκια σπίρτων και τα έκαιγα. Ένα νωχελικό πρωινό του καλοκαιριού της έκτης δημοτικού προς πρώτη γυμνασίου, πήρα οριστική εκδίκηση για την μάχη των Θερμοπυλών, όταν πάνω σε ένα πεύκο εξολόθρευσα χιλιάδες Πέρσες μυρμήγκια με ένα λαστιχάκι τόξο. Είχα δε αναπτύξει έναν πειστικότατο τρόπο να βάζω τα μικρότερα παιδάκια να παρακολουθούν ανελλιπώς τις παραστάσεις μου Καραγκιόζη: τα κέρναγα πασατέμπο.
Στην πέμπτη γυμνασίου ανέλαβε ο αυτόματος πιλότος :
-Εξαιρετικό παιδί κυρία Χ. και πολύ καλός μαθητής, να τον χαίρεστε.
Και επιτέλους άρχισα να ζω την εσωτερική ζωή μου εξωτερικά. Παραπλάνησα κατά το πρώτο εξάμηνο τους οικείους μου ότι θα δώσω ιατρική, διότι αυτό θεωρούσα ότι ήτο ο αρμονικός μέσος μεταξύ Πολυτεχνείου και Φιλοσοφικής στην οποία κατέληξα.
Εκείνο όμως το όποιον ως μολότωφ μυστικώς παρεσκεύαζα ήτο η μουσική μου φιλοδοξία η οποία μετενδύει την ποιητική:

Έστησε ο Έρωτας χορό
Με τον ξανθόν Απρίλη.
Και τρωγόπιναν οι φίλοι
Τσιριτρί τσιριτρό.

ή αργότερα:

«Μπόι δυο πήχες,
μύτη στραβή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Μακρύς λαιμός,
μεγάλη κοιλιά,
έτοιμη είναι
η πεθερά».

Έδωσα, το ΄92 στον πανελλήνιο διαγωνισμό καθηγητών μουσικής και πέρασα έβδομος. Διορίστηκα σε ένα σχολείο τρία λεπτά από το σπίτι μου. Την επόμενη χρονιά παραιτήθηκα. Ουδέποτε κατάφερα να επιτελέσω προσχέδιο. Έγκαιρα βαριέμαι και ξεγλιστρώντας σαν το ψάρι από τα χέρια άπειρου ψαρά ξαναβουτώ στη θάλασσα.
Διότι, ανέκαθεν φυσιογνωμικώς μου έφερνε ο Βιζυηνός στον Σουρή.

Τρίτη, Μαΐου 16, 2006

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΒΙΖΥΗΝΟ

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY, εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.

Την επιμέλεια του αφιερώματος και τον συντονισμό είχε η Κατερίνα Ζαρόκωστα. Μάλλον φθινόπωρο του ΄94, αν όχι του ’95 ή και του ΄96. Εορτασμός των εκατό χρόνων από τον θάνατό του. Η εκδήλωση ήταν προγραμματισμένη κατά τα τέλη Οκτωβρίου και θα γινόταν μέσα στο Δρομοκαΐτειο, εκεί που ο Βιζυηνός αποχαιρέτησε. Ο εγκλεισμός του ήταν αποτέλεσμα της στοργικής φροντίδας των φίλων του. Είχε ερωτευτεί παράφορα μιαν δεκατετράχρονη, είχε στολίσει άμαξα, είχε φορέσει στεφάνι στα μαλλιά και όλος αισιοδοξία πήγαινε να την ζητήσει σε γάμο…..
Με την κυρία Ζαρόκωστα συναντηθήκαμε στο Πρότυπο Μουσικό Κέντρο Πειραιά. Ήθελε να αναλάβω την μουσική επένδυση-διάνθιση, μιας σειράς αποσπασμάτων από κείμενα του Βιζυηνού. Βραδιά αναλογίου. Η μουσική θα έπρεπε να μεταφέρει το κοινό στην εποχή, στους χώρους και στο κλίμα των κειμένων.
Νάι, κανονάκι, ούτι, κρουστά. Μελαγχολικές ανάσες από το νάι, κάποιοι σκοποί της Ανατολικής Ρωμυλίας, ανατολίτικη λόγια μουσική της εποχής. Ειδικά πράγματα, δηλαδή. Όλα προσχεδιάστηκαν σωστά με επαγγελματισμό, κάναμε μουσικές πρόβες και έφτασε η βραδιά της παρουσίασης.
Στο Δρομοκαΐτειο φτάσαμε νωρίς το απόγευμα, για πρόβα ήχου και σκηνική πρόβα.
Ήμουν, υποτίθεται, προετοιμασμένος για την επαφή με τους τροφίμους, οι οποίοι περιφέρονταν ειρηνικά, ο καθένας τους αγκυλωμένος στην γκριμάτσα του και την κινησιολογία του, αινίγματα για μας τους ψυχικά υγιείς. Καθ΄ όλη τη διαδρομή, από την πύλη μέχρι τον χώρο της εκδήλωσης, μου την έπεφταν για τράκα τσιγάρο, ή για χαρτζιλίκωμα. Μανιακοί καπνιστές, το τσιγάρο δεν το ρουφάνε δεύτερη ρουφηξιά. Το καταπίνουν. Αρκετή ψύχρα για την εποχή και όσο έπεφτε το βράδυ τρέμαμε από το κρύο, μαζεύτηκαν σύννεφα, πέσανε μερικές ψιχάλες, καθυστερούσαν οι επίσημα προσκεκλημένοι, άνθρωποι της διανόησης, στελέχη υπουργείων, ευαισθητοποιημένοι πολίτες και αργούσαμε να αρχίσουμε, αλλά διασκεδάζαμε την αναμονή μας έχοντας πιάσει κουβεντούλα με τους τροφίμους που από νωρίς είχαν γεμίσει σχεδόν το υπαίθριο αμφιθέατρο. «Μια χαρά αθρώποι», τους βρήκα. Ήταν και ένας, ο Ρούσσος, που ήρθε και πασπάτεψε όλα τα όργανα, κυρίως τα κρουστά. Κάποτε μαζεύτηκαν και οι επίσημοι, ακολούθησαν οι λόγοι περί του επιτελουμένου εν τω ιδρύματι έργου, μνημόσυνες αναφορές από επίσημα χείλη, και εν τέλει ήρθε η ώρα μας.
Μελαγχολικές ανάσες από το νάι, κείμενο, σκοπός αρ. 1 από την Ανατολική Ρωμυλία, κείμενο, σκοπός αρ. 2 από την Ανατολική Ρωμυλία, κείμενο, μελαγχολικές ανάσες από το νάι και ακολούθως χουσεϊνί σεμάυ του Ζαχαρία του χανεντέ, κείμενο, μελαγχολικές ανάσες από το νάι, μόρμυροι δυσφορίας από τροφίμους, η υγρασία μετέβαλλε σταδιακώς τους κτύπους μου στο μπεντίρ σε γδούπους, κείμενο, μελαγχολικές ανάσες από το νάι, και ξάφνου μια οιμωγή. Παγώσαμε οι επί σκηνής. Είχαμε κόντρα τα φώτα, αλλά διέκρινα τον Ρούσσο να έχει αρχίσει αυτή την χαρακτηριστική ρυθμική κίνηση του σώματος πάνω κάτω, όπως κάνουν οι μοιρολογίστρες, χαμένος στο πένθος του δίχως δάκρυα με μηχανικούς λυγμούς: «εμείς εδώ ήρθαμε που είδαμε όργανα να γελάσει το χειλάκι μας, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε, όχι να μαυρίσουμε……».
Και αντιλήφθηκα εν ριπή ότι το επαγγελματικό μας χρέος είχε επιτευχθεί. Και οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες, οι άνθρωποι του πνεύματος, οι επίσημα προσκεκλημένοι, οι διοργανωτές, όλοι εδικαιώθησαν και εμείς τα αξίζαμε τα λεφτά μας. Το καλλιτεχνικό ύψος της βραδιάς είχε αγγίξει τα προσδοκώμενα ύψη, διότι η απόσταση της τρέλλας από τη λογική είναι η δυνατότητα αποστασιοποίησης των λογικών και ο Ρούσσος κατέδειξε επακριβώς το μήκος της αποστασιοποιήσεως. Και σκέφτηκα ότι ένα τετράχρονο παιδάκι, αν παρακολουθούσε την παράστασή μας τα ίδια με τον Ρούσσο θα έκανε. Και πώς να μη σκεφτώ ότι ο Χριστός παρήγγειλε να μοιάσουμε στα παιδιά, κι ότι «από παιδί κι από τρελλό μαθαίνεις την αλήθεια» και να μη θυμηθώ ότι πριν από χρόνια βλέποντας την αριστουργηματική παράσταση της Κοκκίνου «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού», ευτυχώς αποστασιοποιήθηκα. Σημειωτέον δε, τα παιδιά αρέσκονται ιδιαιτέρως στα κρουστά.

Τετάρτη, Μαΐου 03, 2006

ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ (η εκατοστή δημοσίευση)

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στο HOTEL MEMORY, εκεί θα βρήτε και άλλα κείμενα άλλων μπλόκερς πάνω στο ίδιο θέμα.

Τις μεγαλύτερες σοφίες τις λένε αυτοί που ζούνε την ζωή τους επιφανειακά. Σαν να σκουπίζουν όσα βλέπει η πεθερά. Δεν πονάνε ποτέ σε βάθος, πονάνε σε πλάτος. Έχουν δε συμπεριφορά κατά φαντασίαν ασθενούς. Λίγο το πόδι τους, λίγο η πλάτη, ένα σπυράκι στο χέρι, δυσκολεύτηκαν χτες στην τουαλέτα, μια ανεξήγητη ταχυπαλμία, μια πένθιμη διάθεση, μια ελαφρά απογοήτευση, μια μικρή αίσθηση εγκατάλειψης. Αλλά επειδή δεν γνωρίζουν την ιατρική αξιολόγηση των συμπτωμάτων τους, όπως άλλωστε και την κλίμακα έντασης των επιθέτων που χρησιμοποιούν, ενώ πονούν σε ρηχό πλάτος, συμπεριφέρονται σαν να πονούν σε απύθμενο βάθος. Και είναι σε τέτοιο βαθμό εμπεδωμένη η συνάφειά τους με την επιφάνεια, ώστε αν πάθουν ποτέ κολικό νεφρού, τον ξεπερνούν σαν να ήταν ελαφρά απογοήτευση, που τους αφήνει μετά μια μικρή αίσθηση εγκατάλειψης και μια πένθιμη διάθεση. Τέτοια ευχέρεια, τέτοια καρδιά. Γι αυτό μπορούν να παράγουν ωραιότατες διατυπώσεις στοχασμών, παίζοντας μαντολίνο και τσαλαπατώντας συναισθήματα. Δικά τους, που ούτε καν αντιλήφθηκαν και συναισθήματα άλλων, τα οποία απαξιούν.

Τρεις προδότας επιφανείς αναγνωρίζει η ελληνική ανθρωπότης. Τον Εφιάλτη, τον Ιούδα και τον Ανώνυμο που άνοιξε την Κερκόπορτα. Και θα είχαν αθωωθεί στις συνειδήσεις μας αν ετυμολογείτο η πράξις των. Προ-δοσία. Δηλαδή, να δίνεις κάποιον ή κάτι πριν νικηθεί, πριν συλληφθεί, πριν αλωθεί, γιατί κακά τα ψέμματα, είναι έτοιμα όλα προ πολλού για να νικηθεί, να συλληφθεί ή να αλωθεί.

Η προδοσία υπ’ αυτήν την έννοια είναι πράξις ερωτική, ή μάλλον πρακτική που απορρέει από τον έρωτα. Κάποιος κάπου ανήκει, κάποιος θέλει να τον κατακτήσει και κάποιος που δεν ξέρει πού ο ίδιος ανήκει… διαλέγει με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει. Το να μην ξέρεις πού ανήκεις είναι το σφάλμα. Το τι θα επιλέξεις δεν έχει σημασία. Δεν προ-δίδεις όταν επι-λέγεις.

γεράσιμος μπερεκέτης

Τρίτη, Απριλίου 18, 2006

ΟΙΣΤΡΟΣ

Ο Κουκουζέλης έβαλε προσωρινά λουκέτο. Ευκαιρία…

Μετά από πρόβα στην πειραματική σκηνή της λυρικής, κοντό-ρεκτά σε καφενεδάκι στον Κολωνό, στις παρυφές του Θεάτρου της Άνοιξης. Από πέρσι το είχαμε σταμπάρει με την φίλη μου την Α., αλλά δεν μας έκατσε. Ήταν πάντα γεμάτο με νεαρές παρέες, εμείς κάπως μεσήλικες και σε αταίριαστες ώρες. Μεσημέρι όμως είναι βολικά. Κι έτσι χτες και σήμερα πήραμε την ρεβάνς. Ειδικά σήμερα, από τις τέσσερις μέχρι τις επτά και κάτι, τα τσούζαμε εκεί, συν γυναιξί και ανδράσι. Η Α. είναι εξαίρετη τσιμπαλίστα, λευκορωσσίς. Αμύητη σε πολλά ελληνικά, λάτρις της Ελλάδας, σε τέτοιο βαθμό όπου το μίσος της γι αυτήν, όποτε εκφράζεται, να υπερβαίνει το μέτρο.
Σαν στοίχημα λοιπόν την έστειλα σήμερα, Μ.Τρίτη, στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αιόλου, συστημένη, ν’ ακούσει τον Λυκούργο (Αγγελόπουλο) και τον Γιάννη Αρβανίτη, μετά των χορωδών, να ψάλλουν το τροπάριον της Κασσιανής. Την έστειλα μετά από σχετική κατήχηση μουσική και λογοτεχνική, άμα και θεολογολαογραφική – ξέρετε αυτά τα σχετικά με το «ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη» τα κλιπιτικλόπ του αλόγου του Θεοφίλου αναζητούντος την αποτραβηγμένη των εγκοσμίων Εικασία στο μοναστήρι, καθώς και τα διαμειφθέντα παρ’ αυτών: «εκ γυναικός ερρύη τα χείρω», «αλλά και εκ γυναικός τα κρείττω».
Την πήρα στο κινητό κατά τις 10 και 1 λεπτό μ.μ.
-Είσαι απόλυτα κουρντισμένος, μου είπε. Μόλις τελειώσαμε. Ήταν αριστούργημα. Ο Λυκούργος έκανε ένα σόλο εκπληκτικό.
-Πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις σπίτι να τα πούμε.

Εν τω μεταξύ, περιμένοντας το τηλέφωνο, γράφω.
Αύριο, θα φύγει για Μιλάνο, ταξίδι αναψυχής. Έχει εισιτήριο για την Σκάλα, ανήμερα Μ. Παρασκευή, θα πάει να δει και το Μυστικό Δείπνο του Ντα Βίντσι.

Σκέφτομαι, ότι θα ήθελα να της πω, πως το σόλο του Λυκούργου, ασφαλώς αυτοσχεδιασμός σε παλαιό μουσικό κείμενο, ίσως του 17ου αιώνα, αιτία δημιουργίας έχει την πίστη αυτήν την ιδιότυπη πίστη του καλλιτέχνη στον εαυτό του. Αυτήν την πίστη που ο δημιουργός συνθέτης πολλές φορές αναγκάζεται να την παρουσιάσει ως θεία, την επικαλείται ως θεία για να ισχυροποιήσει το έργο του, ενώ κατά βάθος ξέρει ότι δημιουργεί για να πληρώσει το κενό που αφήνει μέσα στους δημιουργούς η διάθεση δημιουργίας. Το αποτέλεσμα της δημιουργικής του πράξης εντάσσεται λοιπόν, σε ένα λατρευτικό τυπικό, το οποίο ο συνθέτης υπηρετεί ως συντελεστής, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι οι τελούντες ιερατικώς την λατρευτική πράξη αναγνωρίζουν την αξία της δημιουργίας του, όπως άλλωστε, ούτε και όλοι οι πιστοί καταλαβαίνουν από μουσικές και νη πα βου, ούτε όλοι οι ψαλτάδες από θεολογία. Γι αυτό, συνήθως, οι παπάδες καταριόνται τους ψαλτάδες που χάριν της μουσικής παρατείνουν τις ακολουθίες, όπως άλλωστε και οι ψαλτάδες καταριόνται τους παπάδες που κτήτορες μεγαλόσχημοι της θείας χάριτος ενεργούν ως δήμιοι των μουσικών έργων, πιέζοντάς τους να τα συντέμνουν, εν ώρα εκτελέσεώς των, χάριν ενός αθλίου συνήθως κηρύγματος, ή μιας εγκυκλίου ανακοινώσεως.
Η αξία λοιπόν του τροπαρίου της Κασσιανής, όπως έχει μελοποιηθεί από τον Πέτρο Λαμπαδάριο, καθώς και το σόλο του Λυκούργου – δεν παρευρισκόμουν – πιθανολογώ ότι έγινε στο σημείο «οίστρος ακολασίας», η αξία λοιπόν, αισθητικώς μπορεί να εντοπιστεί και να οριστεί χωρίς εκπτώσεις, μόνο από …… απίστους.

Δευτέρα, Απριλίου 03, 2006

ΟΚΤΑΒΕΣ

Χαίρομαι όταν ο μπόγκερ μου ζητάει πάσγουορντ για να μπω.Αυτό σημαίνει ότι πέρασε ικανός χρόνος από το προηγούμενο γράψιμο.

Σήμερα κατανόησα τον λόγο που οι συνθέτες σε κάποιο σημείο του έργου τους εμφανίζουν ένα θέμα "υπογραμμισμένο" με οκτάβες, κατά προτίμηση μονοφωνικά. Δείτε την ταινία την καινούργια του Γούντυ Άλλεν "Ματς πόιντ" και θα βρήτε τον λόγο στο σημείο εκείνο που διαδραματίζονται οι φόνοι. Αυτοί οι φόνοι είναι μη αναγκαίοι. Θα μπορούσε η όλη "δραματική" σχέση να είχε λυθεί σεναριακώς με μία απλή εγκατάλειψη, οπότε θα μιλούσαμε για μέτριο αμερικάνικο σινεμά. Η οπερετική όμως επιλογή στη διαμόρφωση της δραματικής έντασης ανήκει στην μεγαλοφυία του σκηνοθέτη αυτής της ταινίας, ο οποίος ουδόλως τυχαίως είναι μουσικός.

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006

ΠΑΛΙ ΜΑΣ ΕΓΡΑΨΑΝ ΟΙ 'ΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Πόσο νοστάλγησα την εποχή που δεν είχα μπλογκ. Τότε, που και που έστελνα κανα κείμενο στον φίλο μου τον Κουκουζέλη και το «δημοσίευε» στο δικό του. Και μου έψελνε σαν τροπάρι κάθε μέρα απ’ το τηλέφωνο: «Γιατί δεν φτιάχνεις ένα δικό σου μπλογκ;». Δεν προφασιζόμουν, αντιθέτως είχα ειλικρινώς την πεποίθηση ότι το εγχείρημα του ανοίγματος ενός μπλογκ είναι τόσο περίπλοκο τεχνολογικώς, που δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω. Και να σκεφτεί κάποιος, ότι είμαι βουτηγμένος στα διαολομηχανήματα από το ’87, με πρώτο απόκτημα έναν COMMODORE 64. «Είναι πανεύκολο», επέμενε ο Κουκουζέλης. «Σε πέντε λεπτά θα έχεις δικό σου μπλογκ». Και όντως απεδείχθη πανεύκολο. Το όνομα το είχα βρει ήδη, έχοντάς το εμπνευστεί από το όνομα του Κουκουζέλη. Αφού αυτός «Κουκουζέλης» τότε εγώ «Μπερεκέτης». Αμφότερα, ονόματα σπουδαίων μελουργών το πρώτο του 12ου το δέυτερο του 17ου αιώνα. Και το μικρό το όνομα εύκολα το βρήκα. Σχεδόν προαισθητικά ο φίλος μου Κουκουζέλης, παρέκαμψε το Ιωάννης που ήταν το μικρό όνομα του μελουργού και επέλεξε το Αρτέμης για μικρό του όνομα. Αυτό με βοήθησε πολύ στο να επιλέξω για μικρό μου όνομα το Γεράσιμος, παρακάμπτοντας αντιστοίχως το Πέτρος. Γιατί κατά κόσμον με τον Κουκουζέλη έχουμε το ίδιο μικρό όνομα, άρα συνεορτάζουμε. Όπως οι άγιοι Αρτέμιος και Γεράσιμος που συνεορτάζονται στις 20 Οκτωβρίου. Έδεσε η σάλτσα. Αλλά υπάρχει και ολίγον από φαινόμενον «προτυπώσεως» (όπως λέμε «Σταυρόν χαράξας Μωσής») αλλά και «αναλογίας γένους» στην ιστορία αυτή (-όπως λέμε: «Αυγούστου μοναρχήσαντος κλπ, κλπ, Σού δε ενανθρωπήσαντος, κλπ, κλπ). Ήτοι:
Το σχολείο μου το δημοτικό, ένα συνοικιακό ιδιωτικό, ονομαζόταν ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ «Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ». Από τον Οκτώβρη του 1964 και επί έξι συναπτά έτη, στις 20 Οκτωβρίου είχα σχολική αργία, προηγουμένου πάντοτε ενός εκκλησιασμού, όπου ο διευθυντής μας, Αρτέμης ονόματι και ο ίδιος, διάβαζε με βροντερή φωνή το «Πιστεύω» και το «Πατερ ημών». Κατά τις 10 είμαστε στη γειτονιά μας στη Μαυρομιχάλη με τον φίλο μου και συμμαθητή μου τον Αντρέα και παίζαμε πασίτσες και σουτάκια, άχαρο παιχνίδι, της ανάγκης ελλείψει της υπολοίπου μαρίδας, αλλά μέσα μας «σιγόβραζε ένα ρυθμικό κρεσέντο αυτάρεσκης χαράς που θα ξέσπαγε σε ένα εκρηκτικό φορτισίσιμο» (sic), μόλις οι άλλοι φίλοι μας κατά τις μιάμιση θα στρίβαν τη γωνία και θα μας ρωτούσαν χάσκοντες αρχικώς και, πριν τελειώσουν τη φράση τους, ζηλόφθονες:
«Δεν είχατε σήμερα σχολείο;»
Είμασταν, όμως, τόσο ευτυχείς κάθε 20 Οκτωβρίου με τον Αντρίκο, που σχεδόν υπεροπτικά δεν μπαίναμε στον κόπο να εξηγήσουμε στους άλλους φίλους μας το λόγο της ιδιαίτερης αυτής αργίας μας.
Θέλω να πω, δηλαδή, ότι με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι δημιουργούν ζεύγη, ομάδες, κατηγορίες, αναιτίως κι όμως αιτιατές. Όταν ως μοίρα τους προκύπτει. Δεν κανονίζονται αυτά τα πράγματα.
Σημειωτέον δε ότι τον πρώτο μου κουρέα τον έλεγαν Γεράσιμο.

Αποφευκτέα σχόλια:

Α) Κι εγώ το ’88 είχα έναν AMSTRAD, μήπως έχεις κανένα πρόγραμμα από αυτή την εποχή.
Β) Αρτέμη λέγανε και τον δικό μου δάσκαλο και ήξερα κάποιον Αντρέα που έμενε στη Μαυρομιχάλη στον Πειραιά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2006

ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ (ΜΟΥ)

Σχόλιο σε μιαν αφιέρωση
Alberich, με σένα αρχίζω:
Άκουσα την αφιέρωσή σου, άκουσα και τις «οπισθοπεμτουσίες». Αδικείς το εαυτό σου γράφοντας στην πρώτη comment που μου έστειλες «γι αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν έγινα μουσικός». Δηλαδή, τι να υποθέσω ότι είσαι, με βάση αυτά τα δύο κομμάτια σου που άκουσα;
Για την αφιέρωσή σου συμφωνώ μαζί σου, μπορεί να θυμίζει Jannis, αλλά είναι «σωστή μουσική», με χαρακτήρα μάλλον «χειρονομίας», παρά απομίμησης. Για το κομμάτι «οπισθοπεμπτουσίες», έχω κατ’ αρχάς να πω ότι πολλοί συνθέτες του «αβανγκάρντ» θα το υπογράφαμε ευχαρίστως. Ιδιαιτέρως εγώ, που γνωρίζω την προέλευση του τίτλου – σου υπόσχομαι να συνθέσω σύντομα τις «γλουτοβλενώσεις» και να στο αφιερώσω με τη σειρά μου. Θρηνώ ακόμα το ανάτυπον του «ΠΑΛΙ» που προ 25ετίας, μικρός, φρικιό περίπου, και άπειρος, το δάνεισα και δεν το ξανάδα.
Ως μουσική τη βρήκα έχουσα ενότητα ηχοχρωματικών ιδεών και ορθώς οργανωμένη αταξία. Μπράβο. (Και τη Mirandolina ευχαριστώ που διαπίστωσε την εκλεκτική συγγένειά μας).

«Το ρόλο των χορηγών, προστατών, μαικήνων τον συζητάμε συχνά - φαίνεται σε πολλούς καλλιτέχνες να λείπουν, παρά την θεωρητικά μεγαλύτερη ανελευθερία».
(Mirandolina ).



Θα συμφωνήσω ότι αυτό συμβαίνει όντως. Διότι ο καλλιτέχνης, συνήθως όχι πλούσιος (με την έννοια του λεφτά), αναζητά την καταξίωση ως πόρο επιβίωσης, αλλά και την χορηγία ως….δήλωση καταξίωσης, ως μέσον επιβίωσης, ως ευκαιρία πραγματοποίησης του «μεγάλου έργου».
Το μόνο που μπορώ πολύ περιεκτικά να πω για το όλο θέμα είναι να ρωτήσω:
-Είναι αξιολογότερο έργο «τα κατά Ματθαίον Πάθη» από τις δίφωνες Invetions του J.S.Bach. Ανεξαρτήτως απαντήσεως, ο προϋπολογισμός ζωντανής εκτέλεσης του δεύτερου έργου είναι το κόστος μιας εφ’ άπαξ αγοράς ενός πληκτροφόρου. Οι προϋποθέσεις εκτέλεσης, το να παίζεις πιάνο ή να έχεις φίλη ή φίλο πιανίστα. Οι προϋποθέσεις της σύνθεσης και των δύο έργων είναι η ίδια ευφυΐα.
Το μόνο που δεν θα δεχτώ ως συμβολή στον προβληματισμό περί της δημιουργικότητας ως δυνατότητας, είναι η κοινωνική σημασία του ενός ή του άλλου έργου μέσα από την ιστορική τους παρουσία, η κοινωνική τοποθέτηση πάνω σε πρόσωπα και εποχές, όπως και την υπόθεση ότι αν ο Μπαχ δεν ήταν μεγάλος δεν θα γινόταν γνωστός. Διότι όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν με την ατομική απόλαυση της δημιουργίας. Θυμίζω ότι το καλλιτέχνημα –και ως εκ της φύσεως τους οι μπλόγκερς θα με καταλάβουν- το καλλιτέχνημα υφίσταται όταν υπάρχουν αυτός που το έφτιαξε και αυτός που το απόλαυσε, δηλαδή δύο. Σε σπάνιες περιπτώσεις αρκεί ένας. Τότε, μπορεί να περιοριστεί στον διαλογισμό. Οι πολλοί, βέβαια, που καταξιώνουν ένα έργο είναι πάντα ευπρόσδεκτοι για έναν καλλιτέχνη. Δεν είναι όμως, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητοι για την ίδια την δημιουργική διαδικασία, άρα ούτε και οι χορηγοί είναι. Bλέπε Βαν Γκόνγκ. Και ας δούμε τον Βαν Γκογκ όχι ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως καλλιτέχνη εν τη δράσει του και εν τω δράματί του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2006

CONCERTO GROSSO ως άσκηση αυτογνωσίας

Το σημερινό μας κομμάτι είναι ένα κατ’ ευφημισμόν “Concerto Grosso” σε 6 μέρη.
Πρόκειται για μια μουσική καρικατούρα, μια χιουμοριστική ματιά στο μπαρόκ και τα εκφραστικά μέσα του. Η αναφορά στον συνθέτη LOCATELLI, σκόπιμη. Ο Λοκατέλλι, ήταν ένας σπουδαίος Ιταλός βιολιστής της εποχής Μπαρόκ, δάσκαλος επίσης, αλλά όχι τόσο γνωστός συνθέτης, με έργα κυρίως κοντσέρτα για βιολί, αξιόλογα σήμερα ίσως για τον κόσμο των βιολιστών, στη σκιά όμως των έργων δύο κοσμαγάπητων συμπατριωτών του: του Βιβάλντι και του Κορέλλι.
Τα κοντσέρτα του διακρίνονται για την ….. βραχύτητά τους. Μερικά διαρκούν συνολικά 5 λεπτά έχοντας 4 μέρη. Θα μπορούσε, υπ’ αυτήν την έννοια, να ονομασθεί Λάκων. Σοφός, γαρ ο Λοκατέλλι, με αυτοσυνείδηση. Η δεξιοτεχνία μπορεί να επιδειχθεί επιτυχώς μέσα σε λίγα μουσικά μέτρα. Και δεν χρειάζεται να διακινδυνεύσει κάποιος επιμήκεις φόρμες, αν δεν αισθάνεται τη σύνθεση στο αίμα του, διότι μπορεί να εκτεθεί, να φανεί φλύαρος ή ανοικονόμητος. Άλλωστε, το ακροατήριό του τί ζητούσε από αυτόν; Μερικές καλές δοξαριές, αρπεζάκια, σκάλες… Στην εποχή αυτή, ο μουσικός, ήταν ως επί το πλείστον ένα ζωντανό τζουκ-μποξ, και ολίγον τι ζογκλέρ (κάποιοι μάλιστα ως ζογκλέρ ξεκίνησαν την καριέρα τους) . Οι συνθέσεις ενός συνθέτη δεν ήταν τόσο «έργα του», όσο «αποκτήματα» του Δεσπότη του που τον έτρεφε. Ίσως μάλιστα, για τους πιο χοντροκομένους ακροατές, μια σύνθεση δεν διέφερε πολύ από το σημαινόμενον της έκφρασης: «παίξε μας κάτι», και κατά πάσα πιθανότητα η παραγγελία μιας νέας σύνθεσης να σήμαινε για το ευγενές κοινό περίπου ό, τι και το «βράσε μου ένα αυγό, αλλά πρόσεξε να είναι μελάτο».

Γιώργου Χατζημιχελάκη:
CONCERTO GROSSO in ordine Locatelli

Τα μέρη:
Α. Εισαγωγή, Moderato
άκουσον 414 kb

B. Allegro
άκουσον 578 kb

Γ. Grave
άκουσον 783 kb

Δ. Allegro
άκουσον 429 kb

E. Adantino
άκουσον 772 kb

ΣΤ. Allegretto
άκουσον 1092 kb

Παίζουν:
Αγγελίνα Τκάτσεβα Σταθοπούλου: τσίμπελ (ρώσσικο σαντούρι)
Νέλλη Σεμιτέκολο: πιάνο

Η ηχογράφηση είναι από συναυλία που έγινε μια βραδιά του Νοέμβρη 2004 στο «Μουσικό Καφενείο» του Δημοτικού Ωδείου Καλαμάτας.

αφιερωμένο εξαιρετικά στον Alberich

Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2006

ΜΙΚΡΟΝΥΧΤΟΓΡΑΦΙΑ ΙΙ

ΕΝΑΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΩ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ ΩΣ ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΜΕ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ.

Ο στεγανός κόσμος των ονείρων μάς εξωθεί στο απόλυτο βίωμά του. Οι Ερινύες δεν φτερουγίζουν μέσα στον ονειρικό χωροχρόνο. Αποδημούν από τον χώρο του συλλογικού «πρέπει», όταν αυτός παγώσει και ναρκωθεί, αναζητώντας τα θερμότερα κλίματα, συνήθως την συνείδηση κάποιου, που ευάλωτη ακούει σαν τραγούδι την οχλοβοή. Το απόλυτα συλλογικό βίωμα των ονείρων δημιουργεί ατομικές ευθύνες, το απόλυτο ατομικό βίωμα του «πρέπει» δημιουργεί συλλογικές ευθύνες.

σύνθεση, ηχητικό κολάζ, ηλεκτρονικός προγραμματισμός Γ.Χατζημιχελάκης


άκουσον 717 kb

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2006

ΜΙΚΡΟΝΥΧΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ο ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΡΩΣΣΟΣ ΣΑΝΤΟΥΡΙΕΡΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΖΗΤΙΑΝΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ
είναι ο τίτλος του σημερινού μας κομματιού.

Ο φόβος μου ως μουσικού: ν' αναγκαστώ να ζητιανέψω παίζοντας μουσική. Μάταια εξορκίζω αυτόν τον φόβο πετώντας κέρματα στους πλανόδιους ακκορντεονίστες. Κανείς δεν γνωρίζει τη μοίρα του, όσο και αν προσπαθεί να την διασφαλίσει ως "μέλλον". Και η μοίρα δεν είναι κισμέτ. Μοίρα σημαίνει μέρισμα : μοίρα μας είναι ένα μερίδιο κληρονομιάς κάποιας παλιάς περιουσίας, που ίσως άφησε κέρδη, ίσως άφησε ζημία.

(σύνθεση, ηλεκτρονικός προγραμματισμός:Γιώργος Χατζημιχελάκης 2004)


άκουσον

Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2006

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΣ

Νέα τεχνολογική προσωπική κατάκτηση: η δυνατότητα να σας προσφέρω μουσική. Μάλλον την πάτησα και ίσως αλλάξω στυλ. Θα το διακινδυνεύσω.

Εν είδει τεστ:
ΤΙΤΛΟΣ CD: ΑΠΟΗΧΟΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ (καραμανλήδικα τραγούδια από το Τσαρικλή Νίγδης)
περιέχει 17 τραγούδια ανέκδοτα ως τώρα, σε αναστατική εκτέλεση, απο καταγραφές που έκανε ο Θανάσης Παπανικολάου, καππαδόκης τρίτης γενιάς προσφύγων. Οι καταγραφές έγιναν την περίοδο 1980-1985 στον Μαυρόλοφο Βόλου. Το CD συμπεριλαμβάνει και το πρωτότυπο ηχογραφημένο υλικό των καταγραφών: φωνές από γιαγιούλες, πρόσφυγες πρώτης γενιάς, αποδημήσασες πλέον εις Κύριον. Τα τραγούδια είναι τουρκόφωνα. Οι Καππαδόκες της συγκεκριμένης περιοχής, καίτοι ελληνόφωνοι, τραγουδούσαν και στιχουργούσαν στην τουρκική. Μουσικά την αναστατική έκδοση επιμελήθηκε ο Γιώργος Χατζημιχελάκης.
Ακούτε το τραγούδι "ΑΗ ΣΑΒΒΑ", χορό ιεροτελεστικό, χορεύεται ιδιότυπα αργά από γεροδεμένους άντρες που στους ώμους τους στέκουν όρθιοι άλλοι άντρες ισορροπώντας.

παίζουν:
Στρατής Ψαραδέλλης, καππαδόκικη λύρα
Κατερίνα Μητροπούλου, νταούλι

τραγουδά ομάδα φίλων

άκουσον

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2006

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ

Το μπλογκ μου είναι ένα λογοτεχνικό ασκητήριο, ως εκ τούτου οι χώροι και τα πρόσωπα είναι λογοτεχνικά πρόσωπα. Δεν μιλώ για την επικαιρότητα ακόμα και όταν κάνω αναφορές σε αυτήν. Για παράδειγμα , στην πραγματική λαϊκή που γίνεται στη γειτονιά μου, ο δήμος φέρνει χημικές τουαλέττες και τις αραδιάζει ανά πέντε τετράγωνα δύο.Βρωμάνε και ζέχνουν, αλλά εξυπηρετούν κάποιους , έστω εξυπηρετούν την ιδέα της υγιεινής και του πολιτισμού. Στο προηγούμενο κείμενό μου όμως, επειδή η πόλη που αναφέρομαι είναι ένας λογοτεχνικής κατασκευής χώρος και ως εκ τούτου της απολύτου εξουσίας μου, δεν επιτρέπω να διαθέτει χημικές τουαλέττες στις λαικές αγορές. Επίσης στην ίδια λογοτεχνικής υπάρξεως πόλη, τα περιττώματα στα κάθετα στενά του δρόμου που γίνεται η λαική, διασκορπίζονται το πολύ σε βάθος 50 μέτρων, ενώ στην πραγματική πόλη που ζω σε βάθος 52,7.
Η δε γρίπη των πουλερικών στην λογοτεχνική μου πόλη είναι άκρως επικίνδυνος. Στην πραγματική πόλη που ζω, συναναστρεφόμαστε άφοβα μεταξύ μας, χωρίς κανέναν απολύτως διαχωρισμό είδους. Ως εκ τούτου, τον μεν δήμαρχο της πραγματικής μου πόλης θα τον καταψηφίσω, επειδή οι χημικές τουαλέττες που φέρνει στις λαικές βρωμάνε και ζέχνουν, ενώ τον δήμαρχο της λογοτεχνικής μου πόλης θα τον καταψηφίσω, επειδή δεν φέρνει καθόλου χημικές τουαλέττες.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2006

Η ΕΠΙΚΥΝΔΥΝΟΣ ΓΡΙΠΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ

Δεδομένου ότι οι σκύλοι, αδέσποτοι και μη, χέζουνε και κατουράνε παντού, παρατηρείται το εξής φαινόμενο: τα κάθετα στενάκια ενός δρόμου στον οποίο γίνεται λαϊκή, να είναι πιο κατουρημένα και πιο χεσμένα από τον μέσο όρο, ιδίως μέχρι πενήντα μέτρα μέσα από το δρόμο της λαϊκής.
Διότι και οι λαϊκατζήδες άνθρωποι είναι. Από τις τρεις αξημέρωτα τραβιόνται: να φορτώσουν, να πάνε να στήσουνε πάγκους, να απλώσουνε τα πράματα. Και δεν ξέρουν τι αντέχεται δυσκολότερα: το κρύο και τ’ αγιάζι χειμώνα ξημερώματα, ή το λιοπύρι το καλοκαιριάτικο ντάλα μεσημέρι. Αλλά δε βαριέσαι. Μαθημένοι είναι έτσι από μικροί. Πολλή δουλειά, λίγος ύπνος, πολλά λεφτά, κι όσο περισσότερα τόσο λιγοστεύει ο ύπνος, γιατί τα λεφτά ζητάνε ξόδεμα και το ξόδεμα ξενύχτι στα μαγαζιά, στα κέντρα, στα στριπτητζάδικα. Υποχρεώσεις είναι αυτές. Το κορμί μαθαίνει στην αϋπνία και το μυαλό περιορίζεται στην απλή προπαίδεια «τρεις εννιά εικοσιεννιά» , άμα είναι να παίρνουμε, και «έξι εννιά σαρανταεννιά» άμα είναι να δίνουμε. Το μόνο που δεν περιορίζεται είναι το κατούρημα και το χέσιμο. Διότι το κορμί μπορεί να καταστεί ναός του πνεύματος, καλλιτέχνημα γλυπτόν, ναός ακολασίας, σαρκίον, παραμένει ωστόσο πάντοτε ένας οργανισμός.
Πρόσφορα αφοδευτήρια στους γύρω κάθετους δρόμους κάθε λαϊκής, κυρίως τα μισογκρεμισμένα και οι οικοδομές, αλλά ελλείψει γιαπιών προσφέρονται μεταξύ τρεις και έξι τα ξημερώματα οι πυλωτές πολυκατοικιών. Το ίδιο βολικά, για να μη το πολυψάχνουμε, έρχεται και πίσω από τους κάδους των σκουπιδιών, πίσω από φορτηγάκια, σε εσοχές σπιτιών και, στις μεγάλες σφίξεις, καταμεσίς του δρόμου- με σχολαστικότητα, όχι του δρόμου που απλώνουνε τους πάγκους τους. Είπαμε: στους κάθετους, μέχρι πενήντα μέτρα μέσα. Πρώτα απ’ όλα η υγεία. Και βρωμάει κατρουλίλα στα πέριξ και να οι κουράδες…. Ο Δήμος, δεν μπορώ να πω, μετά το πέρας της λαϊκής έρχεται με τα μηχανήματα και πλένει. Πλένει το δρόμο που γίνεται η λαϊκή. Όχι τους κάθετους. Αυτούς τους πλένει η βροχή. (Αυτοκάθαρση)
Πάντως αποφεύγω να αγοράζω αυγά τώρα με τη γρίπη των πουλερικών.

Υ.Γ. Εξ όσων γνωρίζω, τα ψαρόνια, κάθε χειμώνα από τέλη Νοέμβρη και μετά, μεταναστεύουν στη χώρα μας κατά σμήνη και με τους αξιοθαύμαστους σχηματισμούς και ελιγμούς, κάθε που σουρουπώνει χαρίζουν αναπάντεχα θεσπέσια θεάματα σ’ εμάς τους στερημένους από φύση κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Μετά την παράσταση, κυρίως κουρνιάζουνε στις λεύκες και πήζουνε στην κουτσουλιά τα από κάτω πεζοδρόμια. Προφανώς, τα ψαρόνια έρχονται σε επαφή και με τα πλήθη των περιστεριών και δεκαοχτούρων που επιμένουν να ζουν στις πόλεις. Τα περιστέρια επισκέπτονται τα μπαλκόνια μας. Λέω τώρα……, δεν είμαι και ειδικός. Πάντως έχει να πουληθεί πολύ… εμβόλιο φέτος αδερφέ μου.

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)