Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Η παιδική Ευρώπη μου

Ως πλέον ασφαλή εξ όλων των ευρωπαϊκών χωρών δι’ εμέ αισθάνομαι την Ιταλίαν. Διότι εκεί είχε πάει για να σπουδάσει ο νονός μου λίγους μήνες μετά την βάπτισή μου και όταν μετά από έναν χρόνον επέστρεψε αμετακλήτως για λόγους οικονομικούς, μού έφερε δώρο τρεις πλαστικές μινιατούρες  εφίππων καουμπόηδων, με τους οποίους για λίγες μέρες έπαιξα στην αυλή πάνω σε ένα μικρό χαλάκι πεδιάδα, πριν μου τους υπεξαιρέσει πλανόδιος γανωματής.

Ο σφοδρός κατόπιν ενθουσιασμός μου δια την Ισπανίαν μέσω αφηγήσεων του ναυτικού πατέρα μου, αλλά κυρίως μέσω δίσκων 45 στροφών, προίκα των ταξιδιών του και μιας ανεξηγήτου επί εξάμηνον απουσίας του,  εν συνδυασμώ με φωτογραφίες καρτ-ποστάλ ταυρομαχιών, ουδεμίαν ασφάλειαν ψυχικήν μου ενέπνευσαν, παρά μόνον πίκρα, την πίκρα αυτήν του έρωτος που θέλεις και ενσυνειδήτως αποκλείεις.  

Δια την Αγγλίαν υπεχρεώθην. Εις φροντιστήρια αγγλικής γλώσσης και δια των ανοήτων κατ’ εμέ τραγουδιών των Μπήτλις. Παρομοίως και δια την Γαλλίαν, συντελούντος εις την όλην μειονεξίαν της του Αρζναβούρ,  παρότι η εις Παρισίους εκλάμψασα κατά των καλλιγράμμων ποδών της υπονοήσεις καθηγήτρια μου των Γαλλικών στο γυμνάσιο ήτο εξωτικώς δια την δεκαετίαν του ’70 ωραιοτάτη και ενδυματολογικώς πρωτοπόρος.

Αι άλλαι, Ελβετίαι, Βέλγια, Ολλανδίαι καθώς και η Σκανδιναβία άπασα ήσαν χωριά της αντιλήψεώς μου, θαυμάσια ίσως, δια πτωχούς ωστόσον λόγους. Η Πορτογαλία ανέκαθεν μια ορθογραφική απορία: αν γράφεται με ένα ή με δύο λάμδα. Η Γερμανία συχνή οικογενειακή κατοχική αφήγησις.  Η δε Ανατολή της επικρατείας των Σοβιέτ κινούσε ενστικτώδη τάσιν αυτοπεριφρούρησης αιτιαζομένην εις τας  εκ του σχολικού εγχειριδίου της Βυζαντινής Ιστορίας περιγραφάς της πρώτης πολιορκητικής της Πόλεως καθόδου των Ρως με μονόξυλα.

-Ουν καφέ βι πρέγκο.
-Μπουόνα σέρα. Μπουόνα νόττε.
-Σινιορίνα…. μα τσε μπέλλα….
-Κατενάτσιο. Καρμπονάρα. Μπέλλα Βίστα.

Ανέτως επιβιώνεις ακόμη και τώρα με αυτά τα κουτσοϊταλικούλια….. τουλάχιστον εις την Σινετσιτά.

-Πιάνο ραγκάτσι. Ιο βόλιο ντορμίρε.

-Λα Λούνα, λα Λούνα….

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015

Η δίαιτα στην αγορά του Αλ Χαλίλι....

Το περίεργον της προθερινής διαίτης σχηματίζεται κατά την ώραν εκείνην που έχεις όρεξιν. Η όρεξις είναι ένα είδος ιδεοληπτικού μετασχηματισμού βασικών ενστικτωδών κινητοποιήσεων του σώματος. Δεν πεινάς ακριβώς. Έχεις όρεξιν. Όρεξιν να πεινάσεις, γνωρίζοντας ότι γενικώς κάποιες ώρες κάθε μέρα πεινά ο άνθρωπος.

Αυτή η προοιμιακή παράγραφος θα μπορούσε, αν της το επέτρεπε το κατά συνείδησιν δύστροπον και ακανόνιστον γλωσσικό μου ιδιοσκεύασμα, να είναι μια εις τας Δυτικάς αγοράς εμπορικότατη εισαγωγή τυχούσης ειδικής φίτνες ιδεολογίας, συνδεδεμένης αρρήκτως μετά της αρεστότητος – νεολογισμού πιθανώς. Κατ’ αυτήν την ιδεολογίαν θα ανεπτύσσετο μέθοδος δια της οποίας η πείνα θα ανεδεικνύετο υποχρεωτικώς κυρίαρχος, με αποτέλεσμα, της ορέξεως ταπεινωθείσης, το χάσιμο μερικών κιλών. Και επειδή η πείνα, αν το καλοσκεφτείς, είναι μια γλυκυτάτη σχεδόν ερωτικώς σαδιστική ύπαρξις εν συγκρίσει προς την δίψαν, τα φρικτά βασανιστήρια της οποίας είναι ακαταμάχητα, ιδού μία θέσις ή και  αξία όπου έχει η μεταφορά «διψά για δόξα», γνωστού όντος ότι τα μοντέλα δώδεκα ώρες πριν την πασαρέλα δεν βάζουν νερό στο στόμα τους.

Το έργον της προθερινής διαίτης και τα περί αυτό είναι λοιπόν οικοδομήματα πληροφορικής υποστάσεως. Είναι να σου πει κάποιος με εξειδικευμένον μανδύα ότι ζεις ή δεν ζεις ένα δράμα επ’ ολίγας εβδομάδας ή μήνας προ των θερινών διακοπών καθώς επιχειρείς την υποταγήν της ορέξεώς σου. Διότι αν ζεις το δράμα όντως, τότε πιθανώς πεινάς και διψάς μέσα στο καμιόνι που σε μεταφέρει μάλιστα αχρόνως, στα σκλαβοπάζαρα κάποιας στις μέρες μας όχι και τόσον  ειδυλλιακής εγγύς Ανατολής.  

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Αχιλλέας (Χέλλης) Παράσχος – ο Έλλην χρυσοθήρας στο Γιούκον

 φιλτάτωι Κουκουζέληι

Άκουγα με αδιαφορία τις ιστορίες των μεγάλων, επειδή με την παιδική φαντασία μου μπορούσα να φτιάχνω αν όχι κατά την προφορικήν τους αφήγηση καλύτερες, τουλάχιστον εν τη συλλήψει τους πολυπλοκότερες…. Ανέκαθεν το πρόβλημά μου ήτο η οξυτάτη μου μνήμη και οι εκ των ριπών της πηγάζοντες νοηματικοί διασκελισμοί του λόγου μου. Δυστυχώς, όταν επρόκειτο περί γραπτού είχα τεκμαρτάς αποδείξεις την υψηλήν βαθμολογία μου εις τας Εκθέσεις Ιδεών, αλλά προφορικώς μάλλον καθομοίαζα άουτ οφ όρντερ ρομποτικής μηχανής σε σείριαλ επιστημονικής φαντασίας του ’60: κάθε δύο, το πολύ τρεις, λέξεις και ένα παρατεταμένο «εεεεεεεε», εν παραλλήλω με ανθρωπίνας ταχυκαρδίας και αποδραστικάς τάσεις. Καθαρώς πρώιμα συμπτώματα κρίσης πανικού.

Την ιστορία του είχα τολμήσει να αφηγηθώ στην Γ’ Δημοτικού όταν διδαχτήκαμε ένα ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου …. Και η δασκάλα εν τέλει, ικανότατη γλωσσοπλάστις κυρίως όρων σχετιζομένων με παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, με λοιδόρησε ενώπιον της τάξης: «Πάσχεις από οξειογενή φαντασιοπληξίτιδα.»

 Το ρήμα «πάσχεις» το εξέλαβα δυνάμει δοξαστικόν του χαρακτήρος μου ως παρηχητικώς συγγενές με το Παράσχος. Παράσχου το γένος ήτο η εκ μητρός γιαγιά της μάνας μου, αυτή Πορριώτισα,  κι εγώ τότε παιδάκι της Τρίτης Δημοτικού. Άλλο Τρίτη και άλλο Γ’ θα μου πεις – φτηνιάρικα ευφυολογήματα, αλλά ήδη βρίσκομαι σε απόγνωση λόγω του ότι η μνημονική λίμπιντο των πενηνταέξι μου δεν είναι αυτή που είχα στα εννιά.

Εν πάση περιπτώσει σήκωσα το χεράκι μου και η κυρία μας μου είπε: «Λέγε».

-Κυρία, όταν ήμουν μικρός, εεεεεε, πριν πάω, εεεεεε, πριν έλθω, εεεε, σχολείο, εεεεεε, ήρθε ένας κύριος, εεεε, σπίτι μας εεεε, το χειμώνα που χιόνιζε, εεεεεε, και ήταν πολύ μεγάλος. Πολύ γέρος. Εεεεε και χιόνιζε. (Μου ήρθε κόμπος.)

-Συνέχισε….

«Ο κύριος αυτός, (στο εξής παρακαλώ να υπονοήσετε χάριν οικονομίας του γραπτού λόγου όσα ενδιάμεσα «εεεεε» θέλετε), ο κύριος αυτός μπορεί να ήταν και εκατό χρονώ. Η γιαγιά μου μου είπε ότι ήταν ο μεγάλος αδελφός της μάνας της. Ο θείος Χέλλης. Είχε πάει από τα δεκάξι του στην Αμερική και γύρισε απένταρος.»

 Κόμπιασα ξανά. Αλλά καθώς προσπαθούσα να βρω την ανάσα μου, άκουσα αυτή την άγνωστη μέχρις στιγμής σε μένα, γνωστή εις τους δεινούς ομιλητάς, ιεράν σιγήν του ακροατηρίου. Πήρα όχι θάρρος… θράσος. Αντιλήφθηκα αμέσως ότι οι άνθρωποι – επί τω προκειμένω οι συμμαθητές μου - γίνονται χαζοί όταν γίνονται «οι άλλοι», οπότε όλοι  αυτοί «οι άλλοι» που συνήθως δεν με προσέχανε όταν μιλούσα, μόλις είχα καταφέρει και γίνανε χαζοί. «Οι άλλοι» ήταν πλέον υποχείριά μου. Εν μέσω προϊούσης δόξης ήτο θέμα στιγμής να εκτρέψω μιαν απλήν συνωνυμίαν προς μίαν παραλλαγήν της περιπετείας του Σκρουτζ Μακ Ντακ στο Κλοντάικ. Χρησιμοποίησα τας πρωίμους γνώσεις μου εις την Γεωγραφίαν εν συνδυασμώ με αυτάς εκ του Μίκυ Μάους για να συσκοτίσω το αποτόλμημα:

 Ο θείος Χέλλης Παράσχος ήτο μετανάστης στο Γιούκον. Ξεκίνησε από μουλαράς στα καραβάνια για τον Καναδά. Όταν βρέθηκε χρυσάφι στο ποτάμι, έμεινε εκεί. Άνοιξε μπαρ. Με τα (....εεεεε.... – μην ξεχνιόμαστε) λεφτά που έβγαλε αγόρασε πιρόγες – ήταν στις δόξες τους τότε, είχαν όλο το πήγαιν’ έλα του εμπορίου. Αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθε το τραίνο. Τότε καταστράφηκε. Χάθηκε στις παλιές στοές να ψάχνει για κόκκους χρυσαφιού. Ό, τι έβρισκε το μάζευε και έκανε μια μικρή περιουσία: το εισιτήριο επιστροφής στην Ελλάδα.

-------------------
Το πραγματικό επώνυμο του ποιητού Αχιλλέα Παράχου ήτο Νασάκης ή Νασιόγλου - χιακής καταγωγής. 

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)