Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007

ΑΠΟΗΧΟΙ ΜΙΑΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ...... (ή "αυτός ο γάλλος")

Πριν από κάτι μήνες είχα πει να φτιάξω ένα μπλογκ μόνο για τις μουσικές μου. Να βάλω τάξη. Στο "κρατημοκατάβασμα" τα κείμενα, στο "άκουσον άκουσον" οι μουσικές. Και γιατί παρακαλώ; Δεν μπορώ δηλαδή να οργιστώ κάποια στιγμή και να καταλύσω την τάξη; Διότι, ένας γάλλος που λέτε, και μάλιστα ελβετός- άγνωστός μου μέχρι χτες- μέσω ενός αγαπητού μου φίλου καλλιτέχνη, με ειδοποιεί για το ενδιαφέρον του να συνεμφανιστούμε σε συναυλία. Συναυλία από αυτές που γίνονται για τα 100 χρόνια του Γαλλικού Ινστιτούτου. Να παίξουμε με τους φίλους μου τους εκλεκτούς μουσικούς 4 κομμάτια από ένα CD με τίτλο "ΑΛΛΟΤΕΣ ΟΤΑΝ ΕΚΟΥΡΣΕΥΑΝ", το οποίο είχα την τύχη να μου χρηματοδοτήσει το ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ και μετά κόπων και βασάνων να κυκλοφορήσει σε 3000 αντίτυπα, διανεμόμενα δωρεάν από το ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΕΤΡΑΣ. Το CD περιέχει ανασυνθέσεις κοσμικής μουσικής από αγιορείτικα χειρόγραφα του 17ου αιώνα, τις οποίες δούλεψα πάνω από δυο χρόνια. Σπανία έκδοσις, να περιαυτολογήσω, για λίγους φίλους χέρι με χέρι, και το υπόλοιπον για όποιον έτυχε να περάσει δίπλα από την κούτα με τα cd, όταν αυτά εκτίθεντο εις δωρεάν αρπαγήν μετά από κάποιες συναυλίες του φεστιβάλ. Με ειδοποιεί λοιπόν ο γαλλοελβετός δέκα μέρες πριν για "το συναυλία". Το δένω. Μού 'ρχεται χτες και θέλει επαφάς. Να τον κατεβάσομεν εις Περαίαν, να τον κεράσομεν και κρασάκι. Να σπάω το κεφάλι μου δυο ώρες να συνομιλώ σε μία εσπεράντο γαλλοαγγλική, γιατί καημό το έχω γλώσσα ξένη εκτός από τη μουσική δεν μιλάω. Πολλές μουσικολογίες και πριν τον αποχωρισμό μπαίνουμε στο εντός παρενθέσεων ψητόν:(-Οκ μονσιέ; -ΟΚ, ουί. - Ναι αλλά να φροντίσουμε και το οικονομικό, διότι νο μαρτίνι, νο πάρτι. -ΟΚ, ΟΚ.... -Διακόσα ευρώ το άτομο. -ΟΚ, ΟΚ...). Η συναυλία για τις 28 Φλεβάρη.
Άντε τώρα τρεχάλα να μαζέψεις τους μουσικούς. Καβούρντισα το αυτί μου με το κινητό. Όλα αυτά σήμερα το πρωί. Κλείνουμε και τις μέρες της πρόβας, όλο χαρά, "άντε θα το λαλήσουμε".
Ε, κατά το βραδάκι σήμερα ο φίλτατος φράγκος, το μετάνιωσε.
Γιατί κι εγώ να μην βάλω τα κομμάτια που θα παίζαμε στη συναυλία στο "κρατημοκατάβασμα"; Σας γλιτώνω και από ένα κλικ. "Αυτός ο Ράλλος, αυτός ο Ράλλος, είν' ευε(γ)γέτης σας μεράλος".

παίζουν: Αγγελίνα Τκάτσεβα σαντούρι, Χάρης Λαμπράκης νέι, Στρατής Ψαραδέλλης κεμεντζέ, Γιώργος Χατζημιχελάκης ούτι, Νέστορας Δρούγκας κρουστά.

ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ (τραγούδι Σπυριδούλα Μπάκα)


ΟΛΟΙ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ ΒΑΣΤΟΥΝ (τραγούδι Γιάννης Αρβανίτης)


ΔΙΩΧΝΕΙΣ ΜΕ ΜΑΝΑ (τραγούδι Σπυριδούλα Μπάκα)


ΑΗΤΟΣ (τραγούδι Γιάννης Αρβανίτης, Κώστας Γράμπας)

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007

ΤΟ ΜΠΑΛΑΚΙ......

Γράψε 5 κάτι που δεν γνωρίζουν οι άλλοι μέσω του μπλογκ για σένα. Πέτα το μπαλάκι σε άλλους 5 μπλογκερς.
Το μπαλάκι μου το πέταξε ο Γούφας

τα κάτι:
1. Δεν χαλάω ποτέ χατήρι σε κανένα. Μόνο στη γυναίκα μου.
2. Εκνευρίζομαι εύκολα, αλλά σπανίως εκδηλώνομαι σε όλους, μόνο στη γυναίκα μου.
3. Δεκαέξι χρονών υπήρξα κυνηγός για μια μέρα και σκότωσα 11 σπουργίτια.
4. Μικρός μισούσα τις γάτες και αγαπούσα τους σκύλους. Τώρα λατρεύω τις γάτες και οι σκύλοι μού είναι αδιάφοροι.
5. Δεν έχω παίξει ποτέ παιχνίδι στον υπολογιστή, ούτε καν πασιέντζα.

................
πετάω το μπαλάκι σε:
http://beniamin12.blogspot.com/ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ
http://koukourou.blogspot.com/ ΚΟΥΚΟΥ_ΡΟΥ_ΚΟΥΚΟΥ
http://rodiat.blogspot.com/ ΡΟΔΙΑ
http://lllemon.blogspot.com/ ΛΕΜΟΝ
http://otithymamaixairomai.blogspot.com/ ATHENA

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

σπανία ηχογράφησις ρεμπέτικου

"ΟΙ ΝΤΟΥΜΑΝΟΤΡΥΠΕΣ" του Λαπαθιώτη, αγνώστου σε μένα συνθέτη.


Το παρόν σπάνιον ρεμπέτικον περιήλθε στην συλλογή μου σε ηλεκτρονική μορφή. Δεν κατέχω δηλαδή κάποιον δίσκο γραμμοφώνου με το συγκεκριμμένο κομμάτι, παρά μόνον κοσμεί τη συλλογή μου σε μορφή mp3. Πρόκειται για ένα κομμάτι σε στίχους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Στίχους απρόσμενους για έναν νεορομαντικό ποιητή, εξίσου απρόσμενους με αυτούς του "ΒΑΟ ΓΑΟ ΔΑΟ". Οι στίχοι αντανακλούν την κρυφή ζωή του ποιητή, αυτήν που μέσα από διαθλάσεις αναδύεται στα γνωστά ποιήματά του.

 Όταν ο παππούς μου έψαχνε να βρει ένα οικοπεδάκι να αγοράσει για να χτίσει την προίκα για τις δυο μικρότερες αδερφές του, ένας μανιάτης κοντοχωριανός του τού είπε:
- "Παναγιώτη μου, έλα εδώ στη Πειραική, και εγώ σου φράζω ένα στρέμμα για δέκα λίρες, όπου το θες, κορώνι μου".

 Ο παππούς μου ο καημένος, είχε που είχε τη ντροπή του, μανιάτης να έχει παντρευτεί πριν παντρέψει όλες τις αδερφές του, κοκκίνησε:
-"Να πάρω εγώ Κυριάκο προίκα στις αδερφές μου δίπλα στους τεκέδες;"

Δεν ήταν υποχρεωμένος, ως μανιάτης, να πάρει προίκα σε καμμία αδερφή του. Στη Μάνη, το 'χω ξαναγράψει, οι γυναίκες προίκα δεν έπαιρναν. Μόνο κληρονομούσαν από μάνα σε μάνα αλυκές, ώστε να έχουν αλάτι για το μαγείρεμά τους, και σπανίως κάποιες πλούσιες οικογένειες δίνανε για κάποια χρόνια στις κόρες, ως προίκα, μερίδιο της ελαιοπαραγωγής. Όχι ρευστόν και προπάντων όχι γη και ακίνητα. Ο παππούς μου όμως ήθελε να τις προικίσει τις δυό μικρές του αδερφές. Αφού πάντρεψε τις δυό μεγαλύτερές του και παντρεύτηκε, έπρεπε να τις νοιαστεί, κανείς να μην μπορεί να πει ότι δεν τις νοιάστηκε. Εντάξει,... παντρεύτηκε πριν τις παντρέψει. Αλλά τις νοιάστηκε.

-"Α ρε καημένε Παναγιώτη. Εδώ βρε στην Πειραική σε είκοσι χρόνια αυτά τα οικόπεδα θα είναι χρυσάφι".
-"Τα έχω χεσμένα, με συγχωρείς. Εγώ τις αδερφές μου δεν τις έχω να μένουνε μεσοτοιχία με τους χασικλήδες. Κι έπειτα η Πειραική είναι γεμάτη ποντικούς και κουνούπι. Και είναι και ερημιά. Στην ερημιά να βάλω τις αδερφές μου;".
Και πήγε και αγόρασε με τα λεφτουδάκια του ένα οικοπεδάκι στο συνοικισμό της Παναγίτσας. Παναγία, Ρόδον το Αμάραντον. Τρακόσια μέτρα από την παραλία της Πειραικής, αλλά συνοικισμός. Με φώτα του δήμου, νερό και ηλεκτρικό.

Ο κυρ-Γιάννης ο γαλατάς που είχε αγοράσει για να βόσκει τις κατσίκες του ένα στρέμμα στην Πειραική, πλάι ακριβώς στον Καραγκιόζη του Χαρίδημου, τώρα έχει αφήσει προίκα στα εγγόνια του μιαν οχταόρωφη πολυκατοικία. Αλλά εγώ πιστεύω ότι ο παππούς μου καλά έκανε και δεν πήρε τότε το οικόπεδο στην Πειραική. Γιατί οι αδερφές του οι καημένες, είχανε που είχανε μείνει ανύπαντρες, να παίρνανε και σπίτι στην Πειραική, τότες όλος ο κόσμος θα έλεγε το μακρύ του και το κοντό του.


Ο Λαπαθιώτης σε κάτι τέτοια μέρη σύχναζε. Και χωρίς επίφαση. Χωρίς επίφαση γιατί τον πήρε από κάτω. Δεν πήγε για κουλέρ λοκάλ. Πήγε και συγχωνεύτηκε. Διατηρώντας την ποίηση. Γι αυτό και τις αποστροφές του τις άφηνε αδημοσίευτες. Και γι αυτό κι εγώ λέω συγχωνεύτηκε. Γιατί μπόρεσε και διατήρησε την διάκριση-μπορούσε να διακρίνει τους κόσμους. Αν δεν μπορείς να διακρίνεις τότε, απλώς, ταυτίζεσαι.
Τους στίχους αυτού του τραγουδιού του, μου τους έστειλε η φίλη μου η Φανή. Τους βρήκε στο βιβλίο του Πέτρου Χαρτοκόλλη "Ιδανικοί Αυτόχειρες", εκδόσεις ΕΣΤΙΑ. Είναι αδημοσίευτοι από τον ποιητή. Αν και το περιβάλλον στο οποίο αναφέρεται είναι οι τεκέδες του '30, το τραγούδι έχει δομή δημοτικού με γλώσσα ρεμπέτικου. Δεν είναι ρεμπέτικο, γιατί δεν υπάρχει ρεμπέτικο τραγούδι χωρίς ομοιοκατάληκτους στίχους, έστω δίστιχα. Στο τραγούδι αυτό συγχωνεύονται δημοτική τεχνική και ύφος με ρεμπέτικο θέμα.

(Α στροφή)
Κάτω στου Μήτσου τον ντεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο
και βρήκαν ντουμανότρυπες κ' ένα γιαπί λουλάδες,
πενηνταδυό διμούτσουνες και δεκαοχτώ μαρκούτσια.


Σουρτά- σουρτά με μπαμπεσιά ζυγώσαν οι ρουφιάνοι,
με ζούλα ήρθαν οι π[ούστηδες] και μας εβάναν μπόστα:
τσιμπήσαν πρώτα τον Μπαλήν, όπου φυλούσε τσίλλιας,
και μπήκαν στο τσαρδάκι μας και μας τα κάναν λίμπα.


(Β στροφή)
Πήραν τις ντουμανότρυπες, πήραν και τους λουλάδες,
πήραν και τις διμούτσουνες, τα δεκαοχτώ μαρκούτσια,
πήραν και τους ντερβίσιδες και στο πλεχτό τους πάνε
 


(Γ στροφή)
πήραν τον Μίκα το Ντουρντή, το τζε του Ντελαβέρη,
το Μπάμπουλα, το Μπούμπουλα και το Μπαλή το Μήτσο,

πήρανε και το ντερτιλή το Ντάτα, το θερίο,
πόκανε πέντε στην Παλιά και δώδεκα στ' Ανάπλι,
κι όταν μιλάη τσακίζεται και λέει: Όφ, τ' αδρεφάκι.
Πήραν και το Σκουντή το Λια με τα σμιχτά τα φρύδια,

κι ο Λιάκος βαρυγκόμαγε, κι ο Λιάκος βλαστημούσε.

(Δ στροφή).
Λιάκο μ' τ' έχεις και θλίβεσαι, τ' έχεις κι αναστενάζεις;
Δεν κλαίω που με τσιμπήσανε και στο πλεχτό με πάνε,
μον' κλαίω που μου τη σκάσανε κι ακόμα είμαι χαρμάνι...



Ο συνθέτης το έπιασε το αντικείμενο. Διάλεξε δώδεκα από τους είκοσι συνολικά στίχους, έτσι ώστε να αποτελούν στροφικές ενότητες. Απέφυγε και επικίνδυνες λέξεις όπως τη λέξη "πούστηδες" ίσως φοβούμενος λογοκρισία, αν και εκείνη την εποχή ακόμη δεν υπήρχε. Έφτιαξε ένα τραγούδι τετράστροφο από στροφές τρίστιχες, όπου ο δεύτερος στίχος κάθε στροφής τραγουδιέται δις. Σας επαναλαμβάνω ο συνθέτης, όπως και ο τραγουδιστής και οι εκτελεστές, μου είναι άγνωστος, όπως πολλές φορές άγνωστος είναι σε μένα ο ίδιος μου ο εαυτός. Παρακαλώ λοιπόν κάθε εκλεκτό συλλέκτη και μουσικολόγο του ρεμπέτικου να με πληροφορήσει για οτιδήποτε γνωρίζει σχετικά.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2007

VINUS GENEROSUS.....

.....εκ σαρκός ανδρικής.
ο Αθήναιος έγραψε.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

ΦΑΜΕ ΣΤΟΡΥ POIHSHS

Έχουν απομείνει ο Διονύσης και ο Νικόλας. Ποιος θα πάρει τα 150.000 €; Ε;ΕΙΣ ΚΟΡΗΝΗ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΘΡΕΦΕΤΟ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Μοναστηρίσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κοιτάω,
Πρόβαλε κει στα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω.

Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ’ την καρδιά μου ο στίχος,
Ας τον αφήνει να περνά και ας μην ζηλεύει ο τοίχος.

Κάμε να φύγεις αν μπορείς, έλα να σε φιλήσω,
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου θα σβήσω.

Μοναστηρίσια μου όμορφη, εδώ έλα και στοχάσου
Πως δε θα κάμω να χαθή, αθώα μου, η παρθενιά σου.
………………………………………………………
Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ
‘Σ μεγάλην εξοριά, σ’ ένα λαγκάδι,
μιαν ταχινήν επήγα στο κουράδι*,
σε δέντρη, σε λιβάδια, σε ποτάμια,
σε δροσερά και τρυφερά καλάμια.

Μέσα στα δέντρη κείνα τ’ ανθισμένα,
Που βόσκαν τα λαφάκια τα καημένα,
Στη γη τη δροσερή, στα χορταράκια,
Που γλυκοκιλαδούσαν τα πουλάκια,

Πανώρια λυγερή, πανώρια κόρη
Ωσάν καλή καρδία κι ωραία στα θώρη,
Έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση
Κ’ έλαμπε σαν τον ήλιον η ομορφιά τση.

Έπονται άλλα 464 στιχάκια και ο επίλογος του Δρυμητινού:
Κι’ ως εδεπά τελειών’ η βοσκοπούλα,
Ιστόρια τζη, καμόματά της ούλα,
Κι αν ευρεθούν άλλες πολλαίς γραμμέναις
Ας ξεύρει πάσα εις πως ειν’ σφαλμέναις.
Μόνον πως αύτη είναι η καλυοτέρα
Απ’ όσαις κι αν βρεθούν την σήμερον ημέρα,
Ετζ’ από με τον αποκορωνίτη
Νικόλαον δρυμητινόν από την κρήτην.
…….ακολουθούν κι άλλοι στίχοι………(προσέξατε τας απομιμήσεις)


……………………………16ος αιώνας, ίσως του Νικολάου Δρυμητινού.
*κουράδι=κοπάδι (εκ του κουρά, κούρεμα, διότι ως γνωστόν τα πρόβατα τα κουρεύουν)Για να μιλήσουμε ειλικρινά και άνευ φιλολογίας. Το πρώτο του Σολωμού, την σήμερον, δεν πάει ούτε για στιχάκι σε φασόν τραγούδι, έστω και με την πλέον ελπιδοφόρον μεταπολιτευτικήν καλήν κουλτουριάραν πρόθεση. Υπάρχει ωστόσο ως καντσονέττα στην Κεφαλλονιά και στην Ζάκυνθο.
Η Βοσκοπούλα δε, μοιάζει σχεδόν περιττής υπάρξεως, χωρίς το άκουσμα μιας λύρας ζωγραφίζουσας να πείθει.


Και είναι και τα δύο αριστουργήματα εις την συμπεριφοράν. Διότι:

Και τα δυο μοιάζουν να διαχειρίζονται την ίδιαν γλωσσικήν περιουσίαν , δηλαδή την άγνοια της γλώσσας και παράλληλα την πλήρη επίγνωση της δύναμής της, όταν συνδυάζεται.
Το δεύτερο κυνηγάει την ύπαρξή του μέσα από την υπνωτιστική δύναμη της έκτασής του ως τραγούδι: μια επαναλαμβανόμενη μελωδία που θα ντύνει όλη τη στροφή - όλο το ποίημα αφημένο στο δοξάρι και την βέβαιη φωνή του λυράρη.
Το πρώτο οικονομημένο όλο πάνω στο πειστικό βλέμμα του χορωδού, που με ένα ποτηράκι παραπάνω, θα παιχνιδίσει το ματάκι και θα μας βεβαιώσει ότι ακούμε ένα αριστούργημα ειδικόν για κρασάκι εις μίαν νήσον της Επτανήσου.
Και ποίαι άλλαι να πρέπει να είναι αι φιλοδοξίαι των ποιητών;

-Τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
-Δικό σου ήταν αυτό Διονυσάκη; Μπράβο πουλάκι μου! Τζάμπα σου την πήραμε την κιθάρα;

(βλέπε: Γιάννη Χρήστου, Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΡΥΧΝΙΝΗ, "Τι ωραία που παίζει ο γιαννάκης μας το διολί!!!".

οι παχουλές αναρτήσεις (όσο τις διαβάζετε τόσο παχαίνουν)